Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4640-4660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3702ανέλπιστος, η, ο [ἀνέλπιστος] α-νέλ-πι-στος επίθ.: (συνήθ. με θετ. συνυποδ.) που συμβαίνει απροσδόκητα: ~ος: θρίαμβος/σύμμαχος. ~η: βοήθεια/εξέλιξη (: που δεν την περιμένεις και σε εκπλήσσει ευχάριστα)/επιτυχία/ευκαιρία/νίκη/σωτηρία/τροπή (των γεγονότων)/τύχη/χαρά. ~ο: δώρο/όνειρο. ~α: κέρδη. Μας συνέβη κάτι το (εντελώς) ~ο. Πβ. αναπάντεχος, απρόβλεπτος, απρόσμενος, ουρανοκατέβατος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● επίρρ.: ανέλπιστα: Ένα ~ καλό αποτέλεσμα. ~ γρήγορα/σύντομα. [< αρχ. ἀνέλπιστος, γαλλ. inespéré]
3703ανεμ-βλ. ανεμο-
3704ανεμβολίαστος, η, ο [ἀνεμβολίαστος] α-νεμ-βο-λί-α-στος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει εμβολιαστεί: ~ος: πληθυσμός. ~α: αδέσποτα (ζώα)/παιδιά.|| (ως ουσ.) Αντιτετανικό εμβόλιο για τους ~ους. ΑΝΤ. εμβολιασμένος.
3705ανεμελιά[ἀνεμελιά] α-νε-με-λιά ουσ. (θηλ.): ξενοιασιά: καλοκαιρινή ~. Η ~ των διακοπών/της παιδικής ηλικίας. Χαλάρωση και ~. Αίσθηση/στιγμές ~ιάς. Πβ. αμεριμνησία.
3706ανέμελος, η, ο [ἀνέμελος] α-νέ-με-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ανεμελιά: ~ος: τρόπος ζωής. ~η: βόλτα/διάθεση/εφηβεία/ζωή/ηλικία. ~ο: καλοκαίρι/παιδί/παιχνίδι. ~ες: διακοπές/στιγμές. ~α: νιάτα/χρόνια. Δείχνει ήρεμος/χαλαρός/χαρούμενος και ~. Περπατούσε ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: λουκ. ΣΥΝ. αμέριμνος, ξένοιαστος ● επίρρ.: ανέμελα [< γαλλ. insouciant]
3707ανέμη[ἀνέμη] α-νέ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο γύρω από το οποίο τυλίγεται κυρ. λάστιχο, καλώδιο, σύρμα ή σχοινί : ηλεκτρική/τροχήλατη ~ (: περιελικτική μηχανή, συσκευή). ~ες: πετονιάς/ποτίσματος. Η ~ του πηγαδιού. Βλ. μάγγανο. || (παλαιότ.) Η κλωστή/το νήμα τυλίγεται στην ~. Πβ. ροδάνι. [< μεσν. ἀνέμη]
3708ανεμίζω[ἀνεμίζω] α-νε-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανέμιζ-ε, ανέμι-σε, ανεμίζ-οντας} 1. (αμτβ.) κινούμαι από τον άνεμο, εκτελώντας συνήθ. κυματοειδή κίνηση: Το πέπλο/η σημαία ~ει (= κυματίζει). Τα μαλλιά της ~αν ελεύθερα στον αέρα. 2. (μτβ.) κάνω να κινηθεί, κουνώ (κάτι), συνήθ. κυματοειδώς: Το αεράκι ~ε τις κουρτίνες. Βλ. εξ~. [< μτγν. ἀνεμίζομαι, μεσν. ανεμίζω]
3709ανεμικό[ἀνεμικό] α-νε-μι-κό ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.): αερικό. Πβ. ξωτικό, στοιχειό. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μεσν. επιθ. ἀνεμικός]
3710ανέμισμα[ἀνέμισμα] α-νέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεμίζω: ~ των μαλλιών/της σημαίας.
3711ανεμιστήρας[ἀνεμιστήρας] α-νε-μι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή που δημιουργεί (μέσω περιστρεφόμενης έλικας) ρεύμα αέρα με σκοπό κυρ. τον (εξ)αερισμό κλειστών χώρων ή την ψύξη μηχανημάτων: αθόρυβος/αξονικός/επιτραπέζιος ~. ~ δαπέδου/οροφής/τριών ταχυτήτων. Στροφές/ταχύτητα ~α.|| Ο ~ του κλιματιστικού/του ψυγείου (: σε αυτοκίνητο). Μοτέρ ~α. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επεξεργαστή/τροφοδοτικού/(φορητού) υπολογιστή. Πβ. ψύκτρα.|| (ειδικότ.) Αντιπαγετικός ~ για προστασία των καλλιεργειών. Πβ. βεντιλατέρ. Βλ. (εξ)αεριστήρας, -τήρας. ● Υποκ.: ανεμιστηράκι (το): ~ χειρός (: για να δροσίζεται κάποιος). Βλ. βεντάλια. ● ΦΡ.: πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη [< γαλλ. ventilateur]
3712ανεμο- & ανεμό- & ανεμ-α' συνθετικό 1. λέξεων που αναφέρονται στον άνεμο: ανεμο-βρόχι/~γεννήτρια/~δείκτης/~δέρνω/~θύελλα/~στρόβιλος. Aνεμό-μετρο/~μυλος. Πβ. αερο-. 2. (μτφ.) που δηλώνει ότι κάτι έχει ήπια μορφή ή είναι φανταστικό: ανεμο-βλογιά.|| Ανεμο-γκάστρι.
3713ανεμοβλογιά[ἀνεμοβλογιά] α-νε-μο-βλο-γιά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταδοτική εξανθηματική και συνήθ. επιδημική νόσος που εμφανίζεται κυρ. σε παιδιά και οφείλεται σε ιό: ουλές/σημάδια από ~. Βλ. έρπης ζωστήρ, ερυθρά, ευλογιά, ιλαρά, κοκίτης, μαγουλάδες, οστρακιά. [< γαλλ. varicelle]
3714ανεμοβρόχι[ἀνεμοβρόχι] α-νε-μο-βρό-χι ουσ. (ουδ.) & ανεμόβροχο (λαϊκό-λογοτ.): ισχυρός άνεμος σε συνδυασμό με βροχή: δυνατό ~. Πβ. δρολάπι. [< μεσν. ανεμοβρόχιν]
3715ανεμογενής, ής, ές [ἀνεμογενής] α-νε-μο-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που δημιουργείται, σχηματίζεται από τον άνεμο: ~ής: παγετός. ~ή: ρεύματα. Παράκτια ~ κυκλοφορία. ~ή ή αιολικά εδάφη. Ανάπτυξη ~ών κυματισμών. Βλ. -γενής, κυματογενής.
3716ανεμογεννήτρια[ἀνεμογεννήτρια] α-νε-μο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. γεννήτρια μετατροπής της αιολικής ενέργειας κυρ. σε ηλεκτρική· αιολική γεννήτρια: τα αεροδυναμικά φορτία/η καμπύλη ισχύος/τα πτερύγια/ο πυλώνας ~ας. Δίπτερες ~ες. Συστοιχίες ~ών (= αιολικά πάρκα). [< αγγλ. aerogenerator, 1945]
3717ανεμογκάστρι[ἀνεμογκάστρι] α-νε-μο-γκά-στρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): ψευδοκύηση.
3718ανεμογράφος[ἀνεμογράφος] α-νε-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ανεμόμετρο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. anémographe, αγγλ. anemograph]
3719ανεμοδαρμένος, η, ο [ἀνεμοδαρμένος] α-νε-μο-δαρ-μέ-νος επίθ. & ανεμόδαρτος (συχνά λογοτ.) 1. που πέφτουν πάνω του σφοδροί άνεμοι: ~ος: βράχος/τόπος. ~η: ακτή. ~ο: νησί. Βλ. θαλασσοδαρμένος. ΑΝΤ. απάγκιος, απάνεμος 2. (μτφ.) βασανισμένος, ταλαιπωρημένος: ~η: ζωή/οικογένεια. ~α: πρόσωπα (χωρικών). ● βλ. ανεμοδέρνω [< μεσν. ανεμόδαρτος]
3720ανεμοδείκτης[ἀνεμοδείκτης] α-νε-μο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ανεμοδείχτης 1. ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου: ~ αεροδρομίου/οροφής. ~ες με μορφή κόκορα (: σε καμπαναριά χριστιανικών εκκλησιών). Πβ. ανεμογράφος, ανεμόμετρο, ανεμούριο. Βλ. -δείκτης. ΣΥΝ. ανεμοδούρα (2) 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) που αλλάζει γνώμη ή και απόψεις ανάλογα με το συμφέρον του· ασταθής, άστατος, ευμετάβλητος. Πβ. όπου φυσά(ει) ο άνεμος. [< γερμ. Wetterfahne, Windfahne]
3721ανεμοδέρνω[ἀνεμοδέρνω] α-νε-μο-δέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (συχνά λογοτ.) 1. (αμτβ.) παλεύω με τους ανέμους: Το πλοίο ~ει.|| (μεσοπαθ.) Σκάφος/τοπίο που ~εται. (: χτυπιέται από τους ανέμους). 2. (σπάν.-μτφ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ. Βλ. θαλασσοδέρνω. ● βλ. ανεμοδαρμένος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.