| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3712 | ανεμο- & ανεμό- & ανεμ- | α' συνθετικό 1. λέξεων που αναφέρονται στον άνεμο: ανεμο-βρόχι/~γεννήτρια/~δείκτης/~δέρνω/~θύελλα/~στρόβιλος. Aνεμό-μετρο/~μυλος. Πβ. αερο-. 2. (μτφ.) που δηλώνει ότι κάτι έχει ήπια μορφή ή είναι φανταστικό: ανεμο-βλογιά.|| Ανεμο-γκάστρι. | |
| 3713 | ανεμοβλογιά | [ἀνεμοβλογιά] α-νε-μο-βλο-γιά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταδοτική εξανθηματική και συνήθ. επιδημική νόσος που εμφανίζεται κυρ. σε παιδιά και οφείλεται σε ιό: ουλές/σημάδια από ~. Βλ. έρπης ζωστήρ, ερυθρά, ευλογιά, ιλαρά, κοκίτης, μαγουλάδες, οστρακιά. [< γαλλ. varicelle] | |
| 3714 | ανεμοβρόχι | [ἀνεμοβρόχι] α-νε-μο-βρό-χι ουσ. (ουδ.) & ανεμόβροχο (λαϊκό-λογοτ.): ισχυρός άνεμος σε συνδυασμό με βροχή: δυνατό ~. Πβ. δρολάπι. [< μεσν. ανεμοβρόχιν] | |
| 3715 | ανεμογενής | , ής, ές [ἀνεμογενής] α-νε-μο-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που δημιουργείται, σχηματίζεται από τον άνεμο: ~ής: παγετός. ~ή: ρεύματα. Παράκτια ~ κυκλοφορία. ~ή ή αιολικά εδάφη. Ανάπτυξη ~ών κυματισμών. Βλ. -γενής, κυματογενής. | |
| 3716 | ανεμογεννήτρια | [ἀνεμογεννήτρια] α-νε-μο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. γεννήτρια μετατροπής της αιολικής ενέργειας κυρ. σε ηλεκτρική· αιολική γεννήτρια: τα αεροδυναμικά φορτία/η καμπύλη ισχύος/τα πτερύγια/ο πυλώνας ~ας. Δίπτερες ~ες. Συστοιχίες ~ών (= αιολικά πάρκα). [< αγγλ. aerogenerator, 1945] | |
| 3717 | ανεμογκάστρι | [ἀνεμογκάστρι] α-νε-μο-γκά-στρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): ψευδοκύηση. | |
| 3718 | ανεμογράφος | [ἀνεμογράφος] α-νε-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ανεμόμετρο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. anémographe, αγγλ. anemograph] | |
| 3719 | ανεμοδαρμένος | , η, ο [ἀνεμοδαρμένος] α-νε-μο-δαρ-μέ-νος επίθ. & ανεμόδαρτος (συχνά λογοτ.) 1. που πέφτουν πάνω του σφοδροί άνεμοι: ~ος: βράχος/τόπος. ~η: ακτή. ~ο: νησί. Βλ. θαλασσοδαρμένος. ΑΝΤ. απάγκιος, απάνεμος 2. (μτφ.) βασανισμένος, ταλαιπωρημένος: ~η: ζωή/οικογένεια. ~α: πρόσωπα (χωρικών). ● βλ. ανεμοδέρνω [< μεσν. ανεμόδαρτος] | |
| 3720 | ανεμοδείκτης | [ἀνεμοδείκτης] α-νε-μο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ανεμοδείχτης 1. ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου: ~ αεροδρομίου/οροφής. ~ες με μορφή κόκορα (: σε καμπαναριά χριστιανικών εκκλησιών). Πβ. ανεμογράφος, ανεμόμετρο, ανεμούριο. Βλ. -δείκτης. ΣΥΝ. ανεμοδούρα (2) 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) που αλλάζει γνώμη ή και απόψεις ανάλογα με το συμφέρον του· ασταθής, άστατος, ευμετάβλητος. Πβ. όπου φυσά(ει) ο άνεμος. [< γερμ. Wetterfahne, Windfahne] | |
| 3721 | ανεμοδέρνω | [ἀνεμοδέρνω] α-νε-μο-δέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (συχνά λογοτ.) 1. (αμτβ.) παλεύω με τους ανέμους: Το πλοίο ~ει.|| (μεσοπαθ.) Σκάφος/τοπίο που ~εται. (: χτυπιέται από τους ανέμους). 2. (σπάν.-μτφ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ. Βλ. θαλασσοδέρνω. ● βλ. ανεμοδαρμένος | |
| 3722 | ανεμοδούρα | [ἀνεμοδούρα] α-νε-μο-δού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ., για πρόσ.) ασταθής, άστατος, ασυνεπής. Πβ. ανεμόμυλος. 2. ΜΕΤΕΩΡ. (σπάν.) ανεμοδείκτης. 3. (σπάν.) ανεμοστρόβιλος. [< μεσν. ανεμοδούρα, ανεμοδούριον] | |
| 3723 | ανεμοδόχος | [ἀνεμοδόχος] α-νε-μο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στο θηλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικός συνήθ. αεραγωγός. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. manche à vent/air] | |
| 3724 | ανεμοζάλη | [ἀνεμοζάλη] α-νε-μο-ζά-λη ουσ. (θηλ.) (λογοτ.) 1. (μτφ.) κατάσταση αναστάτωσης, πανικού, σύγχυσης: στην ~ του πολέμου/χορού. Πβ. αναμπουμπούλα, (ανα)ταραχή, μπάχαλο, σάλος, χαλασμός. 2. ανεμοθύελλα: σφοδρή ~. ● ΦΡ.: ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα [< μεσν. ανεμοζάλη] | |
| 3725 | ανεμοθύελλα | [ἀνεμοθύελλα] α-νε-μο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρότατος άνεμος, συνήθ. με βροχή ή και χαλάζι: Εκδηλώθηκε/ξέσπασε ~. Σφοδρή ~ έπληξε την ευρύτερη περιοχή. Λόγω της ~ας ακυρώθηκαν πολλές πτήσεις. Το αεροπλάνο/οι ορειβάτες/το πλοίο έπεσε σε ~. Ισχυρές ~ες σκόνης. Βλ. ανεμοστρόβιλος.|| (μτφ.) Στην ~ της ζωής/του πολέμου (πβ. ανεμοζάλη). ΣΥΝ. θύελλα (1) [< αγγλ. windstorm] | |
| 3726 | ανεμοθώρακας | [ἀνεμοθώρακας] α-νε-μο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): παρμπρίζ. Πβ. αλεξήνεμο. | |
| 3727 | ανεμοκινητήρας | [ἀνεμοκινητήρας] α-νε-μο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που τίθεται σε λειτουργία με τη δύναμη του ανέμου· αιολικός κινητήρας: ~ κάθετου/οριζόντιου άξονα. ~ μεγάλης/μέσης ισχύος. Οι ~ες μετατρέπουν την κινητική ενέργεια του αέρα σε άλλες μορφές ενέργειας (π.χ. ηλεκτρική, θερμική). [< γαλλ. aéromoteur] | |
| 3728 | ανεμολογικός | , ή, ό [ἀνεμολογικός] α-νε-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την επιστημονική μελέτη των ανέμων: ~ός: άτλας/χάρτης (της Ελλάδας). ~ή: κλίμακα. [< αγγλ. anemological] | |
| 3729 | ανεμολόγιο | [ἀνεμολόγιο] α-νε-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ανεμολογί-ου}: ΝΑΥΤ. κυκλικό διάγραμμα με ακτίνες που δείχνουν τις ονομασίες και τις κατευθύνσεις των ανέμων σε ένα μέρος για δεδομένο χρονικό διάστημα: μετεωρολογικό/ναυτικό ~. Το ~ της πυξίδας. Ο δίσκος του ~ου. Βλ. -λόγιο. [< γερμ. Windrose, γαλλ. rose des vents] | |
| 3730 | ανεμομάζωμα | [ἀνεμομάζωμα] α-νε-μο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) & ανεμομάζεμα: κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα αγαθά που αποκτήθηκαν χωρίς κόπο ή παράνομα, μπορούν εξίσου εύκολα να χαθούν ή να σπαταληθούν. | |
| 3731 | ανεμόμετρο | [ἀνεμόμετρο] α-νε-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο μέτρησης της ταχύτητας, της κατεύθυνσης ή της πίεσης του ανέμου: ηλεκτρονικό/φορητό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. ανεμογράφος [< γαλλ. anémomètre, αγγλ. anemometer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ