| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46038 | σκάτωμα | σκά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) μεγάλη αποτυχία. 2. λέρωμα από περιττώματα. | |
| 46039 | σκατώνω | σκα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκάτω-σα, παθ. μτχ. σκατω-μένος} (προφ.): βρομίζω κάτι με περιττώματα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τα σκατώνω/τα σκάτωσε (μτφ.-προφ.): αποτυγχάνω πλήρως: Στη θεωρία είμαι καλή, στην πράξη ~ ~. Τα ~σε (= τα μούσκεψε) στο διαγώνισμα. ΣΥΝ. τα θαλασσώνω, τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο [< μεσν. σκατώνω] | |
| 46040 | σκάφανδρο | σκά-φαν-δρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνδρου}: αδιάβροχη, στεγανή στολή και εξάρτυση δύτη ή αστροναύτη· ειδικότ. συσκευή που αποτελείται από μια ή περισσότερες φιάλες αέρα υπό πίεση και επιτρέπει στον δύτη να αναπνέει κάτω από το νερό: αυτόνομο/καταδυτικό ~.|| Διαστημικό ~. [< γαλλ. scaphandre, αγγλ. scaphander] | |
| 46041 | σκαφάτος | , η, ο [σκαφᾶτος] σκα-φά-τος επίθ./ουσ. (προφ.-συνήθ. ειρων.): (για πρόσ.) που έχει σκάφος αναψυχής: ~οι: παραθεριστές. Βλ. -άτος. | |
| 46042 | σκαφέας | σκα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {σκαφ-είς} (επίσ.): εργάτης που σκάβει. ΣΥΝ. σκαφτιάς [< αρχ. σκαφεύς] | |
| 46043 | σκάφη | σκά-φη ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) μεγάλο μακρόστενο και βαθουλωτό οικιακό σκεύος με διάφορες χρήσεις: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική/τσίγκινη ~. Η ~ του ζυμώματος. ~ ποτίσματος ζώων. Έπλεναν τα ρούχα σε ~. Έκανε μπάνιο σε ~. Τα απόνερα της ~ης. 2. ΜΟΥΣ. σκάφος. ● Υποκ.: σκαφίδι (το), σκαφίτσα & σκαφούλα (η) ● ΦΡ.: λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη βλ. σύκο [< 1: αρχ. σκάφη] | |
| 46044 | σκαφοειδής | , ής, ές σκα-φο-ει-δής επίθ. (επιστ.): κοίλος: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: βόθρος/θώρακας/σύνδεσμος. ~ής: παραμόρφωση. (ως ουσ.) Το ~ές (ενν. οστό του καρπού).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Κτίσματα με ~ή θόλο. Βλ. -ειδής. [< μτγν. σκαφοειδής, γαλλ. scaphoïde, αγγλ. scaphoid] | |
| 46045 | σκαφόποδα | σκα-φό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σκαφόποδο}: ΖΩΟΛ. θαλάσσια μαλάκια (επιστ. ονομασ. Scaphopoda) με λευκό συνήθ. κέλυφος που μοιάζει με σωλήνα. Βλ. γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. scaphopodes, αγγλ. scaphopods] | |
| 46046 | σκάφος | σκά-φος ουσ. (ουδ.) {σκάφ-ους | -η, -ών} (επίσ.) 1. γενική ονομασία μικρού ή μεγάλου πλοίου: αλιευτικό/εκπαιδευτικό/ερευνητικό/ιστιοπλοϊκό/ταχύπλοο/τουριστικό/υποβρύχιο/φουσκωτό/ωκεανογραφικό ~. ~ αναψυχής/ανοικτής θαλάσσης/καταδύσεων. Πλήρωμα ~ους. Ρυμούλκηση ακυβέρνητου ~ους. Διακοπές με ~. Ναυλώνω/νοικιάζω ~. Ο κυβερνήτης χειρίζεται το ~. Έδεσε το ~ στο αγκυροβόλιο. Πρόσβαση με ~ σε παραλίες. Ταξίδι με ιδιόκτητο ή ναυλωμένο ~. Πβ. πλεούμενο, σκαρί. Βλ. βαθυ~. 2. αεροσκάφος ή διαστημόπλοιο: διαστημικό/ρομποτικό ~. Το ~ απογειώθηκε/προσγειώθηκε (πβ. αεροπλάνο). 3. (μτφ.) οργανισμός ή θεσμός που έχει να επιτελέσει ορισμένο έργο: το ~ της Εκκλησίας/κυβέρνησης/Πολιτείας. Το κλυδωνιζόμενο ~ του κόμματος/κράτους. Ηγέτης/πρωθυπουργός που οδηγεί το ~. 4. ΜΟΥΣ. κοίλο σκαφτό σώμα έγχορδου μουσικού οργάνου (κιθάρας, λύρας, μαντολίνου, μπουζουκιού), ηχείο: βαθύ/μεταλλικό/πλατύ/στενό/στρογγυλό ~. ΣΥΝ. σκάφη (2) ● Υποκ.: σκαφάκι (το): στη σημ. 1. [< αρχ. σκάφος 2: αγγλ. (air)ship] | |
| 46047 | σκαφτιάς | σκα-φτιάς ουσ. (αρσ.) {σκαφτιάδες} (λαϊκό): σκαφέας. | |
| 46048 | σκαφτικός | , ή, ό βλ. σκαπτικός | |
| 46049 | σκαφτός | , ή, ό σκα-φτός επίθ. & (λόγ.) σκαπτός: που έχει σκαφτεί ή φτιαχτεί με σκάψιμο: ~ό: ξύλο (πβ. σκαμμένο).|| ~ό: ηχείο/πλαίσιο. (ΜΟΥΣ., για λαϊκό έγχορδο όργανο) ~ός: μπαγλαμάς/ταμπουράς (: που το ξύλινο κοίλο μέρος του έχει γίνει από μονοκόμματο ξύλο, το οποίο έχει σκαφτεί).|| (μτφ., στο ποδόσφαιρο) ~ό: πλασέ/σουτ (: όταν ο παίκτης δίνει ύψος στην μπάλα, χτυπώντας την χαμηλά, με τη μύτη του ποδιού να ακουμπά στο έδαφος). [< αρχ. σκαπτός ‘σκαμμένος’, σκαφτός 16ος αι.] | |
| 46050 | σκάφτω | βλ. σκάβω | |
| 46051 | σκάψιμο | σκά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {σκαψίμ-ατος | -ατα} 1. βαθύ σκάλισμα του χώματος για την καλλιέργεια της γης: ~ των αμπελιών. ~ και φύτεμα στον κήπο. Εργαλεία ~ατος. 2. άνοιγμα λάκκου στο έδαφος ή δημιουργία κοιλότητας σε σκληρή επιφάνεια: το ~ των θεμελίων. ~ατα για σωληνώσεις.|| ~ του ξύλου. Βλ. χάραγμα. [< μεσν. σκάψιμον] | |
| 46052 | σκάω | σκά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκα -ς, -ει, -με, -τε, -ν(ε), έσκα-γα, έσκα-σα, σκά-σει, σκασμένος, σκάζ-οντας} & (σπάν.) σκάζω 1. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) νιώθω ένταση, πίεση, δυσφορία, σωματική ή ψυχική, τόσο έντονα που δεν αντέχω: Έχει ~σει από την αγωνία/τη δίψα/τη ζέστη (πβ. ανάβω· ΑΝΤ. παγώνω)/την περιέργεια. ~ από τα/στα γέλια (= ξεκαρδίζομαι). Είχε ~σει από το κλάμα (= βαλαντώσει, πλαντάξει). Κοντεύει να ~σει από τη στενοχώρια της (πβ. εκρήγνυμαι). Έφαγα τόσο πολύ, που έχω ~σει (= ~ από το/στο φαΐ, πβ. μπουκώνω, μπουχτίζω). Δεν ~ αν της αρέσω ή όχι. Μη σκας (= στενοχωριέσαι, χολοσκάς) για ασήμαντα πράγματα. Έχει ~σει που δεν μπορεί να ... Δεν ~ με τίποτα (πβ. συγχύζομαι, χαλιέμαι). Βλ. ξε~.|| (ειρων.) ~ από ευτυχία/υγεία (πβ. ξεχειλίζω).|| (οικ.) Αμάν πια … με σκάσατε! Μ' ~σαν (= έφεραν στο αμήν) με τη γκρίνια τους. Πβ. πρήζω, τρελαίνω. 2. χτυπώ σε μια επιφάνεια με δύναμη και θόρυβο: ~σε με το κεφάλι στο πάτωμα/πεζοδρόμιο. Η μπάλα ~ει στο έδαφος (πβ. μπιστάει). Αφρισμένα κύματα που ~νε στην παραλία. ~ει το νερό στα βράχια. Πβ. πέφτω. 3. (προφ.) παύω να μιλώ: Καλά ~, δεν συνεχίζω αυτή την κουβέντα (πβ. σωπαίνω). (με αγένεια) Σκάσε και άκου (πβ. βγάλε το σκασμό, βούλωσ' το, πάψε). 4. (μτφ.-προφ.) καταβάλλω μεγάλο χρηματικό ποσό: Πόσα ~σες για το κινητό; Είχα ~σει πολλά (λεφτά), για να το πάρω. Πβ. πληρώνω. 5. (αργκό) εμφανίζομαι κάπου ξαφνικά: ~σε από το πουθενά. ● σκάει 1. σπάει ξαφνικά, συνήθ. με δύναμη και θόρυβο ή ειδικότ. εκρήγνυται· (για επιφάνεια που) παύει να έχει συνεκτικότητα: ~σε ο θερμοσίφωνας/το λάστιχο (πβ. κλατάρω)/το μπαλόνι. (σπανιότ.) ~σε την μπάλα.|| ~ ο δυναμίτης. Οι κροτίδες/οβίδες/όλμοι ~γαν γύρω τους. ~σαν τα βαρελότα/βεγγαλικά/πυροτεχνήματα. ~σε η βόμβα στα χέρια του.|| ~σε το ταβάνι από την υγρασία. Έχει/έχουν ~σει (= ανοίξει) το δέρμα/τα χείλη μου. 2. προβάλλει, εμφανίζεται ή αποκαλύπτεται: ~ (= ανατέλλει) ο ήλιος στον ορίζοντα. ~νε (: ανθίζουν, ανοίγουν) τα λουλούδια/μπουμπούκια. ~σαν (= βγήκαν) τα δοντάκια του μωρού.|| (μτφ.-προφ.) ~σε η φούσκα των τιμών/χρηματαγορών. ~σε η επιταγή (: αποδείχτηκε ακάλυπτη). Είναι θέμα ημερών να ~σει η βόμβα της παραίτησής του. ~ η είδηση ότι ... ~νε τα σκάνδαλα. ● ΦΡ.: (μπα) που να σκάσεις (και να πλαντάξεις) (προφ.): ως έκφραση οργής και αγανάκτησης: Μπα ~ ~, θες να με εκνευρίσεις βραδιάτικα; ~ ~, δεν θα περάσει το δικό σου (πβ. που να χτυπιέσαι)!, να σκάσουν οι εχθροί μας & να σκάσουν οι οχτροί μας: να σκάσουν από το κακό τους οι εχθροί μας για κάτι θετικό, ευχάριστο που μας συμβαίνει: Άντε, να 'μαστε καλά και ~ ~!, σκάω (ένα) φιλί/χαστούκι (σε κάποιον) (προφ.): τον φιλώ/χαστουκίζω ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει: Μου ~σε (= έριξε) ένα φιλί στα πεταχτά. Πριν προλάβω να το καταλάβω, μου ~ει ένα χαστούκι. , σκάω (ένα) χαμόγελο (προφ.): χαμογελώ: (Μου) ~ει ~ μέχρι τ' αυτιά., σκάω (και) γάιδαρο (προφ.): για εκνευριστική συμπεριφορά, που φέρνει κάποιον στα όρια της υπομονής του: Πω πω, ρε αδερφέ, σκας ~. Η απάθειά του/η επιμονή του ~ει ~ (πβ. με βγάζει από τα ρούχα μου)!, σκάω μούρη (αργκό): εμφανίζομαι. Πβ. σκάω μύτη., τα σκάω (αργκό): πληρώνω συνήθ. τοις μετρητοίς και παρά τη θέλησή μου: Του ~ ~ει κανονικά/χοντρά. ΣΥΝ. τα ακουμπάω (σε κάποιον/κάτι), τη σκάω (σε κάποιον) (προφ.): τον ξεγελώ, κοροϊδεύω· είμαι ασυνεπής απέναντί του: Σας τη σκάσαμε!|| Μας την ~σε και δεν ήρθε στο ραντεβού. ΣΥΝ. του την έφερα, το σκάω (προφ.): φεύγω, συνήθ. κρυφά και βιαστικά, δραπετεύω: Το ~σε από το μάθημα/το σπίτι/τη φυλακή. Το ~σε από την πίσω/πλαϊνή πόρτα.|| (μτφ.) Δεν έχω χρόνο για διακοπές, αλλά κατάφερα να το ~σω για λίγο. ΣΥΝ. την κοπανάω, (σκάει) σαν καρπούζι βλ. καρπούζι, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι βλ. κανόνι, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, όχι (που) θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω) βλ. κάθομαι, σκάει ο τζίτζικας βλ. τζιτζίκι, σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια βλ. ζήλια, σκάω μύτη βλ. μύτη, σκάω το μυστικό (σε κάποιον) βλ. μυστικό, σκάω το παραμύθι (σε κάποιον) βλ. παραμύθι, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό ● βλ. σκασμένος [< μεσν. σκάζω, γαλλ. éclater, crever] | |
| 46053 | σκεβρός | , ή, ό σκε-βρός επίθ.: κυρτωμένος, καμπουριασμένος. Πβ. σκεβρωμένος. | |
| 46054 | σκέβρωμα | σκέ-βρω-μα ουσ. (ουδ.): καμπούριασμα, κύρτωση: ~ του ξύλου. Πβ. πετσικάρισμα. | |
| 46055 | σκεβρώνω | σκε-βρώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκέβρω-σα, σκεβρώ-σει, -μένος}: (μτφ.) (για πρόσ.) χάνω την ευκαμψία μου, καμπουριάζω: Η πλάτη του έχει ~σει από το καθισιό. ~μένος από τα χρόνια. ~μένο: κορμί (πβ. σκεβρός). ● σκεβρώνει: (κυρ. για ξύλο) κυρτώνει, στραβώνει κυρ. από την υγρασία: Οι ντουλάπες/πόρτες έχουν ~σει. ~μένη: κιθάρα. ~μένα: κουφώματα. [< μεσν. σκεβρώνω < μεσν. σκευρίον ΄πορτοφολάκι’ – παλαιότ. ορθογρ. σκευρώνω] | |
| 46056 | σκεδάζει | σκε-δά-ζει ρ. (μτβ.) {σκεδά-στηκε, σκεδαζ-όμενος} (σπάν.): ΦΥΣ. (για υλικό σώμα) αλλάζει τη διεύθυνση της κίνησης φωτεινής ακτίνας ή σωματιδίου: Το άτομο/ηλεκτρόνιο ~ φωτόνια. Οι σταγόνες ~ουν την ακτινοβολία. Το φως ~εται προς óλες τις κατευθύνσεις. Πβ. διασκορπίζω. [< μτγν. σκεδάω 'διασκορπίζω', αγγλ. scatter] | |
| 46057 | σκέδαση | σκέ-δα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. διασκορπισμός φωτεινών ακτίνων ή σωματιδίων, όταν συγκρουστούν με υλικό μέσο και διέλθουν από αυτό: (αν)ελαστική/ηλεκτροµαγνητική ~. (ΓΕΩΦ.) Τροποσφαιρική ~. ~ ηλεκτρονίων/νετρονίων/φωτονίων. Φαινόμενα ~ης. ~ και διάδοση ακουστικών και ελαστικών κυμάτων. Πβ. σκεδασμός. Βλ. ανάκλαση, διάθλαση, διάχυση. [< αρχ. σκέδασις 'διασκορπισμός', αγγλ. scattering] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ