Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46580-46600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46027σκατολόγημασκα-το-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. σκατολογήματα} (προφ.-μειωτ.): οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο, χωρίς καμία αξία. Βλ. παλιό-, σκατό-πραμα.
46028σκατολογίασκα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. χυδαιολογία που περιλαμβάνει λέξεις σχετικές με περιττώματα. Πβ. βωμολοχία. Βλ. -λογία. 2. (μειωτ.) ανούσια λόγια, ανοησίες. Πβ. μπαρουφο-, μπουρδο-λογία. [< γαλλ. scatologie, αγγλ. scatology]
46029σκατολογικός, ή, ό σκα-το-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκατολογία: ~ά: αστεία. ~ό χιούμορ χαμηλού επιπέδου. [< γαλλ. scatologique , αγγλ. scatological]
46030σκατόμυγασκα-τό-μυ-γα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μεγάλη μύγα που τρέφεται με ακαθαρσίες· (γενικότ., για δήλωση αηδίας) κάθε μύγα.
46031σκατόπαιδοσκα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): δύστροπο, κακομαθημένο παιδί: Είσαι ~. Γέλαγε/μυξόκλαιγε το ~. Πβ. βρομό-, κωλό-, παλιό-παιδο, τσογλάνι.|| (οικ.) Τι κάνεις, βρε ~;
46032σκατόπραμασκα-τό-πρα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): πράγμα πολύ κακής ποιότητας: Θέλω να ξεφορτωθώ αυτό το ~.|| (για πρόσ., υβριστ.) Μη μιλάς, ~ (= άθλιε, βρομιάρη)!
46033σκατουλής, -ιά, -ί σκα-του-λής επίθ. (προφ.): σκατής: (κ. ως ουσ.) Το ~ί (: το αντίστοιχο χρώμα). Πβ. καφετής.
46034σκατούλικοσκα-τού-λι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-χαϊδευτ.): ζωηρό παιδάκι: Δείτε τι κάνει το ~! Πβ. παλιό-, σκατό-παιδο.
46035σκατοφαγίασκα-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κοπροφαγία. Βλ. -φαγία. [< πβ. αγγλ. scatophagy]
46036σκατόφατσασκα-τό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. ασχημόφατσα: Έχει μία ~!|| (συνεκδ.) Είναι ~. Πβ. ασχημομούρης. ΣΥΝ. παλιόφατσα (2) 2. παλιοχαρακτήρας, μοχθηρός.
46037σκατόψυχος, η, ο σκα-τό-ψυ-χος επίθ. (υβριστ.): (για πρόσ.) που έχει σκληρό και κακό χαρακτήρα. Βλ. -ψυχος.
46038σκάτωμασκά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) μεγάλη αποτυχία. 2. λέρωμα από περιττώματα.
46039σκατώνωσκα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκάτω-σα, παθ. μτχ. σκατω-μένος} (προφ.): βρομίζω κάτι με περιττώματα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τα σκατώνω/τα σκάτωσε (μτφ.-προφ.): αποτυγχάνω πλήρως: Στη θεωρία είμαι καλή, στην πράξη ~ ~. Τα ~σε (= τα μούσκεψε) στο διαγώνισμα. ΣΥΝ. τα θαλασσώνω, τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο [< μεσν. σκατώνω]
46040σκάφανδροσκά-φαν-δρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνδρου}: αδιάβροχη, στεγανή στολή και εξάρτυση δύτη ή αστροναύτη· ειδικότ. συσκευή που αποτελείται από μια ή περισσότερες φιάλες αέρα υπό πίεση και επιτρέπει στον δύτη να αναπνέει κάτω από το νερό: αυτόνομο/καταδυτικό ~.|| Διαστημικό ~. [< γαλλ. scaphandre, αγγλ. scaphander]
46041σκαφάτος, η, ο [σκαφᾶτος] σκα-φά-τος επίθ./ουσ. (προφ.-συνήθ. ειρων.): (για πρόσ.) που έχει σκάφος αναψυχής: ~οι: παραθεριστές. Βλ. -άτος.
46042σκαφέας

σκα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {σκαφ-είς} (επίσ.): εργάτης που σκάβει. ΣΥΝ. σκαφτιάς [< αρχ. σκαφεύς]

46043σκάφησκά-φη ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) μεγάλο μακρόστενο και βαθουλωτό οικιακό σκεύος με διάφορες χρήσεις: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική/τσίγκινη ~. Η ~ του ζυμώματος. ~ ποτίσματος ζώων. Έπλεναν τα ρούχα σε ~. Έκανε μπάνιο σε ~. Τα απόνερα της ~ης. 2. ΜΟΥΣ. σκάφος. ● Υποκ.: σκαφίδι (το), σκαφίτσα & σκαφούλα (η) ● ΦΡ.: λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη βλ. σύκο [< 1: αρχ. σκάφη]
46044σκαφοειδής, ής, ές σκα-φο-ει-δής επίθ. (επιστ.): κοίλος: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ής: βόθρος/θώρακας/σύνδεσμος. ~ής: παραμόρφωση. (ως ουσ.) Το ~ές (ενν. οστό του καρπού).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Κτίσματα με ~ή θόλο. Βλ. -ειδής. [< μτγν. σκαφοειδής, γαλλ. scaphoïde, αγγλ. scaphoid]
46045σκαφόποδασκα-φό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σκαφόποδο}: ΖΩΟΛ. θαλάσσια μαλάκια (επιστ. ονομασ. Scaphopoda) με λευκό συνήθ. κέλυφος που μοιάζει με σωλήνα. Βλ. γαστερό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. scaphopodes, αγγλ. scaphopods]
46046σκάφοςσκά-φος ουσ. (ουδ.) {σκάφ-ους | -η, -ών} (επίσ.) 1. γενική ονομασία μικρού ή μεγάλου πλοίου: αλιευτικό/εκπαιδευτικό/ερευνητικό/ιστιοπλοϊκό/ταχύπλοο/τουριστικό/υποβρύχιο/φουσκωτό/ωκεανογραφικό ~. ~ αναψυχής/ανοικτής θαλάσσης/καταδύσεων. Πλήρωμα ~ους. Ρυμούλκηση ακυβέρνητου ~ους. Διακοπές με ~. Ναυλώνω/νοικιάζω ~. Ο κυβερνήτης χειρίζεται το ~. Έδεσε το ~ στο αγκυροβόλιο. Πρόσβαση με ~ σε παραλίες. Ταξίδι με ιδιόκτητο ή ναυλωμένο ~. Πβ. πλεούμενο, σκαρί. Βλ. βαθυ~. 2. αεροσκάφος ή διαστημόπλοιο: διαστημικό/ρομποτικό ~. Το ~ απογειώθηκε/προσγειώθηκε (πβ. αεροπλάνο). 3. (μτφ.) οργανισμός ή θεσμός που έχει να επιτελέσει ορισμένο έργο: το ~ της Εκκλησίας/κυβέρνησης/Πολιτείας. Το κλυδωνιζόμενο ~ του κόμματος/κράτους. Ηγέτης/πρωθυπουργός που οδηγεί το ~. 4. ΜΟΥΣ. κοίλο σκαφτό σώμα έγχορδου μουσικού οργάνου (κιθάρας, λύρας, μαντολίνου, μπουζουκιού), ηχείο: βαθύ/μεταλλικό/πλατύ/στενό/στρογγυλό ~. ΣΥΝ. σκάφη (2) ● Υποκ.: σκαφάκι (το): στη σημ. 1. [< αρχ. σκάφος 2: αγγλ. (air)ship]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.