Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46600-46620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46058σκεδασμόςσκε-δα-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): διασκορπισμός· ειδικότ. σκέδαση. ~ του φωτός. [< μτγν. σκεδασμός]
46059σκέιτμπορντ & σκέιτ-μπορντσκέ-ιτ-μπορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκέιτ: μακρόστενη σανίδα με ροδάκια, πάνω στην οποία, ισορροπώντας, μπορεί κάποιος να κινείται και να εκτελεί ακροβατικές φιγούρες· το αντίστοιχο σπορ: πίστα ~. Κάνει ~. Βλ. πατίνι, ρόλερ. [< αμερικ. skateboard, 1953, γαλλ. skate-board, 1977]
46060σκελέασκε-λέ-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. μακρύ ανδρικό εσώρουχο. Βλ. περισκελίδα. [< αρχ. σκέλεαι ‘βράκες’]
46061σκέλεθροσκέ-λε-θρο ουσ. (ουδ.) {σκελέθρ-ου} (λογοτ.) 1. σκελετός νεκρού. 2. (μτφ.-επιτατ.) πολύ αδύνατος άνθρωπος. Πβ. πετσί και κόκαλο. [< ιταλ. scheletro]
46062σκελεθρωμένος, η, ο σκε-λε-θρω-μέ-νος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): σκελετωμένος. ΣΥΝ. κάτισχνος, κοκαλιάρης
46063σκελετά(τα): βλ. σκελετός
46064σκελετικός, ή, ό σκε-λε-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον σκελετό: ~ός: ιστός/πόνος. ~ή: ανάπτυξη/ανθρωπολογία/δομή/δυσπλασία/έλξη/υγεία. ~ό: σύστημα.|| (ΑΝΘΡΩΠ.) ~ά: απολιθώματα/ευρήματα. Βλ. μυο~. ● ΣΥΜΠΛ.: σκελετικός/γραμμωτός μυς βλ. μυς [< γαλλ. squelettique, αγγλ. skeletal]
46065σκελετόςσκε-λε-τός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των οστών και των συνδετικών ιστών του σώματος (ή τμήματος, μέλους του) ανθρώπων και σπονδυλωτών συνήθ. ζώων, που αποτελεί τη βασική δομή στήριξής του: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ο χόνδρινος και ο οστέινος ~ της μύτης. Ο ~ του άνω άκρου. Κακώσεις/νοσήματα του ~ού. Βλ. εξω~, κυτταρο~.|| (προφ.) Άνθρωπος με βαρύ/ελαφρύ ~ό.|| (για νεκρό οργανισμό που έχει αποσυντεθεί:) Ο ~ του προϊστορικού ελέφαντα/μαμούθ. Ανακαλύφθηκε/βρέθηκε στην ανασκαφή ανθρώπινος ~. Πβ. σκέλεθρο. 2. (μτφ.) αποστεωμένος άνθρωπος: Έχει γίνει/μείνει ~. Πβ. κάτισχνος, κοκαλιάρης, πετσί και κόκαλο, φάντασμα. 3. {σπάν. πληθ. (λαϊκό) σκελετά (τα)} βασικό τμήμα υλικής κατασκευής, που τη στηρίζει και της δίνει σχήμα: οικοδομικός ~. Μεταλλικός/μπετονένιος/τσιμεντένιος ~ κτιρίου. ~ από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ξύλινος ~ στέγης. Σπίτια με χαλύβδινο ~ό. Ο δομικός ~ αποτελείται από κολόνες και δοκάρια.|| Χειροκίνητες πολυθρόνες με ατσάλινο ~ό. Κινητό τηλέφωνο με λεπτό ~ό. (σε όχημα ή σκάφος) Ο ~ του αυτοκινήτου/πλοίου (πβ. σκαρί)/ποδηλάτου. (σε ομπρέλα θαλάσσης) ~ από αλουμίνιο. Πβ. φέρων οργανισμός. 4. (μτφ.) βαθύτερη δομή κειμένου ή έργου, τα βασικά σημεία του: ο ~ της εργασίας/της ιστορίας/του μαθήματος/του σεναρίου. Πβ. καμβάς, σχεδιάγραμμα. 5. (ειδικότ.) το πλαίσιο των γυαλιών (οράσεως ή ηλίου) που προσαρμόζεται στο πρόσωπο και συγκρατεί τους φακούς: κοκάλινος/μεταλλικός/πλαστικός/χρυσός ~. ~οί τιτανίου. [< 1: μτγν. σκελετός, γαλλ. squelette, αγγλ. skeleton 5: αγγλ. frame]
46066σκελετώδης, ης, ες σκε-λε-τώ-δης επίθ. {σκελετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με σκελετό, που είναι πολύ αδύνατος: ~η: χέρια. Πβ. κάτισχνος, πετσί και κόκαλο, σκελετωμένος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. σκελετώδης]
46067σκελετωμένος, η, ο σκε-λε-τω-μέ-νος επίθ.: που έχει γίνει σκελετός· που είναι πάρα πολύ αδύνατος: ~ο: πτώμα.|| (μτφ.) ~ο: ζώο/κορμί/μπράτσο/πρόσωπο/χέρι. ~οι: άνθρωποι. ~ες: φιγούρες. ~α: παιδιά. ΣΥΝ. κάτισχνος, σκελεθρωμένος. Πβ. οστεώδης, σκελετώδης. [< γαλλ. squelettique]
46069σκέλιασκέ-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, συνήθ. στη ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη (μτφ.): νικημένος και ταπεινωμένος: Φεύγει με ~ ~. Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε. [< αρχ. σκέλος]
46070σκελίδασκε-λί-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκελίδι (το): καθεμιά από τις μικρές φέτες που αποτελούν την κεφαλή του σκόρδου: (ΜΑΓΕΙΡ.) λιωμένη ~. Ξεφλουδίζουμε/τσιγαρίζουμε/ψιλοκόβουμε τις ~ες. [< μεσν. σκελίδα, σκελίδι < πβ. μτγν. σκελίς ‘πλευρό του βοδιού’]
46071σκέλοςσκέ-λος ουσ. (ουδ.) {σκέλ-ους | -η, -ών} 1. (μτφ.) καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα σύνολο: το πρώτο/δεύτερο ~ της ερώτησης/της ομιλίας/της σύμβασης/του σχεδίου. Το στρατιωτικό ~ του ΝΑΤΟ. Το δικαστικό/πολιτικό ~ μιας υπόθεσης (= η πλευρά). Τα ~η του DNA. Πβ. τμήμα. 2. (λόγ.) πόδι ανθρώπου ή τετράποδου· οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: Λυγίστε τα ~η. Οπίσθια ~η σκύλου.|| Το κινούμενο/σταθερό ~ του διαβήτη. Βιδωτές γωνίες με κοντά ~η. ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη βλ. σκέλια [< αρχ. σκέλος]
46072σκεμπέςσκε-μπές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πεταχτή και χαλαρή κοιλιά ανθρώπου· συνεκδ. κοιλαράς. 2. κοιλιά ή στομάχι σφάγιου από το οποίο φτιάχνεται ο πατσάς. Βλ. -ές. ● Υποκ.: σκεμπεδάκι (το): στη σημ. 1. [< τουρκ. işkembe]
46073σκεπάζωσκε-πά-ζω ρ. (μτβ.) {σκέπα-σα, σκεπά-σει, -στηκα, -στεί, προστ. σκεπά-σου/-στείτε, μτχ. -σμένος, σκεπάζ-οντας} 1. καλύπτω πλήρως ή εν μέρει κάτι (αντικείμενο, επιφάνεια ή χώρο) ή κάποιον: ~σε την κατσαρόλα. Διπλώνουμε το φύλλο, ώστε να ~σει τη γέμιση. Το χαλίκι ~στηκε με πίσσα. Ομίχλη/σκόνη ~σε την πόλη (= απλώθηκε). Αμάξι ~σμένο με χιόνι. Βουνά ~σμένα με δάση.|| Οι κερκίδες θα ~στούν (πβ. στεγάζω). (κατ' επέκτ.) Ο πλάτανος ~ει την πλατεία.|| ~σε τη γύμνια/το πρόσωπό του. Να σε ~σω με το παλτό μου; ~στηκα με την κουβέρτα/το σεντόνι. ~σου καλά, κάνει κρύο. 2. (μτφ.) συγκαλύπτω: Συμφωνία που "~ει" το σκάνδαλο. Προσπαθούσε να ~σει τα λάθη του/την υπόθεση. Πβ. αποκρύπτω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) 3. (μτφ.) δεν αφήνω κάτι να ακουστεί: Ο θρήνος ~σε τις ιαχές. Τα λόγια της ~στηκαν από το χειροκρότημα. ● ΦΡ.: τα σκεπάζω (μτφ.-προφ.): αποκρύπτω κάτι μεμπτό: Δεν ~ ~, παραδέχομαι ότι φταίω. ΣΥΝ. τα κουκουλώνω, (ας/να είναι) ελαφρύ/ελαφρό το χώμα που σε/τον σκεπάζει βλ. ελαφρύς [< 1: αρχ. σκεπάζω, γαλλ. couvrir 2: γαλλ. étouffer]
46074σκεπάρνισκε-πάρ-νι ουσ. (ουδ.) & σκερπάνι (προφ.): κοπτικό ξυλουργικό ή οικοδομικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλική λεπίδα: ● ΦΡ.: (καμαρώνει σαν) γύφτικο σκεπάρνι (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάποιον που υπερηφανεύεται υπερβολικά και με επιδεικτικό τρόπο, συνήθ. χωρίς να το αξίζει ή χωρίς εύλογη αιτία: Κοκορεύεται σαν ~ ~. [< μεσν. σκεπάρνιν]
46075σκεπάςσκε-πάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) & σκεπατζής: τεχνίτης που κατασκευάζει ή/και επισκευάζει σκεπές.
46076σκέπασμασκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {σκεπάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ολική ή μερική κάλυψη σώματος, επιφάνειας, χώρου: ~ του ασθενούς/παιδιού με κουβέρτες. ΑΝΤ. ξεσκέπασμα 2. αντικείμενο με το οποίο καλύπτεται κάτι: ξύλινο ~. ~ κανάτας/κουτιού/μπουκαλιού (πβ. πώμα). Αντικολλητικό τηγάνι με ~. Αφαιρώ/βγάζω το ~. ΣΥΝ. κάλυμμα, καπάκι (1) 3. (σπάν.-μτφ.) συγκάλυψη, απόκρυψη: ~ των προβλημάτων/της υπόθεσης. Πβ. κουκούλωμα.σκεπάσματα (τα): σεντόνια, κουβέρτες και παπλώματα: βαριά/ελαφρά ~. ~ κρεβατιού (= κλινο~). [< αρχ. σκέπασμα ‘κάλυμμα, προφύλαξη, προστασία’]
46077σκεπαστικός, ή, ό σκε-πα-στι-κός επίθ. (σπάν.-μτφ.): (σε εκκλησιαστικά κείμενα) που σκεπάζει, προστατεύει: η ~ή δύναμη/χάρη του Θεού. [< μτγν. σκεπαστικός]
46078σκεπαστός, ή, ό σκε-πα-στός επίθ.: (κυρ. για χώρο) σκεπασμένος: ~ός: διάδρομος/θόλος/ναός (πβ. στεγασμένος). ~ή: αγορά/αποθήκη/εξέδρα/κερκίδα. ~ό: αίθριο/κτίσμα/μπαλκόνι/πάρκινγκ/πέρασμα. ~ά: αμπέλια. (ως ουσ.) Το ~ό.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σιγοβράζουμε με ~ή κατσαρόλα για ... λεπτά. ~ή: πίτσα (= καλτσόνε). [< μτγν. σκεπαστός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.