Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46600-46620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46048σκαφτικός, ή, ό βλ. σκαπτικός
46049σκαφτός, ή, ό σκα-φτός επίθ. & (λόγ.) σκαπτός: που έχει σκαφτεί ή φτιαχτεί με σκάψιμο: ~ό: ξύλο (πβ. σκαμμένο).|| ~ό: ηχείο/πλαίσιο. (ΜΟΥΣ., για λαϊκό έγχορδο όργανο) ~ός: μπαγλαμάς/ταμπουράς (: που το ξύλινο κοίλο μέρος του έχει γίνει από μονοκόμματο ξύλο, το οποίο έχει σκαφτεί).|| (μτφ., στο ποδόσφαιρο) ~ό: πλασέ/σουτ (: όταν ο παίκτης δίνει ύψος στην μπάλα, χτυπώντας την χαμηλά, με τη μύτη του ποδιού να ακουμπά στο έδαφος). [< αρχ. σκαπτός ‘σκαμμένος’, σκαφτός 16ος αι.]
46050σκάφτωβλ. σκάβω
46051σκάψιμοσκά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {σκαψίμ-ατος | -ατα} 1. βαθύ σκάλισμα του χώματος για την καλλιέργεια της γης: ~ των αμπελιών. ~ και φύτεμα στον κήπο. Εργαλεία ~ατος. 2. άνοιγμα λάκκου στο έδαφος ή δημιουργία κοιλότητας σε σκληρή επιφάνεια: το ~ των θεμελίων. ~ατα για σωληνώσεις.|| ~ του ξύλου. Βλ. χάραγμα. [< μεσν. σκάψιμον]
46052σκάωσκά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκα -ς, -ει, -με, -τε, -ν(ε), έσκα-γα, έσκα-σα, σκά-σει, σκασμένος, σκάζ-οντας} & (σπάν.) σκάζω 1. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) νιώθω ένταση, πίεση, δυσφορία, σωματική ή ψυχική, τόσο έντονα που δεν αντέχω: Έχει ~σει από την αγωνία/τη δίψα/τη ζέστη (πβ. ανάβω· ΑΝΤ. παγώνω)/την περιέργεια. ~ από τα/στα γέλια (= ξεκαρδίζομαι). Είχε ~σει από το κλάμα (= βαλαντώσει, πλαντάξει). Κοντεύει να ~σει από τη στενοχώρια της (πβ. εκρήγνυμαι). Έφαγα τόσο πολύ, που έχω ~σει (= ~ από το/στο φαΐ, πβ. μπουκώνω, μπουχτίζω). Δεν ~ αν της αρέσω ή όχι. Μη σκας (= στενοχωριέσαι, χολοσκάς) για ασήμαντα πράγματα. Έχει ~σει που δεν μπορεί να ... Δεν ~ με τίποτα (πβ. συγχύζομαι, χαλιέμαι). Βλ. ξε~.|| (ειρων.) ~ από ευτυχία/υγεία (πβ. ξεχειλίζω).|| (οικ.) Αμάν πια … με σκάσατε! Μ' ~σαν (= έφεραν στο αμήν) με τη γκρίνια τους. Πβ. πρήζω, τρελαίνω. 2. χτυπώ σε μια επιφάνεια με δύναμη και θόρυβο: ~σε με το κεφάλι στο πάτωμα/πεζοδρόμιο. Η μπάλα ~ει στο έδαφος (πβ. μπιστάει). Αφρισμένα κύματα που ~νε στην παραλία. ~ει το νερό στα βράχια. Πβ. πέφτω. 3. (προφ.) παύω να μιλώ: Καλά ~, δεν συνεχίζω αυτή την κουβέντα (πβ. σωπαίνω). (με αγένεια) Σκάσε και άκου (πβ. βγάλε το σκασμό, βούλωσ' το, πάψε). 4. (μτφ.-προφ.) καταβάλλω μεγάλο χρηματικό ποσό: Πόσα ~σες για το κινητό; Είχα ~σει πολλά (λεφτά), για να το πάρω. Πβ. πληρώνω. 5. (αργκό) εμφανίζομαι κάπου ξαφνικά: ~σε από το πουθενά.σκάει 1. σπάει ξαφνικά, συνήθ. με δύναμη και θόρυβο ή ειδικότ. εκρήγνυται· (για επιφάνεια που) παύει να έχει συνεκτικότητα: ~σε ο θερμοσίφωνας/το λάστιχο (πβ. κλατάρω)/το μπαλόνι. (σπανιότ.) ~σε την μπάλα.|| ~ ο δυναμίτης. Οι κροτίδες/οβίδες/όλμοι ~γαν γύρω τους. ~σαν τα βαρελότα/βεγγαλικά/πυροτεχνήματα. ~σε η βόμβα στα χέρια του.|| ~σε το ταβάνι από την υγρασία. Έχει/έχουν ~σει (= ανοίξει) το δέρμα/τα χείλη μου. 2. προβάλλει, εμφανίζεται ή αποκαλύπτεται: ~ (= ανατέλλει) ο ήλιος στον ορίζοντα. ~νε (: ανθίζουν, ανοίγουν) τα λουλούδια/μπουμπούκια. ~σαν (= βγήκαν) τα δοντάκια του μωρού.|| (μτφ.-προφ.) ~σε η φούσκα των τιμών/χρηματαγορών. ~σε η επιταγή (: αποδείχτηκε ακάλυπτη). Είναι θέμα ημερών να ~σει η βόμβα της παραίτησής του. ~ η είδηση ότι ... ~νε τα σκάνδαλα. ● ΦΡ.: (μπα) που να σκάσεις (και να πλαντάξεις) (προφ.): ως έκφραση οργής και αγανάκτησης: Μπα ~ ~, θες να με εκνευρίσεις βραδιάτικα; ~ ~, δεν θα περάσει το δικό σου (πβ. που να χτυπιέσαι)!, να σκάσουν οι εχθροί μας & να σκάσουν οι οχτροί μας: να σκάσουν από το κακό τους οι εχθροί μας για κάτι θετικό, ευχάριστο που μας συμβαίνει: Άντε, να 'μαστε καλά και ~ ~!, σκάω (ένα) φιλί/χαστούκι (σε κάποιον) (προφ.): τον φιλώ/χαστουκίζω ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει: Μου ~σε (= έριξε) ένα φιλί στα πεταχτά. Πριν προλάβω να το καταλάβω, μου ~ει ένα χαστούκι. , σκάω (ένα) χαμόγελο (προφ.): χαμογελώ: (Μου) ~ει ~ μέχρι τ' αυτιά., σκάω (και) γάιδαρο (προφ.): για εκνευριστική συμπεριφορά, που φέρνει κάποιον στα όρια της υπομονής του: Πω πω, ρε αδερφέ, σκας ~. Η απάθειά του/η επιμονή του ~ει ~ (πβ. με βγάζει από τα ρούχα μου)!, σκάω μούρη (αργκό): εμφανίζομαι. Πβ. σκάω μύτη., τα σκάω (αργκό): πληρώνω συνήθ. τοις μετρητοίς και παρά τη θέλησή μου: Του ~ ~ει κανονικά/χοντρά. ΣΥΝ. τα ακουμπάω (σε κάποιον/κάτι), τη σκάω (σε κάποιον) (προφ.): τον ξεγελώ, κοροϊδεύω· είμαι ασυνεπής απέναντί του: Σας τη σκάσαμε!|| Μας την ~σε και δεν ήρθε στο ραντεβού. ΣΥΝ. του την έφερα, το σκάω (προφ.): φεύγω, συνήθ. κρυφά και βιαστικά, δραπετεύω: Το ~σε από το μάθημα/το σπίτι/τη φυλακή. Το ~σε από την πίσω/πλαϊνή πόρτα.|| (μτφ.) Δεν έχω χρόνο για διακοπές, αλλά κατάφερα να το ~σω για λίγο. ΣΥΝ. την κοπανάω, (σκάει) σαν καρπούζι βλ. καρπούζι, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι βλ. κανόνι, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, όχι (που) θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω) βλ. κάθομαι, σκάει ο τζίτζικας βλ. τζιτζίκι, σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια βλ. ζήλια, σκάω μύτη βλ. μύτη, σκάω το μυστικό (σε κάποιον) βλ. μυστικό, σκάω το παραμύθι (σε κάποιον) βλ. παραμύθι, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό ● βλ. σκασμένος [< μεσν. σκάζω, γαλλ. éclater, crever]
46053σκεβρός, ή, ό σκε-βρός επίθ.: κυρτωμένος, καμπουριασμένος. Πβ. σκεβρωμένος.
46054σκέβρωμασκέ-βρω-μα ουσ. (ουδ.): καμπούριασμα, κύρτωση: ~ του ξύλου. Πβ. πετσικάρισμα.
46055σκεβρώνωσκε-βρώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκέβρω-σα, σκεβρώ-σει, -μένος}: (μτφ.) (για πρόσ.) χάνω την ευκαμψία μου, καμπουριάζω: Η πλάτη του έχει ~σει από το καθισιό. ~μένος από τα χρόνια. ~μένο: κορμί (πβ. σκεβρός).σκεβρώνει: (κυρ. για ξύλο) κυρτώνει, στραβώνει κυρ. από την υγρασία: Οι ντουλάπες/πόρτες έχουν ~σει. ~μένη: κιθάρα. ~μένα: κουφώματα. [< μεσν. σκεβρώνω < μεσν. σκευρίον ΄πορτοφολάκι’ – παλαιότ. ορθογρ. σκευρώνω]
46056σκεδάζεισκε-δά-ζει ρ. (μτβ.) {σκεδά-στηκε, σκεδαζ-όμενος} (σπάν.): ΦΥΣ. (για υλικό σώμα) αλλάζει τη διεύθυνση της κίνησης φωτεινής ακτίνας ή σωματιδίου: Το άτομο/ηλεκτρόνιο ~ φωτόνια. Οι σταγόνες ~ουν την ακτινοβολία. Το φως ~εται προς óλες τις κατευθύνσεις. Πβ. διασκορπίζω. [< μτγν. σκεδάω 'διασκορπίζω', αγγλ. scatter]
46057σκέδασησκέ-δα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. διασκορπισμός φωτεινών ακτίνων ή σωματιδίων, όταν συγκρουστούν με υλικό μέσο και διέλθουν από αυτό: (αν)ελαστική/ηλεκτροµαγνητική ~. (ΓΕΩΦ.) Τροποσφαιρική ~. ~ ηλεκτρονίων/νετρονίων/φωτονίων. Φαινόμενα ~ης. ~ και διάδοση ακουστικών και ελαστικών κυμάτων. Πβ. σκεδασμός. Βλ. ανάκλαση, διάθλαση, διάχυση. [< αρχ. σκέδασις 'διασκορπισμός', αγγλ. scattering]
46058σκεδασμόςσκε-δα-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): διασκορπισμός· ειδικότ. σκέδαση. ~ του φωτός. [< μτγν. σκεδασμός]
46059σκέιτμπορντ & σκέιτ-μπορντσκέ-ιτ-μπορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκέιτ: μακρόστενη σανίδα με ροδάκια, πάνω στην οποία, ισορροπώντας, μπορεί κάποιος να κινείται και να εκτελεί ακροβατικές φιγούρες· το αντίστοιχο σπορ: πίστα ~. Κάνει ~. Βλ. πατίνι, ρόλερ. [< αμερικ. skateboard, 1953, γαλλ. skate-board, 1977]
46060σκελέασκε-λέ-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. μακρύ ανδρικό εσώρουχο. Βλ. περισκελίδα. [< αρχ. σκέλεαι ‘βράκες’]
46061σκέλεθροσκέ-λε-θρο ουσ. (ουδ.) {σκελέθρ-ου} (λογοτ.) 1. σκελετός νεκρού. 2. (μτφ.-επιτατ.) πολύ αδύνατος άνθρωπος. Πβ. πετσί και κόκαλο. [< ιταλ. scheletro]
46062σκελεθρωμένος, η, ο σκε-λε-θρω-μέ-νος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): σκελετωμένος. ΣΥΝ. κάτισχνος, κοκαλιάρης
46063σκελετά(τα): βλ. σκελετός
46064σκελετικός, ή, ό σκε-λε-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον σκελετό: ~ός: ιστός/πόνος. ~ή: ανάπτυξη/ανθρωπολογία/δομή/δυσπλασία/έλξη/υγεία. ~ό: σύστημα.|| (ΑΝΘΡΩΠ.) ~ά: απολιθώματα/ευρήματα. Βλ. μυο~. ● ΣΥΜΠΛ.: σκελετικός/γραμμωτός μυς βλ. μυς [< γαλλ. squelettique, αγγλ. skeletal]
46065σκελετόςσκε-λε-τός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των οστών και των συνδετικών ιστών του σώματος (ή τμήματος, μέλους του) ανθρώπων και σπονδυλωτών συνήθ. ζώων, που αποτελεί τη βασική δομή στήριξής του: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ο χόνδρινος και ο οστέινος ~ της μύτης. Ο ~ του άνω άκρου. Κακώσεις/νοσήματα του ~ού. Βλ. εξω~, κυτταρο~.|| (προφ.) Άνθρωπος με βαρύ/ελαφρύ ~ό.|| (για νεκρό οργανισμό που έχει αποσυντεθεί:) Ο ~ του προϊστορικού ελέφαντα/μαμούθ. Ανακαλύφθηκε/βρέθηκε στην ανασκαφή ανθρώπινος ~. Πβ. σκέλεθρο. 2. (μτφ.) αποστεωμένος άνθρωπος: Έχει γίνει/μείνει ~. Πβ. κάτισχνος, κοκαλιάρης, πετσί και κόκαλο, φάντασμα. 3. {σπάν. πληθ. (λαϊκό) σκελετά (τα)} βασικό τμήμα υλικής κατασκευής, που τη στηρίζει και της δίνει σχήμα: οικοδομικός ~. Μεταλλικός/μπετονένιος/τσιμεντένιος ~ κτιρίου. ~ από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ξύλινος ~ στέγης. Σπίτια με χαλύβδινο ~ό. Ο δομικός ~ αποτελείται από κολόνες και δοκάρια.|| Χειροκίνητες πολυθρόνες με ατσάλινο ~ό. Κινητό τηλέφωνο με λεπτό ~ό. (σε όχημα ή σκάφος) Ο ~ του αυτοκινήτου/πλοίου (πβ. σκαρί)/ποδηλάτου. (σε ομπρέλα θαλάσσης) ~ από αλουμίνιο. Πβ. φέρων οργανισμός. 4. (μτφ.) βαθύτερη δομή κειμένου ή έργου, τα βασικά σημεία του: ο ~ της εργασίας/της ιστορίας/του μαθήματος/του σεναρίου. Πβ. καμβάς, σχεδιάγραμμα. 5. (ειδικότ.) το πλαίσιο των γυαλιών (οράσεως ή ηλίου) που προσαρμόζεται στο πρόσωπο και συγκρατεί τους φακούς: κοκάλινος/μεταλλικός/πλαστικός/χρυσός ~. ~οί τιτανίου. [< 1: μτγν. σκελετός, γαλλ. squelette, αγγλ. skeleton 5: αγγλ. frame]
46066σκελετώδης, ης, ες σκε-λε-τώ-δης επίθ. {σκελετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με σκελετό, που είναι πολύ αδύνατος: ~η: χέρια. Πβ. κάτισχνος, πετσί και κόκαλο, σκελετωμένος. Βλ. -ώδης. [< μτγν. σκελετώδης]
46067σκελετωμένος, η, ο σκε-λε-τω-μέ-νος επίθ.: που έχει γίνει σκελετός· που είναι πάρα πολύ αδύνατος: ~ο: πτώμα.|| (μτφ.) ~ο: ζώο/κορμί/μπράτσο/πρόσωπο/χέρι. ~οι: άνθρωποι. ~ες: φιγούρες. ~α: παιδιά. ΣΥΝ. κάτισχνος, σκελεθρωμένος. Πβ. οστεώδης, σκελετώδης. [< γαλλ. squelettique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.