| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46079 | σκέπαστρο | σκέ-πα-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άστρου}: κατασκευή με την οποία καλύπτεται ή προστατεύεται ανοιχτός χώρος: αλουμινένιο/αντηλιακό/γυάλινο/ξύλινο ~. Μεταλλικά/συρόμενα ~α. Μπαλκόνια με ~. Τοποθετήθηκε ~ στο γήπεδο. ~α αυτοκινήτων/επαγγελματικών χώρων/πάρκινγκ/πισίνας/για στάσεις λεωφορείων. Πβ. στέγαστρο, υπόστεγο. Βλ. πέργκολα, -τρο. [< μτγν. σκέπαστρον ‘κάλυμμα, πέπλο’] | |
| 46080 | σκέπη | σκέ-πη ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) προστασία: θεία ~. Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου. 2. ΒΙΟΛ. λεπτός, λιπώδης υμένας που καλύπτει όργανα ζώων, συνήθ. τα εντόσθιά τους: ~ αρνιού. Πβ. μπόλια, περιτόναιο. 3. ΛΑΟΓΡ.-ΕΚΚΛΗΣ. κάλυμμα κεφαλής (σε γυναικείες παραδοσιακές ενδυμασίες) ή θαυματουργής εικόνας. ● ΦΡ.: υπό τη(ν) σκέπη(ν) & κάτω από τη σκέπη (λόγ.): κάτω από τη μέριμνα, τη φροντίδα, την προστασία: ~ ~ της εξουσίας/του Οικουμενικού Πατριαρχείου/της Πολιτείας. Βρέθηκε/είναι/τέθηκε ~ ~ του ... Συνομιλίες ~ ~ των Ηνωμένων Εθνών. Βλ. υπό την αιγίδα. [< αρχ. σκέπη ‘κάλυμμα, προστασία’] | |
| 46081 | σκεπή | σκε-πή ουσ. (θηλ.): στέγη: δίριχτη/επίπεδη/θολωτή/ξύλινη (= ξυλο~) ~. Κεκλιμένες/πέτρινες ~ές. ~ από κεραμίδια (= κεραμο~)/σχιστολιθικές πλάκες. Τοποθετήθηκε ~. Ξυλεία/πλάκες για ~ές. Βλ. αχυρο~.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ (= ο ουρανός) του αυτοκινήτου. Τουριστικό λεωφορείο με ανοιχτή ~. Πβ. οροφή. ● Υποκ.: σκεπούλα (η) [< αρχ. σκέπη] | |
| 46083 | σκεπτικισμός | σκε-πτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αντιμετώπιση προσώπων, καταστάσεων με δυσπιστία, αμφιβολία, καχυποψία ή και απαισιοδοξία: διάχυτος/έντονος/επιστημονικός ~. ~-προβληματισμός για ... Αντιμετωπίζει/βλέπει την πρότασή του με επιφύλαξη και ~ό. Μέτρα που προκαλούν ~ό. Βλ. ευρω~. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται τη δυνατότητα της βεβαιότητας και αμφισβητεί την ύπαρξη απόλυτης γνώσης και γενικής αλήθειας: ακαδημαϊκός/ηθικός/θρησκευτικός/μεταφυσικός ~. Βλ. αγνωστικ-, πυρρων-ισμός, πιθανοκρατία. [< γαλλ. scepticisme, αγγλ. scepticism] | |
| 46084 | σκεπτικιστής | σκε-πτι-κι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σκεπτικίστρια} 1. άτομο που κρατά επιφυλακτική στάση απέναντι σε πρόσωπα, θεωρίες, καταστάσεις, αμφισβητώντας τα: οι ~ές της κλιματικής αλλαγής.|| (ως επίθ.) ~ής: διανοούμενος/επιστήμονας. Βλ. ευρω~. 2. οπαδός της θεωρίας του σκεπτικισμού: (ως επίθ.) ~ές: φιλόσοφοι. [< γαλλ. sceptique, αγγλ. sceptic] | |
| 46085 | σκεπτικιστικός | , ή, ό σκε-πτι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σκεπτικισμό ή τον σκεπτικιστή: ~ή: άποψη/θεώρηση (των πραγμάτων)/ματιά. ~ή στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Πβ. επιφυλακτικός. Βλ. ευρω~.|| ~ή: φιλοσοφία (= σκεπτική). ● επίρρ.: σκεπτικιστικά [< γαλλ. sceptique, αγγλ. sceptical] | |
| 46086 | σκεπτικό | σκε-πτι-κό ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται κάποιος, για να λάβει ορισμένες αποφάσεις· ειδικότ. το αιτιολογικό μέρος δικαστικής συνήθ. απόφασης: ακατανόητο/ανατρεπτικό/βασικό/επιχειρηματικό/κύριο/λογικό/πειστικό/πολιτικό/σωστό ~. Προσπαθώ να καταλάβω το ~ σου. Με ποιο ~ ...; Αρχικό ~ μελέτης. ~ αξιολόγησης/βράβευσης/ίδρυσης διαπολιτισμικών σχολείων. Το ~ της επιτροπής. Βλ. συλλογιστική.|| Το ~ του δικαστηρίου. Βλ. διατακτικό. ● ΦΡ.: με το σκεπτικό & (σπάν.) υπό το σκεπτικό: σύμφωνα με ορισμένο τρόπο σκέψης: ~ ~ αυτό, ... Το αίτημα απορρίφθηκε ~ ~ ότι ... [< γαλλ. le considérant] | |
| 46087 | σκεπτικός | , ή, ό σκε-πτι-κός επίθ. 1. σκεφτικός. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεωρία του σκεπτικισμού: ~ή: φιλοσοφία. (ως ουσ.) Οι ~οί. Βλ. δογματ-, περιπατητ-ικός. ● επίρρ.: σκεπτικά: στη σημ. 1. [< μτγν. σκεπτικός] | |
| 46088 | σκεπτικότητα | σκε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκεπτικού: Τον αντιμετώπισαν με ~. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. -ότητα, στοχαστικότητα. | |
| 46089 | σκέπτομαι | βλ. σκέφτομαι | |
| 46090 | σκεπτόμενος | , η, ο σκε-πτό-με-νος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. -μένη} & σκεφτόμενος 1. που βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, προβληματισμένος: ~ος: αναγνώστης/θεατής/καλλιτέχνης/πολίτης. Ελεύθερα/υγιώς ~η κοινωνία. Κριτικά ~ες προσωπικότητες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που μιμείται λειτουργίες της ανθρώπινης σκέψης: ~ες: μηχανές. ~α: ρομπότ. Βλ. τεχνητή νοημοσύνη/ευφυΐα. ● ΣΥΜΠΛ.: σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον: που ασκεί τη σκέψη του, εμβαθύνοντας στα πράγματα: βαθιά/λογικά ~ ~. Κανείς ~ ~ δεν πιστεύει ότι ... [< γαλλ. un homme pensant] ● βλ. σκέφτομαι [< γαλλ. pensant, αγγλ. thinking] | |
| 46091 | σκέπω | σκέ-πω ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (μτφ.-λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) έχω κάποιον ή κάτι υπό την προστασία μου: Οι Άγιοι μάς ~ουν. [< αρχ. σκέπω ‘καλύπτω, προστατεύω’] | |
| 46092 | σκερβελές | σκερ-βε-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άχρηστος, τεμπέλης, ανεπρόκοπος: Ήταν χαραμοφάηδες και ~έδες. Πβ. ακαμάτης, ρεμάλι, χαμένο κορμί. Βλ. -ές. | |
| 46093 | σκερπάνι | βλ. σκεπάρνι | |
| 46094 | σκέρτσο | σκέρ-τσο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) φιλάρεσκη συμπεριφορά ή κίνηση, κυρ. γυναίκας, η οποία προσπαθεί να προσελκύσει την προσοχή, να φανεί χαριτωμένη και ελκυστική: Κοίτα ~ και μπρίο! Ήταν όλο ~ και τσαχπινιά. Ποζάρει/χαμογελά με ~. Πβ. ακκισμός. ΣΥΝ. νάζι 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με χαρούμενο, ζωηρό χαρακτήρα που αποτελεί συχνά το τρίτο μέρος συμφωνίας ή σονάτας: συμφωνικό ~. Βλ. μινουέτο. ● σκέρτσα (τα): πείσματα, καμώματα συνήθ. ερωτικά: Κάνει ~ και τσαλίμια. Πβ. καπρίτσιο. ● Υποκ.: σκερτσάκι (το) [< ιταλ. scherzo] | |
| 46095 | σκερτσόζικος | , η, ο σκερ-τσό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον σκερτσόζο: ~ος: χορός. ~η: κίνηση/πόζα. ~ο: βήμα/βλέμμα/φλερτ/χαμόγελο. ΣΥΝ. ναζιάρικος, τσαχπίνικος ● επίρρ.: σκερτσόζικα | |
| 46096 | σκερτσόζος | , α, ο σκερ-τσό-ζος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που κάνει σκέρτσα, συμπεριφέρεται χαριτωμένα, για να τραβήξει τα βλέμματα και το ενδιαφέρον των άλλων πάνω του: ~α και μπριόζα/παιχνιδιάρα γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα, τσαχπίνα). Βλ. -όζος. [< ιταλ. scherzoso] | |
| 46097 | σκέτος | , η, ο σκέ-τος επίθ. 1. που δεν έχει αναμειχθεί με ξένες ουσίες ή δεν συνοδεύεται από κάτι: ~ο: ασήμι (= ατόφιο, καθαρό)/νερό/τσιμέντο/χώμα.|| (για αλκοολούχα, χωρίς νερό, παγάκια, χυμό ή άλλο ποτό:) ~η: βότκα. ~ο: ούζο/ουίσκι.|| (ως ουσ.) Ορίστε ο ~ (ενν. καφές, χωρίς ζάχαρη).|| Κρασί που πίνεται ~ο (: χωρίς συνοδευτικά). Όσπρια που σερβίρονται ~α.|| ~ο: πουκάμισο (: χωρίς σακάκι)/φόρεμα. Τέμπλο ~ο, χωρίς πλουμίδια. Πβ. απέριττος, απλός, λιτός.|| (χωρίς άλλα λόγια:) Ένα ~ο αντίο/ευχαριστώ. Μια ~η καλημέρα. Πβ. ξερός. 2. (επιτατ.) καθαρός, γνήσιος: (αρνητ. συνυποδ.) ~ος: εκβιασμός/εφιάλτης/μπελάς/παραλογισμός. ~η: αηδία/ανοησία/κοροϊδία/λέρα/ταλαιπωρία/τρέλα. ~ο: πανδαιμόνιο/σκάνδαλο. Απατεώνας ~.|| (θετ. συνυποδ.) ~ος: κούκλος/πειρασμός/τζέντλεμαν. ~η: απόλαυση/γλύκα/λιχουδιά/μαγεία. ~ο: μεγαλείο. Τι ωραία, ~ παράδεισος. ● επίρρ.: σκέτα ● ΦΡ.: νέτα σκέτα βλ. νέτα, νέτος σκέτος βλ. νέτος [< σκέτος, 17ος αι., ιταλ. schietto] | |
| 46098 | σκετς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοτελής σκηνή, με κωμικό κυρ. χαρακτήρα, που παρουσιάζεται σε παράσταση, εκπομπή: θεατρικό/παιδικό/σατιρικό/χιουμοριστικό ~. ~ παντομίμας. Σχολικά ~. ● Υποκ.: σκετσάκι (το) [< αγγλ. sketch, γαλλ. ~, 1908] | |
| 46099 | σκευάζω | σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): συσκευάζω. Βλ. κατα~, παρα~. [< αρχ. σκευάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ