| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46069 | σκέλια | σκέ-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, συνήθ. στη ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη (μτφ.): νικημένος και ταπεινωμένος: Φεύγει με ~ ~. Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε. [< αρχ. σκέλος] | |
| 46070 | σκελίδα | σκε-λί-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκελίδι (το): καθεμιά από τις μικρές φέτες που αποτελούν την κεφαλή του σκόρδου: (ΜΑΓΕΙΡ.) λιωμένη ~. Ξεφλουδίζουμε/τσιγαρίζουμε/ψιλοκόβουμε τις ~ες. [< μεσν. σκελίδα, σκελίδι < πβ. μτγν. σκελίς ‘πλευρό του βοδιού’] | |
| 46071 | σκέλος | σκέ-λος ουσ. (ουδ.) {σκέλ-ους | -η, -ών} 1. (μτφ.) καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα σύνολο: το πρώτο/δεύτερο ~ της ερώτησης/της ομιλίας/της σύμβασης/του σχεδίου. Το στρατιωτικό ~ του ΝΑΤΟ. Το δικαστικό/πολιτικό ~ μιας υπόθεσης (= η πλευρά). Τα ~η του DNA. Πβ. τμήμα. 2. (λόγ.) πόδι ανθρώπου ή τετράποδου· οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: Λυγίστε τα ~η. Οπίσθια ~η σκύλου.|| Το κινούμενο/σταθερό ~ του διαβήτη. Βιδωτές γωνίες με κοντά ~η. ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη βλ. σκέλια [< αρχ. σκέλος] | |
| 46072 | σκεμπές | σκε-μπές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πεταχτή και χαλαρή κοιλιά ανθρώπου· συνεκδ. κοιλαράς. 2. κοιλιά ή στομάχι σφάγιου από το οποίο φτιάχνεται ο πατσάς. Βλ. -ές. ● Υποκ.: σκεμπεδάκι (το): στη σημ. 1. [< τουρκ. işkembe] | |
| 46073 | σκεπάζω | σκε-πά-ζω ρ. (μτβ.) {σκέπα-σα, σκεπά-σει, -στηκα, -στεί, προστ. σκεπά-σου/-στείτε, μτχ. -σμένος, σκεπάζ-οντας} 1. καλύπτω πλήρως ή εν μέρει κάτι (αντικείμενο, επιφάνεια ή χώρο) ή κάποιον: ~σε την κατσαρόλα. Διπλώνουμε το φύλλο, ώστε να ~σει τη γέμιση. Το χαλίκι ~στηκε με πίσσα. Ομίχλη/σκόνη ~σε την πόλη (= απλώθηκε). Αμάξι ~σμένο με χιόνι. Βουνά ~σμένα με δάση.|| Οι κερκίδες θα ~στούν (πβ. στεγάζω). (κατ' επέκτ.) Ο πλάτανος ~ει την πλατεία.|| ~σε τη γύμνια/το πρόσωπό του. Να σε ~σω με το παλτό μου; ~στηκα με την κουβέρτα/το σεντόνι. ~σου καλά, κάνει κρύο. 2. (μτφ.) συγκαλύπτω: Συμφωνία που "~ει" το σκάνδαλο. Προσπαθούσε να ~σει τα λάθη του/την υπόθεση. Πβ. αποκρύπτω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) 3. (μτφ.) δεν αφήνω κάτι να ακουστεί: Ο θρήνος ~σε τις ιαχές. Τα λόγια της ~στηκαν από το χειροκρότημα. ● ΦΡ.: τα σκεπάζω (μτφ.-προφ.): αποκρύπτω κάτι μεμπτό: Δεν ~ ~, παραδέχομαι ότι φταίω. ΣΥΝ. τα κουκουλώνω, (ας/να είναι) ελαφρύ/ελαφρό το χώμα που σε/τον σκεπάζει βλ. ελαφρύς [< 1: αρχ. σκεπάζω, γαλλ. couvrir 2: γαλλ. étouffer] | |
| 46074 | σκεπάρνι | σκε-πάρ-νι ουσ. (ουδ.) & σκερπάνι (προφ.): κοπτικό ξυλουργικό ή οικοδομικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλική λεπίδα: ● ΦΡ.: (καμαρώνει σαν) γύφτικο σκεπάρνι (προφ.-συνήθ. ειρων.): για κάποιον που υπερηφανεύεται υπερβολικά και με επιδεικτικό τρόπο, συνήθ. χωρίς να το αξίζει ή χωρίς εύλογη αιτία: Κοκορεύεται σαν ~ ~. [< μεσν. σκεπάρνιν] | |
| 46075 | σκεπάς | σκε-πάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) & σκεπατζής: τεχνίτης που κατασκευάζει ή/και επισκευάζει σκεπές. | |
| 46076 | σκέπασμα | σκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {σκεπάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ολική ή μερική κάλυψη σώματος, επιφάνειας, χώρου: ~ του ασθενούς/παιδιού με κουβέρτες. ΑΝΤ. ξεσκέπασμα 2. αντικείμενο με το οποίο καλύπτεται κάτι: ξύλινο ~. ~ κανάτας/κουτιού/μπουκαλιού (πβ. πώμα). Αντικολλητικό τηγάνι με ~. Αφαιρώ/βγάζω το ~. ΣΥΝ. κάλυμμα, καπάκι (1) 3. (σπάν.-μτφ.) συγκάλυψη, απόκρυψη: ~ των προβλημάτων/της υπόθεσης. Πβ. κουκούλωμα. ● σκεπάσματα (τα): σεντόνια, κουβέρτες και παπλώματα: βαριά/ελαφρά ~. ~ κρεβατιού (= κλινο~). [< αρχ. σκέπασμα ‘κάλυμμα, προφύλαξη, προστασία’] | |
| 46077 | σκεπαστικός | , ή, ό σκε-πα-στι-κός επίθ. (σπάν.-μτφ.): (σε εκκλησιαστικά κείμενα) που σκεπάζει, προστατεύει: η ~ή δύναμη/χάρη του Θεού. [< μτγν. σκεπαστικός] | |
| 46078 | σκεπαστός | , ή, ό σκε-πα-στός επίθ.: (κυρ. για χώρο) σκεπασμένος: ~ός: διάδρομος/θόλος/ναός (πβ. στεγασμένος). ~ή: αγορά/αποθήκη/εξέδρα/κερκίδα. ~ό: αίθριο/κτίσμα/μπαλκόνι/πάρκινγκ/πέρασμα. ~ά: αμπέλια. (ως ουσ.) Το ~ό.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σιγοβράζουμε με ~ή κατσαρόλα για ... λεπτά. ~ή: πίτσα (= καλτσόνε). [< μτγν. σκεπαστός] | |
| 46079 | σκέπαστρο | σκέ-πα-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άστρου}: κατασκευή με την οποία καλύπτεται ή προστατεύεται ανοιχτός χώρος: αλουμινένιο/αντηλιακό/γυάλινο/ξύλινο ~. Μεταλλικά/συρόμενα ~α. Μπαλκόνια με ~. Τοποθετήθηκε ~ στο γήπεδο. ~α αυτοκινήτων/επαγγελματικών χώρων/πάρκινγκ/πισίνας/για στάσεις λεωφορείων. Πβ. στέγαστρο, υπόστεγο. Βλ. πέργκολα, -τρο. [< μτγν. σκέπαστρον ‘κάλυμμα, πέπλο’] | |
| 46080 | σκέπη | σκέ-πη ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) προστασία: θεία ~. Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου. 2. ΒΙΟΛ. λεπτός, λιπώδης υμένας που καλύπτει όργανα ζώων, συνήθ. τα εντόσθιά τους: ~ αρνιού. Πβ. μπόλια, περιτόναιο. 3. ΛΑΟΓΡ.-ΕΚΚΛΗΣ. κάλυμμα κεφαλής (σε γυναικείες παραδοσιακές ενδυμασίες) ή θαυματουργής εικόνας. ● ΦΡ.: υπό τη(ν) σκέπη(ν) & κάτω από τη σκέπη (λόγ.): κάτω από τη μέριμνα, τη φροντίδα, την προστασία: ~ ~ της εξουσίας/του Οικουμενικού Πατριαρχείου/της Πολιτείας. Βρέθηκε/είναι/τέθηκε ~ ~ του ... Συνομιλίες ~ ~ των Ηνωμένων Εθνών. Βλ. υπό την αιγίδα. [< αρχ. σκέπη ‘κάλυμμα, προστασία’] | |
| 46081 | σκεπή | σκε-πή ουσ. (θηλ.): στέγη: δίριχτη/επίπεδη/θολωτή/ξύλινη (= ξυλο~) ~. Κεκλιμένες/πέτρινες ~ές. ~ από κεραμίδια (= κεραμο~)/σχιστολιθικές πλάκες. Τοποθετήθηκε ~. Ξυλεία/πλάκες για ~ές. Βλ. αχυρο~.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ (= ο ουρανός) του αυτοκινήτου. Τουριστικό λεωφορείο με ανοιχτή ~. Πβ. οροφή. ● Υποκ.: σκεπούλα (η) [< αρχ. σκέπη] | |
| 46083 | σκεπτικισμός | σκε-πτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αντιμετώπιση προσώπων, καταστάσεων με δυσπιστία, αμφιβολία, καχυποψία ή και απαισιοδοξία: διάχυτος/έντονος/επιστημονικός ~. ~-προβληματισμός για ... Αντιμετωπίζει/βλέπει την πρότασή του με επιφύλαξη και ~ό. Μέτρα που προκαλούν ~ό. Βλ. ευρω~. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται τη δυνατότητα της βεβαιότητας και αμφισβητεί την ύπαρξη απόλυτης γνώσης και γενικής αλήθειας: ακαδημαϊκός/ηθικός/θρησκευτικός/μεταφυσικός ~. Βλ. αγνωστικ-, πυρρων-ισμός, πιθανοκρατία. [< γαλλ. scepticisme, αγγλ. scepticism] | |
| 46084 | σκεπτικιστής | σκε-πτι-κι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σκεπτικίστρια} 1. άτομο που κρατά επιφυλακτική στάση απέναντι σε πρόσωπα, θεωρίες, καταστάσεις, αμφισβητώντας τα: οι ~ές της κλιματικής αλλαγής.|| (ως επίθ.) ~ής: διανοούμενος/επιστήμονας. Βλ. ευρω~. 2. οπαδός της θεωρίας του σκεπτικισμού: (ως επίθ.) ~ές: φιλόσοφοι. [< γαλλ. sceptique, αγγλ. sceptic] | |
| 46085 | σκεπτικιστικός | , ή, ό σκε-πτι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σκεπτικισμό ή τον σκεπτικιστή: ~ή: άποψη/θεώρηση (των πραγμάτων)/ματιά. ~ή στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Πβ. επιφυλακτικός. Βλ. ευρω~.|| ~ή: φιλοσοφία (= σκεπτική). ● επίρρ.: σκεπτικιστικά [< γαλλ. sceptique, αγγλ. sceptical] | |
| 46086 | σκεπτικό | σκε-πτι-κό ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται κάποιος, για να λάβει ορισμένες αποφάσεις· ειδικότ. το αιτιολογικό μέρος δικαστικής συνήθ. απόφασης: ακατανόητο/ανατρεπτικό/βασικό/επιχειρηματικό/κύριο/λογικό/πειστικό/πολιτικό/σωστό ~. Προσπαθώ να καταλάβω το ~ σου. Με ποιο ~ ...; Αρχικό ~ μελέτης. ~ αξιολόγησης/βράβευσης/ίδρυσης διαπολιτισμικών σχολείων. Το ~ της επιτροπής. Βλ. συλλογιστική.|| Το ~ του δικαστηρίου. Βλ. διατακτικό. ● ΦΡ.: με το σκεπτικό & (σπάν.) υπό το σκεπτικό: σύμφωνα με ορισμένο τρόπο σκέψης: ~ ~ αυτό, ... Το αίτημα απορρίφθηκε ~ ~ ότι ... [< γαλλ. le considérant] | |
| 46087 | σκεπτικός | , ή, ό σκε-πτι-κός επίθ. 1. σκεφτικός. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεωρία του σκεπτικισμού: ~ή: φιλοσοφία. (ως ουσ.) Οι ~οί. Βλ. δογματ-, περιπατητ-ικός. ● επίρρ.: σκεπτικά: στη σημ. 1. [< μτγν. σκεπτικός] | |
| 46088 | σκεπτικότητα | σκε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκεπτικού: Τον αντιμετώπισαν με ~. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. -ότητα, στοχαστικότητα. | |
| 46089 | σκέπτομαι | βλ. σκέφτομαι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ