| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46090 | σκεπτόμενος | , η, ο σκε-πτό-με-νος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. -μένη} & σκεφτόμενος 1. που βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, προβληματισμένος: ~ος: αναγνώστης/θεατής/καλλιτέχνης/πολίτης. Ελεύθερα/υγιώς ~η κοινωνία. Κριτικά ~ες προσωπικότητες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που μιμείται λειτουργίες της ανθρώπινης σκέψης: ~ες: μηχανές. ~α: ρομπότ. Βλ. τεχνητή νοημοσύνη/ευφυΐα. ● ΣΥΜΠΛ.: σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον: που ασκεί τη σκέψη του, εμβαθύνοντας στα πράγματα: βαθιά/λογικά ~ ~. Κανείς ~ ~ δεν πιστεύει ότι ... [< γαλλ. un homme pensant] ● βλ. σκέφτομαι [< γαλλ. pensant, αγγλ. thinking] | |
| 46091 | σκέπω | σκέ-πω ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (μτφ.-λόγ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) έχω κάποιον ή κάτι υπό την προστασία μου: Οι Άγιοι μάς ~ουν. [< αρχ. σκέπω ‘καλύπτω, προστατεύω’] | |
| 46092 | σκερβελές | σκερ-βε-λές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άχρηστος, τεμπέλης, ανεπρόκοπος: Ήταν χαραμοφάηδες και ~έδες. Πβ. ακαμάτης, ρεμάλι, χαμένο κορμί. Βλ. -ές. | |
| 46093 | σκερπάνι | βλ. σκεπάρνι | |
| 46094 | σκέρτσο | σκέρ-τσο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) φιλάρεσκη συμπεριφορά ή κίνηση, κυρ. γυναίκας, η οποία προσπαθεί να προσελκύσει την προσοχή, να φανεί χαριτωμένη και ελκυστική: Κοίτα ~ και μπρίο! Ήταν όλο ~ και τσαχπινιά. Ποζάρει/χαμογελά με ~. Πβ. ακκισμός. ΣΥΝ. νάζι 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με χαρούμενο, ζωηρό χαρακτήρα που αποτελεί συχνά το τρίτο μέρος συμφωνίας ή σονάτας: συμφωνικό ~. Βλ. μινουέτο. ● σκέρτσα (τα): πείσματα, καμώματα συνήθ. ερωτικά: Κάνει ~ και τσαλίμια. Πβ. καπρίτσιο. ● Υποκ.: σκερτσάκι (το) [< ιταλ. scherzo] | |
| 46095 | σκερτσόζικος | , η, ο σκερ-τσό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον σκερτσόζο: ~ος: χορός. ~η: κίνηση/πόζα. ~ο: βήμα/βλέμμα/φλερτ/χαμόγελο. ΣΥΝ. ναζιάρικος, τσαχπίνικος ● επίρρ.: σκερτσόζικα | |
| 46096 | σκερτσόζος | , α, ο σκερ-τσό-ζος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που κάνει σκέρτσα, συμπεριφέρεται χαριτωμένα, για να τραβήξει τα βλέμματα και το ενδιαφέρον των άλλων πάνω του: ~α και μπριόζα/παιχνιδιάρα γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα, τσαχπίνα). Βλ. -όζος. [< ιταλ. scherzoso] | |
| 46097 | σκέτος | , η, ο σκέ-τος επίθ. 1. που δεν έχει αναμειχθεί με ξένες ουσίες ή δεν συνοδεύεται από κάτι: ~ο: ασήμι (= ατόφιο, καθαρό)/νερό/τσιμέντο/χώμα.|| (για αλκοολούχα, χωρίς νερό, παγάκια, χυμό ή άλλο ποτό:) ~η: βότκα. ~ο: ούζο/ουίσκι.|| (ως ουσ.) Ορίστε ο ~ (ενν. καφές, χωρίς ζάχαρη).|| Κρασί που πίνεται ~ο (: χωρίς συνοδευτικά). Όσπρια που σερβίρονται ~α.|| ~ο: πουκάμισο (: χωρίς σακάκι)/φόρεμα. Τέμπλο ~ο, χωρίς πλουμίδια. Πβ. απέριττος, απλός, λιτός.|| (χωρίς άλλα λόγια:) Ένα ~ο αντίο/ευχαριστώ. Μια ~η καλημέρα. Πβ. ξερός. 2. (επιτατ.) καθαρός, γνήσιος: (αρνητ. συνυποδ.) ~ος: εκβιασμός/εφιάλτης/μπελάς/παραλογισμός. ~η: αηδία/ανοησία/κοροϊδία/λέρα/ταλαιπωρία/τρέλα. ~ο: πανδαιμόνιο/σκάνδαλο. Απατεώνας ~.|| (θετ. συνυποδ.) ~ος: κούκλος/πειρασμός/τζέντλεμαν. ~η: απόλαυση/γλύκα/λιχουδιά/μαγεία. ~ο: μεγαλείο. Τι ωραία, ~ παράδεισος. ● επίρρ.: σκέτα ● ΦΡ.: νέτα σκέτα βλ. νέτα, νέτος σκέτος βλ. νέτος [< σκέτος, 17ος αι., ιταλ. schietto] | |
| 46098 | σκετς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοτελής σκηνή, με κωμικό κυρ. χαρακτήρα, που παρουσιάζεται σε παράσταση, εκπομπή: θεατρικό/παιδικό/σατιρικό/χιουμοριστικό ~. ~ παντομίμας. Σχολικά ~. ● Υποκ.: σκετσάκι (το) [< αγγλ. sketch, γαλλ. ~, 1908] | |
| 46099 | σκευάζω | σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) (σπάν.-λόγ.): συσκευάζω. Βλ. κατα~, παρα~. [< αρχ. σκευάζω] | |
| 46100 | σκευασία | σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): συσκευασία: ~ προϊόντων. [< αρχ. σκευασία] | |
| 46101 | σκεύασμα | σκεύ-α-σμα ουσ. (ουδ.) {σκευάσμ-ατος | -ατα} ΣΥΝ. παρασκεύασμα 1. ΦΑΡΜΑΚ. μείγμα φαρμακευτικών ουσιών: αντιισταμινικό/θεραπευτικό/ομοιοπαθητικό ~. Ιατρικά/φυτικά ~ατα. ~ατα πολυβιταμινών. (εμφατ.) Φαρμακευτικά ~ατα κατά του άσθματος. Βλ. ιδιο~. 2. παρασκευασμένο προϊόν διατροφής: ~ατα κρέατος (= κρεατοσκευάσματα). Βλ. αρτοσκευάσματα. ● ΣΥΜΠΛ.: γαληνικά σκευάσματα βλ. γαληνικός [< μτγν. σκεύασμα ‘εξοπλισμός, προετοιμασία’, γαλλ. produit] | |
| 46102 | σκευή | σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξοπλισμός, εξάρτυση: θεατρική ~. Βλ. οικο~.|| (μτφ.) Επιστημονική/θεωρητική/φιλοσοφική ~. [< αρχ. σκευή] | |
| 46103 | σκευοθήκη | σκευ-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έπιπλο στο οποίο φυλάσσονται σκεύη: η ~ της Μονής. Πβ. μπουφές. Βλ. -θήκη. [< αρχ. σκευοθήκη] | |
| 46104 | σκεύος | [σκεῦος] σκεύ-ος ουσ. (ουδ.) {σκεύ-ους | -η, -ών} 1. δοχείο ή αντικείμενο με πρακτική, οικιακή συνήθ. χρήση: ανοξείδωτο/αντικολλητικό/βαθύ/γυάλινο/διακοσμητικό/επιτραπέζιο/κεραμικό/μεταλλικό/πυρίμαχο/ρηχό ~. Τα τοιχώματα/χείλη του ~ους. Ηλεκτρικά/κουζινικά/μαγειρικά (βλ. κατσαρόλα, ταψί) ~η. ~η σερβιρίσματος (βλ. σερβίτσιο)/φαγητού/φούρνου. ~η αλουμινίου/πορσελάνης. ~ με καπάκι. Κατεβάζουμε το ~ από την εστία. Πλαστικά ~η μιας χρήσης. ~η για καφέ/τσάι (βλ. καφετ-, τσαγ-ιέρα).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαία/βυζαντινά/χρυσά ~η (βλ. αγγείο, λήκυθος).|| (κατ' επέκτ.) Εργαστηριακά ~η. 2. αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε ιεροτελεστίες: εκκλησιαστικά/ενεπίγραφα/ιερατικά/λατρευτικά/λειτουργικά/τελετουργικά ~η. ~η λατρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ιερά σκεύη & (σπάν.) άγια: ΕΚΚΛΗΣ. αυτά που χρησιμοποιούνται στη Θεία Ευχαριστία και γενικότ. στη Θεία Λατρεία. Βλ. αρτοφόριο, αστερίσκος, δισκάριο, ζέον, λαβίδα, λόγχη, ποτήριο, σπόγγος., σκεύος εκλογής (ΚΔ) & (σπάν.) εκλεκτό σκεύος: ΕΚΚΛΗΣ. άτομο που πιστεύεται ότι έχει επιλεγεί για την εκπλήρωση σχεδίου της Θείας Πρόνοιας: ~ ~ του Θεού/Κυρίου. , σκεύος ηδονής (λόγ.-μειωτ.): (συνήθ. για γυναίκα) που αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο για την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής. Πβ. σεξουαλικό αντικείμενο. [< αρχ. σκεῦος] | |
| 46105 | σκευοφόρος | σκευ-ο-φό-ρος ουσ. (θηλ.) (επίσ.): βαγόνι τρένου που μεταφέρει τις αποσκευές των επιβατών. Βλ. -φόρος. [< αρχ. σκευοφόρος ‘μεταφορέας, αχθοφόρος’, γαλλ. fourgon] | |
| 46106 | σκευοφύλακας | σκευ-ο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σκευοφύλαξ: ΕΚΚΛΗΣ. αξίωμα κληρικού που έχει ως καθήκον τη φύλαξη και φροντίδα των ιερών σκευών και κειμηλίων ναού. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. σκευοφύλαξ ‘φύλακας των αποσκευών’] | |
| 46107 | σκευοφυλάκιο | σκευ-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σκευοφυλακείο: ΕΚΚΛΗΣ. μέρος όπου φυλάσσονται τα ιερά αντικείμενα, κειμήλια ή/και λείψανα που βρίσκονται σε ναό: αγιογραφημένο/θολοσκέπαστο ~ Μονής. Βλ. διακονικό, λειψανοθήκη, -φυλάκιο. ΣΥΝ. ιεροφυλάκιο [< μεσν. σκευοφυλάκιον] | |
| 46108 | σκευωρία | σκευ-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δόλιο τέχνασμα που χρησιμοποιείται, για να εξαπατηθούν πρόσωπα και να επιτευχθούν ιδιοτελείς στόχοι: κακοστημένη/καλοστημένη/πολιτική/ύπουλη ~. Θύμα ~ας. Αποκάλυψε/ξεσκέπασε τη ~. H ~ αποτράπηκε/κατέρρευσε. Αποπειράθηκαν να στήσουν ~ κατά των ... ΣΥΝ. δολοπλοκία, μηχανορραφία, πλεκτάνη, ραδιουργία [< αρχ. σκευωρία] | |
| 46109 | σκευωρός | σκευ-ω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που σκευωρεί: ~οί και συκοφάντες. Οι ~οί αποκαλύφθηκαν. ΣΥΝ. δολοπλόκος, μηχανορράφος, ραδιούργος [< αρχ. σκευωρός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ