Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46660-46680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46110σκευωρώ[σκευωρῶ] σκευ-ω-ρώ ρ. (αμτβ.) {σκευωρ-είς ... -ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): στήνω σκευωρία. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, ραδιουργώ [< μτγν. σκευωρῶ]
46111σκεφτικός, ή, ό σκε-φτι-κός επίθ. & σκεπτικός: που τον προβληματίζουν έγνοιες, σκέψεις: (Παρ)έμεινε ~. Ήταν ~ και προβληματισμένος με τις εξελίξεις. Περπατούσε ~ και αμίλητος. Ήμουν ~ και επιφυλακτικός απέναντι στις προτάσεις του. Σε βλέπω ~ή. Πβ. συλλογισμένος.|| ~ή: ματιά. ~ό: ύφος. ● επίρρ.: σκεφτικά & σκεπτικά [< μτγν. σκεπτικός]
46112σκέφτομαισκέ-πτο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, σκεπτ-όμενος} & (λόγ.) σκέπτομαι 1. χρησιμοποιώ τις δυνάμεις του νου, για να διαμορφώσω ιδέες, να κάνω κρίσεις, να καταλήξω σε συμπεράσματα, αποφάσεις, λύσεις· αντιμετωπίζω τις καταστάσεις, συλλογίζομαι με ορισμένο τρόπο· φέρνω κάτι στο μυαλό, το ανακαλώ στη μνήμη μου: ~ ότι υπάρχουν και χειρότερα (πβ. νομίζω, πιστεύω). ~ το ενδεχόμενο να παραιτηθώ. ~εται πώς θα τα βγάλει πέρα. ~ ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μου/πού θα πάω διακοπές/τι δώρο να του πάρω. ~όμουν, τι να κάνει αυτή η ψυχή (πβ. αναρωτιέμαι, απορώ); Τι ~όταν για μας; Για σκέψου λίγο αυτό που λες. Το ~τηκα και απάντησα θετικά. Είναι δαιμόνιος, τι άλλο θα ~τεί πια (πβ. επινοώ, σκαρφίζομαι); Πρέπει να ~τώ, προτού διαφωνήσω ή συμφωνήσω. ~, άρα υπάρχω (λατ. cogito, ergo sum).|| ~εται αισιόδοξα/αρνητικά/βαθιά/έξυπνα/επιπόλαια/επιφανειακά/θετικά/λογικά/πρακτικά/φωναχτά/ψύχραιμα/ώριμα. Σκέψου διαφορετικά/με σύνεση. Πώς το ~εσαι;|| Μη ~εσαι την αποτυχία/τον θάνατο. Έχεις ~τεί να φύγεις (: σου έχει περάσει από το μυαλό);|| ~όταν (= αναπολούσε) το παρελθόν. Πβ. διαλογίζομαι, διανοούμαι, στοχάζομαι. Βλ. πολυ~. 2. αναλογίζομαι, λαμβάνω κάτι υπόψη· επικεντρώνω, εστιάζω την προσοχή ή το ενδιαφέρον μου σε κάποιον ή κάτι: ~ τους κινδύνους/το μέλλον/τις συνέπειες. ~τηκες ποτέ τι θα γινόταν αν … Βλ. σταθμίζω, υπολογίζω.|| ~ τη μητέρα μου, που είναι άρρωστη. Εμένα δεν με ~εσαι καθόλου; Σε ~ (πολύ). Μόνο τον εαυτό σου ~εσαι. Πβ. λογαριάζω, νοιάζομαι. 3. (+ να) έχω σκοπό, πρόθεση, σχεδιάζω να κάνω κάτι: ~ονται να αγοράσουν αυτοκίνητο/κάνουν παιδί. ~ να ασχοληθώ επαγγελματικά με ... Πβ. προτίθεμαι, σκοπεύω. 4. {στο β' πρόσ.} φαντάζομαι, υποθέτω: Σκέψου να ήσουν στη θέση του. Έπρεπε να το είχες ~τεί. ● ΦΡ.: για σκέψου/για φαντάσου! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη ή θαυμασμός: Τι πρωτότυπη ιδέα! ~ ~!, σκέψου καλά (προφ.): πρόσεξε: ~ ~, πριν αποφασίσεις. (Για) ~ καλύτερα και μη λες ανοησίες. Βλ. έχε τον νου σου., καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! βλ. καλά ● βλ. σκεπτόμενος [< αρχ. σκέπτομαι, γαλλ. penser, αγγλ. think]
46113σκέψη

σκέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η διανοητική δραστηριότητα και το αποτέλεσμά της (ιδέα, κρίση, συλλογισμός): η ανάπτυξη/ανεξαρτησία/οι διεργασίες/τα στερεότυπα της ~ης (πβ. νόηση). Η δύναμη της ~ης. Από τη ~ στην πράξη. Άσκηση που απαιτεί/θέλει/χρειάζεται ~. Δεν υπάρχει ~ για αλλαγές/πρόσθετα μέτρα. Δεν μπορώ να (παρ)ακολουθήσω τη ~ σας. Πού γυρίζει/τριγυρνάει η ~ σου; Απόφαση που ελήφθη κατόπιν ~εως. Μεταβίβαση ~ης/~εως (= τηλεπάθεια).|| Βαθιά/βαθυστόχαστη/διαυγής/έξυπνη/κρυστάλλινη/νηφάλια/οξεία/περίπλοκη/πονηρή/πρωτότυπη/ρηχή/στοχαστική ~. Ανομολόγητες/βρόμικες (= πρόστυχες)/επίκαιρες/μαύρες (= απαισιόδοξες)/σκόρπιες/φευγαλέες ~εις. Ο ειρμός/το νήμα των ~εων. Η πρώτη/τελευταία ~ μου. Απορρίπτω/εγκαταλείπω κάθε ~ (για κάτι). Μάντεψες τη ~ μου. Ξαφνικά μού ήρθε/πέρασε από το μυαλό η ~ να ... Και μόνο η ~ πως ... Έκανε ~εις για .../τη ~ να ... Με τη ~ στραμμένη στο μέλλον. Βυθίζομαι/χάνομαι σε ~εις. Με βασανίζουν/τρώνε οι ~εις (πβ. έγνοιες). Μοιράζομαι τις ~εις μου με άλλους. Πβ. διανόημα, λογισμός, στοχασμός. Βλ. μνήμη, φαντασία. 2. ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί και ερμηνεύει κάποιος τα πράγματα· σύνολο ή σύστημα ιδεών που χαρακτηρίζουν ανθρώπους ή χρονικές περιόδους: αιτιολογική/αναλυτική/αποδεικτική/αρνητική/αφαιρετική/δημιουργική/ελεύθερη/επαναστατική/επιστημονική/θετική/λογική/νομική/οργανωτική/ριζοσπαστική/στρατηγική/συνδυαστική/συνθετική/φιλοσοφική ~. Η σύγχρονη πολιτική ~. Έχει δομημένη/συγκροτημένη ~. Καταστολή της ~ης (βλ. λοβοτομή).|| Ανατολική/αριστερή/δεξιά/δυτική/καντιανή/μαρξιστική/φιλελεύθερη/χριστιανική ~. Πβ. βιο-, κοσμο-θεωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη σκέψη: επανεξέταση (θέματος, απόφασης, θέσης, κρίσης), συνήθ. υπό το φως νέων δεδομένων: Επικράτησε μια ~ ~, πιο λογική. Με μια ~ ~, παραδέχομαι/συνειδητοποιώ ότι ... [< αγγλ. second thought], κριτική σκέψη: ικανότητα αξιολόγησης των εκάστοτε πληροφοριών, δεδομένων, παρατηρήσεων και επιχειρημάτων για τη διαμόρφωση αντικειμενικής γνώμης και την ανάληψη δράσης. Βλ. μαιευτική/σωκρατική μέθοδος: Αναπτύσσει/καλλιεργεί την ~ ~. [< αγγλ. critical thinking], αποκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. αποκλίνων, δεξαμενή σκέψης βλ. δεξαμενή, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, συγκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. συγκλίνων ● ΦΡ.: βάζει (κάποιον) σε σκέψεις: τον προβληματίζει: Τα λόγια σου με έβαλαν σε ~. , διαβάζω τη σκέψη (κάποιου) (μτφ.): αντιλαμβάνομαι πλήρως τι έχει στον νου του., μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη & (λόγ.) κατόπιν ωρίμου σκέψεως: μετά από προσεκτική και υπεύθυνη εξέταση (ενός ζητήματος): ~ ~ αποφάσισε να .../αποφάνθηκε ότι .../υπέβαλε την παραίτησή του., ούτε σκέψη (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να γίνει κάτι: ~ ~ υποχώρησης. ~ ~ για ξεκούραση/να φύγω., σκέψεις για/γύρω από & πάνω σε: σκέψεις σχετικά με κάτι: ~ ~ την ποίηση., στη/με τη σκέψη ότι: σκεπτόμενος ότι: Παρηγορηθείτε ~ ~ υπάρχουν και χειρότερα. Τρέμω/τρομάζω ~ ~ μπορεί να σου συμβεί κάτι κακό., υπό σκέψη & (σπάν.) σκέψιν (λόγ.): για κάτι που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή για να δηλωθεί ο προβληματισμός σχετικά με τη λήψη μιας απόφασης: Η ανέγερση νέου εμπορικού κέντρου βρίσκεται/είναι ~ ~.|| (ως επίθ.) Τα ~ ~ μέτρα.|| Είμαι ~ ~ για την αγορά σπιτιού., βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μπαίνω σε σκέψεις βλ. μπαίνω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, χωρίς δεύτερη σκέψη βλ. δεύτερος [< αρχ. σκέψις, γαλλ. pensée, αγγλ. thought]

46114σκηνάκισκη-νά-κι ουσ. (ουδ.) (συχνά στη στρατιωτική αργκό): (υποκ.) μικρή σκηνή: Μοιραστήκαμε/στήσαμε το ~. Τα ~ια του στρατού.σκηνάκια (τα): άσκηση που πραγματοποιείται εκτός στρατοπέδου, διαρκεί περισσότερες από μία ημέρες και προβλέπει διανυκτέρευση των οπλιτών σε σκηνές: Θα βγούμε/πάμε για ~. Τριήμερα ~.
46115σκηνήσκη-νή ουσ. (θηλ.) 1. το σημείο σε θεατρικό ή συναυλιακό χώρο όπου οι καλλιτέχνες εμφανίζονται και παίζουν μπροστά στο κοινό: κυκλική/περιστρεφόμενη ~. Είσοδος/εμφάνιση ηθοποιού/τραγουδιστή/χορευτή στη ~. Μηχανικός/τεχνικός/υπεύθυνος/φροντιστής/φωτισμός ~ής. Πβ. πάλκο, παλκοσένικο. Βλ. παρασκήνια, πλατεία.|| (ειδικότ.) Η ~ του αρχαίου θεάτρου. Βλ. προσκήνιο. 2. (συνεκδ.) θέατρο (ως τέχνη, χώρος ή θεσμός): κρατική/παιδική/πειραματική ~. Ανέβηκε/επέστρεψε στη ~. Άφησε/εγκατέλειψε τη ~ (: συνήθ. για ηθοποιό που αποσύρθηκε από την ενεργό δράση). Ανέβασε στη ~ το μιούζικαλ ... Στη ~ και στην οθόνη. Πβ. σανίδι. Βλ. πανί.|| Εθνική Λυρική ~.|| (κατ' επέκτ., κάθε χώρος παραστάσεων) Μεγάλες/μικρές μουσικές ~ές. 3. υποενότητα καλλιτεχνικού έργου που παρουσιάζει θεματική ή/και αφηγηματική αυτοτέλεια: διαλογική/ερωτική/κωμική ~. ~ές βίας/δράσης. ~ από μυθιστόρημα/παράσταση. Η ~ της αναγνώρισης/του αποχωρισμού/του γάμου. Η εισαγωγική/κορυφαία/τελική ~ του έργου. (στο θέατρο:) Η πρώτη ~ της τρίτης πράξης. (στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση:) Ακατάλληλες/τολμηρές ~ές. Οι ~ές της σειράς/ταινίας (πβ. σεκάνς) έχουν γυριστεί στη ... Λήψη/μετάδοση/μοντάζ/προβολή ~ών.|| Η ~ διαδραματίζεται/εκτυλίσσεται ... (: η αντίστοιχη δράση).|| (ειδικότ., ζωγραφική αναπαράσταση ή φωτογραφική αποτύπωση συμβάντος:) Οικογενειακή/πολεμική ~. 4. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) τομέας, σφαίρα δραστηριότητας: εικαστική/θεατρική/πολιτιστική/τηλεοπτική/χορευτική ~. Τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής/παγκόσμιας αθλητικής/μουσικής ~ής. Οι εκπρόσωποι της σύγχρονης λογοτεχνικής ~ής. Η εξωτερική/εσωτερική πολιτική ~. Επικρατεί αβεβαιότητα στη διεθνή οικονομική ~. Πβ. τοπίο. 5. σκηνικό θεατρικού έργου: λιτή ~. Πβ. σκηνογραφία. 6. αξιοσημείωτο περιστατικό που προκαλεί συνήθ. έντονα συναισθήματα· ειδικότ. έκρηξη θυμού, λογομαχία μπροστά σε κόσμο: ~ές συγκίνησης/υστερίας. Αντίκρισε ~ές σοκ. Οι επιζήσαντες περιγράφουν ~ές τρόμου/φρίκης. Μάρτυρες ~ών βίας στην οικογένεια. Βλ. επεισόδιο.|| Τρομερή ~ ζηλοτυπίας. (ειρων.) ~ές απείρου κάλλους (: επεισοδιακές ~ές). Δημιουργεί ~ές. Πβ. φάση. 7. φορητή κατασκευή, από χοντρό ύφασμα και μεταλλικούς συνήθ. πασσάλους, που συναρμολογείται και χρησιμοποιείται ως χώρος προσωρινής διαμονής κυρ. στρατιωτών, εκδρομέων, σεισμοπαθών, προσφύγων: ~ κάμπινγκ/παραλίας. Έστησαν τη ~. Κοιμήθηκαν/πέρασαν το βράδυ στις ~ές. Πβ. αντίσκηνο, τέντα. Βλ. σκηνάκι. ● Υποκ.: σκηνούλα (η) ● ΦΡ.: επί σκηνής (λόγ.): (πάνω) στη σκηνή: παρουσία ~ ~. Όλος ο θίασος ~ ~., κάνω σκηνή/σκηνές (σε κάποιον) (προφ.): εκδηλώνω με έντονο τρόπο, συνήθ. στον σύντροφό μου, ζήλια ή θυμό: Της/του ~ει ~ές ζήλιας. Μου ~ει ~ές μπροστά σε κόσμο. [< γαλλ. faire une scène (à quelqu'un)] , σαν σκηνή από ταινία: για κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο, που μοιάζει εξωπραγματικό: ~ ~ επιστημονικής φαντασίας/τρόμου., βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή βλ. θέατρο [< αρχ. σκηνή, γαλλ. scène, αγγλ. scene]
46116σκηνικόσκη-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. το ειδικά διαμορφωμένο περιβάλλον όπου εκτυλίσσεται θεατρική παράσταση, κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική εκπομπή: κατασκευή ~ού. Η κάμερα καταγράφει το ~ μιας αποβάθρας. Πβ. ντεκόρ, σκηνή, σκηνογραφία. 2. (μτφ.) το πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζονται γεγονότα του πολιτικού, κοινωνικού ή ιδιωτικού βίου: ζοφερό/θερμό/καταστροφικό/πολεμικό/ρευστό/σαθρό ~. ~ ανατροπών/αστάθειας/βίας/πιέσεων/σύγκρουσης/χάους. Αλλάζει/ξεκαθαρίζει/κατέρρευσε/φτιάχνει το ~ (πβ. τοπίο). Στήνουν ~ έντασης. (ΑΘΛ.) Δρομολογούνται εξελίξεις στο μεταγραφικό ~. (προφ.) Είχε πλάκα το ~ (= η κατάσταση, φάση).|| Καλοκαιρινό ~ (διακοπών). Ισχυροί άνεμοι και καταιγίδες συνθέτουν το (χειμερινό) ~ του καιρού.σκηνικά (τα): σύνολο στοιχείων που αποτελούν τον διάκοσμο θεατρικής σκηνής, κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού πλατό: εξπρεσιονιστικά ~. Ζωγραφική/μακέτες/σχεδιασμός ~ών. Κατασκευαστής/τεχνίτης ~ών (βλ. σκηνογράφος). Φιλοτέχνησε τα ~ και τα κοστούμια. ΣΥΝ. σκηνικός διάκοσμος ● ΣΥΜΠΛ.: ανατροπή (του) σκηνικού βλ. ανατροπή ● ΦΡ.: ανατρέπω το σκηνικό βλ. ανατρέπω [< μτγν. σκηνικός, γαλλ. décor, scène, αγγλ. scenery]
46117σκηνικός, ή, ό σκη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκηνή, ως χώρο παραστάσεων: ~ός: λόγος/φωτισμός. ~ή: αγωγή (του ηθοποιού)/γραφή/διδασκαλία/δράση/εμπειρία/μουσική/παρουσία/τέχνη (βλ. σκηνογραφία). ~ό: έργο. ~ές: αναγνώσεις/οδηγίες. ~ά: αντικείμενα/εφέ. ~ές προσεγγίσεις του αρχαίου δράματος. Πβ. θεατρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σκηνικός διάκοσμος βλ. διάκοσμος [< μτγν. σκηνικός, γαλλ. scénique, αγγλ. scenic]
46118σκηνίτηςσκη-νί-της επίθ./ουσ.: άτομο που ζει σε σκηνή, συνήθ. νομαδικά: ~ες: σεισμοπαθείς/τσιγγάνοι. Πβ. νομάδας. Βλ. -ίτης1. [< αρχ. σκηνίτης]
46119σκηνογραφίασκη-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σκηνικό θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς και κυρ. η τέχνη, με την οποία απεικονίζεται προοπτικά ο τόπος όπου διαδραματίζεται το έργο: ~-ενδυματολογία. Βραβείο/μακέτες/μουσείο ~ας. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. σκηνικός διάκοσμος [< αρχ. σκηνογραφία ‘ζωγράφισμα των σκηνικών’, γαλλ. scénographie, αγγλ. scenography]
46120σκηνογραφικός, ή, ό σκη-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκηνογραφία ή τον σκηνογράφο: ~ός: σχεδιασμός/φωτισμός. ~ή: διαμόρφωση χώρου/επιμέλεια παράστασης. Εικαστικό/ζωγραφικό και ~ό έργο. [< μτγν. σκηνογραφικός, γαλλ. scénographique, αγγλ. scenographic(al)]
46121σκηνογράφοςσκη-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης ειδικός στη σκηνογραφία: ~-ενδυματολόγος. Διακοσμητής-~. ~ θεατρικών παραστάσεων. Βλ. -γράφος. [< μτγν. σκηνογράφος ‘ζωγράφος θεατρικών σκηνικών’, γαλλ. scénographe, αγγλ. scenographer]
46122σκηνογραφώ[σκηνογραφῶ] σκη-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκηνογραφ-εί ... | -ούσε, σκηνογράφ-ησε}: φιλοτεχνώ θεατρικά, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά σκηνικά: ~ούσε και σχεδίαζε κοστούμια για παραστάσεις. Βλ. -γραφώ. [< μτγν. σκηνογραφῶ ‘παρουσιάζω με έμφαση, ζωγραφίζω’]
46123σκηνοθεσίασκη-νο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη και πρακτική της διεύθυνσης καλλιτεχνικού έργου, η καθοδήγηση του έμψυχου δυναμικού και η οργάνωση των τεχνικών μέσων: θεατρική/κινηματογραφική/πρωτοποριακή/τηλεοπτική ~. Η ~ του ντοκιμαντέρ/φιλμ. Βραβείο ~ας. Τη ~ του έργου υπογράφει ο ... Ταινία σε σενάριο και ~ του ... Η παράσταση ανέβηκε σε ~ της ... Βλ. -θεσία, ραδιο~, τηλε~. 2. (μτφ.) τέχνασμα που χρησιμοποιείται με σκοπό την παραπλάνηση: επικοινωνιακή ~. Έχουν κάνει ολόκληρη ~, για να ... Βλ. θέατρο. [< γαλλ. mise en scène]
46124σκηνοθέτηςσκη-νο-θέ-της ουσ. (αρσ.) , σκηνοθέτιδα & σκηνοθέτρια & (λόγ.) σκηνοθέτις (η): πρόσωπο που ασχολείται, κυρ. επαγγελματικά, με τη σκηνοθεσία: ~ θεάτρου/κινηματογράφου (= κινηματογραφιστής)/ντοκιμαντέρ/όπερας/τηλεόρασης (= τηλεσκηνοθέτης). ~ και ηθοποιός/μοντέρ/παραγωγός. Εμπνευσμένος/τολμηρός ~ επιτυχιών. Βλ. -θέτης, ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: καρέκλα σκηνοθέτη βλ. καρέκλα [< γαλλ. metteur en scéne]
46125σκηνοθετικός, ή, ό σκη-νο-θε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκηνοθεσία ή τον σκηνοθέτη: ~ός: ρυθμός/χειρισμός. ~ή: γραμμή/επίβλεψη/καριέρα/μαεστρία/ματιά/οπτική/προσέγγιση/πρόταση/τέχνη (πβ. σκηνοθεσία). ~ό: εύρημα/ταλέντο/ύφος. ~ά: τρικ. Η παράσταση φέρει τη ~ή υπογραφή του ... ● επίρρ.: σκηνοθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
46126σκηνοθετώ[σκηνοθετῶ] σκη-νο-θε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκηνοθετ-είς …| σκηνοθέτ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος} 1. είμαι υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία καλλιτεχνικού έργου: ~εί παραστάσεις όπερας/χορού. Έχει ~ήσει θεατρικά έργα/κινηματογραφικές ταινίες/τηλεοπτικές σειρές. Θα ~ήσει τη μεταφορά του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη.|| Γράφει, παίζει και ~εί (: είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης). 2. (μτφ.) σχεδιάζω και υλοποιώ κάτι με σκοπό την παραπλάνηση, την εξαπάτηση ή την ενοχοποίηση κάποιου: ~ησε την απαγωγή/τον θάνατό του. ~ημένο: ατύχημα (πβ. σικέ). Πβ. στήνω, χορογραφώ. Βλ. -θετώ. [< γαλλ. mettre en scène]
46127σκηνοποιίασκη-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): κατασκευή σκηνών. Βλ. -ποιία. [< μτγν. σκηνοποιία]
46129σκήνος[σκῆνος] σκή-νος ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. σκήνωμα. [< αρχ. σκῆνος]
46130σκήνωμασκή-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. λείψανο Αγίου: άγιο/σεπτό/τίμιο ~. Προσκύνησαν το ιερό ~ του Οσίου ... ΣΥΝ. σκήνος [< μτγν. σκήνωμα ‘σώμα, πτώμα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.