Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46660-46680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46120σκηνογραφικός, ή, ό σκη-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκηνογραφία ή τον σκηνογράφο: ~ός: σχεδιασμός/φωτισμός. ~ή: διαμόρφωση χώρου/επιμέλεια παράστασης. Εικαστικό/ζωγραφικό και ~ό έργο. [< μτγν. σκηνογραφικός, γαλλ. scénographique, αγγλ. scenographic(al)]
46121σκηνογράφοςσκη-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης ειδικός στη σκηνογραφία: ~-ενδυματολόγος. Διακοσμητής-~. ~ θεατρικών παραστάσεων. Βλ. -γράφος. [< μτγν. σκηνογράφος ‘ζωγράφος θεατρικών σκηνικών’, γαλλ. scénographe, αγγλ. scenographer]
46122σκηνογραφώ[σκηνογραφῶ] σκη-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκηνογραφ-εί ... | -ούσε, σκηνογράφ-ησε}: φιλοτεχνώ θεατρικά, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά σκηνικά: ~ούσε και σχεδίαζε κοστούμια για παραστάσεις. Βλ. -γραφώ. [< μτγν. σκηνογραφῶ ‘παρουσιάζω με έμφαση, ζωγραφίζω’]
46123σκηνοθεσίασκη-νο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη και πρακτική της διεύθυνσης καλλιτεχνικού έργου, η καθοδήγηση του έμψυχου δυναμικού και η οργάνωση των τεχνικών μέσων: θεατρική/κινηματογραφική/πρωτοποριακή/τηλεοπτική ~. Η ~ του ντοκιμαντέρ/φιλμ. Βραβείο ~ας. Τη ~ του έργου υπογράφει ο ... Ταινία σε σενάριο και ~ του ... Η παράσταση ανέβηκε σε ~ της ... Βλ. -θεσία, ραδιο~, τηλε~. 2. (μτφ.) τέχνασμα που χρησιμοποιείται με σκοπό την παραπλάνηση: επικοινωνιακή ~. Έχουν κάνει ολόκληρη ~, για να ... Βλ. θέατρο. [< γαλλ. mise en scène]
46124σκηνοθέτηςσκη-νο-θέ-της ουσ. (αρσ.) , σκηνοθέτιδα & σκηνοθέτρια & (λόγ.) σκηνοθέτις (η): πρόσωπο που ασχολείται, κυρ. επαγγελματικά, με τη σκηνοθεσία: ~ θεάτρου/κινηματογράφου (= κινηματογραφιστής)/ντοκιμαντέρ/όπερας/τηλεόρασης (= τηλεσκηνοθέτης). ~ και ηθοποιός/μοντέρ/παραγωγός. Εμπνευσμένος/τολμηρός ~ επιτυχιών. Βλ. -θέτης, ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: καρέκλα σκηνοθέτη βλ. καρέκλα [< γαλλ. metteur en scéne]
46125σκηνοθετικός, ή, ό σκη-νο-θε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκηνοθεσία ή τον σκηνοθέτη: ~ός: ρυθμός/χειρισμός. ~ή: γραμμή/επίβλεψη/καριέρα/μαεστρία/ματιά/οπτική/προσέγγιση/πρόταση/τέχνη (πβ. σκηνοθεσία). ~ό: εύρημα/ταλέντο/ύφος. ~ά: τρικ. Η παράσταση φέρει τη ~ή υπογραφή του ... ● επίρρ.: σκηνοθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
46126σκηνοθετώ[σκηνοθετῶ] σκη-νο-θε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκηνοθετ-είς …| σκηνοθέτ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος} 1. είμαι υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία καλλιτεχνικού έργου: ~εί παραστάσεις όπερας/χορού. Έχει ~ήσει θεατρικά έργα/κινηματογραφικές ταινίες/τηλεοπτικές σειρές. Θα ~ήσει τη μεταφορά του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη.|| Γράφει, παίζει και ~εί (: είναι συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης). 2. (μτφ.) σχεδιάζω και υλοποιώ κάτι με σκοπό την παραπλάνηση, την εξαπάτηση ή την ενοχοποίηση κάποιου: ~ησε την απαγωγή/τον θάνατό του. ~ημένο: ατύχημα (πβ. σικέ). Πβ. στήνω, χορογραφώ. Βλ. -θετώ. [< γαλλ. mettre en scène]
46127σκηνοποιίασκη-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): κατασκευή σκηνών. Βλ. -ποιία. [< μτγν. σκηνοποιία]
46128σκηνοποιόςσκη-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): αυτός που κατασκευάζει σκηνές. Βλ. -ποιός. [< μτγν. σκηνοποιός]
46129σκήνος[σκῆνος] σκή-νος ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. σκήνωμα. [< αρχ. σκῆνος]
46130σκήνωμασκή-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. λείψανο Αγίου: άγιο/σεπτό/τίμιο ~. Προσκύνησαν το ιερό ~ του Οσίου ... ΣΥΝ. σκήνος [< μτγν. σκήνωμα ‘σώμα, πτώμα’]
46131σκήπτρο[σκῆπτρο] σκή-πτρο ουσ. (ουδ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) πρωτεία, υπεροχή, πρωτοκαθεδρία: Διατηρεί/παρέδωσε τα ~α του. Έχουν τα ~α της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Έχασε/πήρε τα ~α του πρωταθλητή.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τα ~α της ανεργίας/παχυσαρκίας. Πβ. πρωτιά. 2. ράβδος από πολύτιμα υλικά ως σύμβολο βασιλικής συνήθ. εξουσίας και συνεκδ. η ίδια η εξουσία: αυτοκρατορικό/χρυσό ~.|| Ανέλαβε τα ~α. Βλ. -τρο. ● ΦΡ.: κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία & (σπάν.) τα χαλινάρια (μτφ.): έχει την εξουσία, την κυριαρχία, τον απόλυτο έλεγχο σε έναν τομέα: ~ τα ηνία του αγώνα/της επιχείρησης. Η εταιρεία ~ τα σκήπτρα στις πωλήσεις Η/Υ. [< 2: αρχ. σκῆπτρον, γαλλ.-αγγλ. sceptre]
46132σκήτησκή-τη ουσ. (θηλ.) {σκητών} ΕΚΚΛΗΣ. 1. σύνολο από μικρές μοναστικές μονάδες (καλύβες) που υπάγονται σε Μονή, έχουν όμως δική τους διοίκηση: ιδιόρρυθμη/κοινόβια ~. Οι ~ες του Αγίου Όρους. 2. ασκητήριο μοναχού. [< μεσν. σκήτη]
46133σκιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. χειμερινό σπορ στο οποίο οι αθλητές φορούν ειδικά μακρόστενα πέδιλα, για να γλιστρούν κυρ. σε χιονισμένες πλαγιές· συνεκδ. τα πέδιλα αυτά: ακροβατικό/ορειβατικό/τουριστικό ~. ~ αντοχής/ανώμαλου δρόμου. ~ στα χιονοδρομικά κέντρα. Οι μπότες/πίστες του ~. ΣΥΝ. χιονοδρομία. Βλ. σνόουμπορντ, τελεσκί.|| Παραβολικά ~ (: χιονοπέδιλα φαρδύτερα στα άκρα και στενότερα στο κέντρο). ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικό σκι & (σπάν.) σκι πίστας: που διεξάγεται σε πλαγιές με μεγάλη κλίση και περιλαμβάνει αγωνίσματα ταχύτητας (κατάβαση πλαγιάς) και τεχνικής (σλάλομ). [< αγγλ. alpine skiing, 1921] , θαλάσσιο σκι & σκι θαλάσσης: άθλημα στο οποίο ο σκιέρ, φορώντας κατάλληλα πέδιλα (ή πέδιλο), γλιστρά σε υδάτινη επιφάνεια (θάλασσα ή λίμνη), συρόμενος με σχοινί από ταχύπλοο. [< αγγλ. water ski, 1931] [< γαλλ. ski]
46134σκιάσκι-ά ουσ. (θηλ.) 1. σκοτεινό είδωλο που σχηματίζεται σε μια επιφάνεια, όταν ένα αδιαφανές σώμα παρεμβάλλεται ανάμεσα σε αυτή και σε εκπεμπόμενο φως· ειδικότ. σκοτεινή φιγούρα: ανθρώπινη ~. ~ές αντικειμένων. Η ~ του αεροπλάνου. ~ές στον τοίχο. (προφ., σε ακτινογραφία:) ~ στον πνεύμονα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ηλιακή ~. Η ~ της Γης/Σελήνης. Βλ. παρα~.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Αντιθέσεις/εναλλαγές φωτός και ~άς. Βλ. φωτοσκίαση.|| Είδα μια ~ να κινείται προς το μέρος μου. Οι ~ές της νύχτας. Πβ. ίσκιος. 2. μέρος ή τμήμα του εδάφους που δεν φωτίζεται συνήθ. από τον ήλιο, καθώς οι ακτίνες του δεν μπορούν να εισχωρήσουν σε αυτό: δροσερή ~. Κατασκήνωση σε τεχνητή/φυσική ~. Αμμουδιά/αυλή με ~. Στη ~ των βουνών/δέντρων. Δημιουργείται/σχηματίζεται ~. Περίπατος στη ~. Κάτω από τη ~ των βράχων. Πβ. ίσκιωμα. 3. καλλυντικό με το οποίο βάφονται τα βλέφαρα και γενικότ. η περιοχή γύρω από τα μάτια: ανοιχτόχρωμη/απαλή/ουδέτερη/σκούρα/φωτεινή ~. Διακριτικές/ματ/περλέ/πολύχρωμες ~ές. Αποχρώσεις/παλέτες/σειρά/σετ ~ών. ~ές σε καφέ τόνους/με κρεμώδη υφή/σε σκόνη. Απλώστε τη ~ με το πινέλο. Βλ. κραγιόν, ρουζ. 4. (μτφ.) αρνητική ψυχική κυρ. επίδραση που προκαλείται από απειλητική ή γενικότ. δυσάρεστη κατάσταση: ~ ανασφάλειας/καχυποψίας/μίσους/φόβου. 5. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ίχνος: ~ υποψίας. Διαλύθηκε και η τελευταία ~ αμφιβολίας. Πβ. υπόνοια. 6. (μτφ.) οτιδήποτε αρνητικό, ανεξιχνίαστο ή κρυφό, παράνομο: Δεν υπάρχει καμιά ~ στις σχέσεις των δύο ανδρών. Βγήκε από τη ~ (= αφάνεια).|| (ΤΗΛΕΠ., ως παραθετικό σύνθ.) Κλήσεις-/τηλέφωνα-~ές. Παρακολούθηση από κοριούς-~ές. 7. {συνήθ. στον πληθ.} (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) φάντασμα: το βασίλειο/ο κόσμος των ~ών (= νεκρών, βλ. Άδης). ● Υποκ.: σκιούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: θέατρο σκιών: παράσταση με ημιδιαφανείς ζωγραφισμένες φιγούρες, τις οποίες ο καλλιτέχνης κινεί πίσω από λευκό φωτιζόμενο πανί μιμούμενος τις φωνές των ηρώων. Βλ. καραγκιόζης, κουκλοθέατρο. [< γαλλ. théâtre d'ombres] , βαριά σκιά βλ. βαρύς ● ΦΡ.: (είμαι) σκιά του εαυτού μου (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): για κάποιον ή κάτι που δύσκολα αναγνωρίζεται, που δεν είναι ή δεν αποδίδει όπως παλιά: Ήταν ~ του (παλιού) εαυτού της, ανήμπορη να αυτοεξυπηρετηθεί. Πόλη που ερήμωσε και απόμεινε ~ ~ της. [< γαλλ. l' ombre de soi-même] , ζω/μένω/είμαι στη σκιά & στη σκιά (μτφ., για πρόσ.): παραμένω αφανής δίπλα σε κάποια πιο ισχυρή προσωπικότητα: Έζησε ~ της μεγάλης της αδελφής. Πβ. σε δεύτερο πλάνο. [< γαλλ. dans l' ombre] , ρίχνει τη σκιά του 1. (μτφ.) επιδρά αρνητικά, απλώνεται απειλητικά: Η θλίψη έριξε ~ της στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή του. 2. σκιάζει: Τα σπίτια έριχναν ~ τους στον δρόμο. Πβ. επισκιάζω., στη/υπό τη σκιά & κάτω από τη σκιά (μτφ.): υπό την επίδραση που ασκείται από αρνητική κατάσταση ή από σπουδαιότερο γεγονός: ~ ~ του πολέμου. Διαπραγματεύσεις ~ ~ απειλών. Συνεδρίαση που γίνεται ~ ~ των συνταρακτικών αποκαλύψεων., υπό σκιά(ν) (λόγ.): σε σκιερό μέρος, σημείο: Το θερμόμετρο άγγιζε τους 38 βαθμούς ~ ~. Καφές καλλιεργημένος ~ ~., έγινα ο ίσκιος/η σκιά κάποιου βλ. ίσκιος, περί όνου σκιάς βλ. όνος, φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του βλ. ίσκιος [< αρχ. σκιά, γαλλ. ombre, αγγλ. shadow, shade]
46135σκιαγράφημασκι-α-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδίασμα προσώπου ή αντικειμένου στις βασικές του γραμμές. Πβ. ιχνογράφημα, σκαρίφημα, σκίτσο. Βλ. -γράφημα. 2. (μτφ.) σκιαγραφία. Πβ. προσχέδιο. [< αρχ. σκιαγράφημα]
46136σκιαγράφησησκι-α-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): περιληπτική περιγραφή, παρουσίαση των βασικών στοιχείων: ~ του έργου (κάποιου)/των ηρώων/της κοινωνίας/της προσωπικότητας/του προφίλ (π.χ. του καταναλωτή). Αδρή ~ (= διαγραφή) χαρακτήρων. Ψυχολογική ~ των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Πβ. ιχνογράφηση. Βλ. -γράφηση.
46137σκιαγραφίασκι-α-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχηματική απόδοση του περιγράμματος προσώπου ή πράγματος, χωρίς λεπτομέρειες ή βάθος και συνεκδ. το αντίστοιχο έργο: προοπτική και ~. Πβ. ιχνο-, σκιτσο-γραφία.|| ~ες αλόγων (= σκιαγραφήματα). Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) μελέτη που προσεγγίζει ένα θέμα σε γενικές γραμμές: βιογραφική/ιστορική/πολιτική ~. Σύντομη ~ της ζωής και του έργου του ... ΣΥΝ. σκιαγράφημα (2) [< αρχ. σκιαγραφία, γαλλ. sciagraphie, αγγλ. sciagraphy]
46138σκιαγραφικόσκι-α-γρα-φι-κό ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. φαρμακευτική ουσία που χορηγείται σε ασθενή κατά τη διάρκεια απεικονιστικής εξέτασης, καθιστώντας πιο ευδιάκριτα τα ανατομικά στοιχεία: έγχυση ~ού. Ενδοφλέβια/ιωδιούχα ~ά. ΣΥΝ. σκιαγραφική ουσία
46139σκιαγραφικός, ή, ό σκι-α-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σκιαγραφικό: ~ή: αντίθεση/απεικόνιση. ~ό: μέσο/υγρό/υλικό. 2. που σχετίζεται με τη σκιαγραφία: (μτφ.) ~ή παρουσίαση έργου. Πβ. περιληπτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σκιαγραφική ουσία: ΙΑΤΡ. σκιαγραφικό: έγχυση ~ής ~ας. [< μτγν. σκιαγραφικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.