| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46140 | σκιαγραφώ | [σκιαγραφῶ] σκι-α-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {σκιαγραφ-είς ... | σκιαγράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος} 1. (μτφ.) περιγράφω, αποδίδω κάτι σε γενικές γραμμές: ~εί την κατάσταση με ζοφερά χρώματα. ~ησε την ιστορία του κινήματος. Να ~ήσετε την προσωπικότητα του ήρωα. Μυθιστόρημα που ~εί (= απεικονίζει) τη ζωή ενός απλού ανθρώπου. Πβ. ιχνογραφώ. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (σπάν.) σκιτσάρω. Βλ. -γραφώ. [< αρχ. σκιαγραφῶ] | |
| 46141 | σκιάδα | σκι-ά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ίσκιος· ειδικότ. στεγασμένη κατασκευή που σχηματίζει σκιά, προφυλάσσοντας κυρ. από τον ήλιο. Βλ. κιόσκι. [< μτγν. σκιάς] | |
| 46142 | σκιαδανθή | [σκιαδανθῆ] σκι-α-δαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. δικοτυλήδονα φυτά (επιστ. ονομασ. Umbelliferae) με άνθη που ταξινομούνται κυκλικά, σαν ομπρέλα. Βλ. άνηθος, καρότο, μαϊντανός, μάραθο, σέλινο. [< γαλλ. ombellifère] | |
| 46143 | σκιάδιο | σκι-ά-δι-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) σκιάδι 1. (επίσ.) μικρό συνήθ. κάλυμμα που προστατεύει από τον ήλιο: ~ (συν)οδηγού. ~ φακού φωτογραφικής μηχανής (πβ. καπάκι, παρασολέιγ). Αφήστε ανοιχτό ένα φύλλο από τα ~α (= παντζούρια). (παλαιότ.) Πλατύγυρο ~ (= ψάθινο καπέλο). Πβ. σκίαστρο. Βλ. ηλιοπροστασία. 2. ΒΟΤ. είδος ταξιανθίας με άνθη που σχηματίζουν μπουκετάκια σαν ομπρέλες: σύνθετο ~. Σφαιρικά ~α. Βλ. ορτανσία. 3. ΖΩΟΛ. το ημιδιαφανές τμήμα του σώματος της μέδουσας, που έχει σχήμα κουδουνιού. [< 1: αρχ. σκιάδ(ε)ιον 2: μτγν. ~] | |
| 46144 | σκιάζει | σκι-ά-ζει ρ. (μτβ.) {σκία-σε, σκιά-στηκε, -σμένος} 1. (μτφ.) προκαλεί βαριά ατμόσφαιρα, επιδρά αρνητικά: Η ύφεση ~ τις διεθνείς αγορές. Είδηση/επεισόδιο που ~σε τις συνομιλίες. Τα προβλήματα ~σαν την ευτυχία/τις σχέσεις τους. Πβ. διαταράσσω. Βλ. επισκιάζω. ΣΥΝ. ρίχνει τη σκιά του (1) 2. σχηματίζει σκιά σε επιφάνεια: Τα πεύκα ~ζαν τον κήπο. Βλ. φωτοσκιάζω. [< αρχ. σκιάζω] | |
| 46145 | σκιάζω | σκιά-ζω ρ. (μτβ.) {έσκια-ξα, σκιά-χτηκα, -γμένος} (λαϊκό-λογοτ.): τρομάζω: Μ' ~ξες (= με φόβισες). ~χτηκα (= φοβήθηκα), μόλις βρέθηκα μονάχος. Μη ~εσαι! [< μεσν. σκιάζω] | |
| 46146 | σκιαθίτικος | , η, ο σκια-θί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκιάθο ή/και τους Σκιαθίτες. Βλ. -ίτικος. | |
| 46147 | σκιαμαχία | σκι-α-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μάταιος αγώνας εναντίον ανύπαρκτου εχθρού: ανούσια/κομματική ~. Τηλεοπτικές ~ες. Αναλώθηκε σε άγονες διαμάχες και ~ες. Βλ. -μαχία, δονκιχοτισμός. [< μτγν. σκιαμαχία ‘προσποιητή μάχη’] | |
| 46148 | σκιαμαχώ | [σκιαμαχῶ] σκι-α-μα-χώ ρ. (μτβ.) {σκιαμαχ-είς ..., -ώντας, συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): αγωνίζομαι άσκοπα εναντίον ανύπαρκτου αντιπάλου: ~ούν για την προεδρία. Πβ. κυνηγάει ανεμόμυλους. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. σκιαμαχῶ] | |
| 46149 | σκιάξιμο | σκιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τρόμαγμα, ξαφνικός φόβος. [<σκιάξιμον, 16ος αι.] | |
| 46150 | σκίαση | σκί-α-ση ουσ. (θηλ.): σχηματισμός σκιάς: εξωτερική/εσωτερική/κάθετη/ομοιογενής/οριζόντια ~. Συστήματα/υφάσματα ~ης. ~ θερμοκηπίου/κτιρίων/χώρου. Βλ. τέντα, γραμμο~, φωτο~.|| (ΙΑΤΡ.) Γραμμοειδείς/οζώδεις ~άσεις (: σε ακτινογραφία). ΣΥΝ. σκιασμός [< μεσν. σκίασις] | |
| 46151 | σκίασμα | σκί-α-σμα ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε δημιουργεί σκιά. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (σε πίνακα ζωγραφικής) απόδοση της εναλλαγής φωτός και σκιάς, ώστε να δίνεται η αίσθηση του όγκου και του ανάγλυφου. Βλ. φωτοσκίαση. [< μτγν. σκίασμα] | |
| 46152 | σκιασμός | σκι-α-σμός ουσ. (αρσ.): σκίαση. ΑΝΤ. ηλιασμός | |
| 46153 | σκίαστρο | σκί-α-στρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. οτιδήποτε δημιουργεί σκιά, προστατεύοντας από τον ήλιο: αφαιρούμενο/οριζόντιο/συρόμενο ~. ~ αυτοκινήτου/οροφής/πέργκολας/φακού. Εξωτερικά ~α (: παντζούρια, ρολά, τέντες). ~α παραθύρων. Ξαπλώστρα με ~. Πβ. σκιάδιο. Βλ. στέγαστρο. 2. αμπαζούρ: ~ λάμπας. Βλ. -τρο. | |
| 46154 | σκιάχτρο | σκιά-χτρο ουσ. (ουδ.) 1. πρόχειρο ομοίωμα ανθρώπου που στήνεται κυρ. σε καλλιεργημένα χωράφια, για να διώχνει πουλιά ή ζώα. Βλ. -τρο. 2. (μτφ.) φόβητρο, απειλή: το ~ της ανεργίας/παγκοσμιοποίησης (πβ. φάσμα). Στέκεται σαν ~ (πβ. μπαμπούλας). Επισείουν το ~ του ... Πβ. μορμολύκειο. 3. (μτφ.-προφ.-μειωτ.) πολύ άσχημος ή/και αδύνατος άνθρωπος. Πβ. ξόανο, τέρας ασχήμιας. | |
| 46155 | σκίγκος | σκί-γκος ουσ. (αρσ.) & σκίγγος: ΖΩΟΛ. σαύρα (Οικογ. Scincidae) με λείο σώμα, κοντά πόδια και μεγάλη ουρά. [< μτγν. σκίγγος, γαλλ. scinque, αγγλ. skink] | |
| 46156 | σκιέρ | σκι-έρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άτομο που κάνει σκι, χειμερινό ή θαλάσσιο. Πβ. χιονοδρόμος. [< γαλλ. skieur, 1904] | |
| 46157 | σκιερός | , ή, ό σκι-ε-ρός επίθ. 1. που δημιουργεί σκιά: ~ό: δάσος. ~ά: δέντρα/πλατάνια. Πβ. κατάσκιος, σκιώδης. 2. (για χώρο) που είναι στη σκιά: ~ή: βεράντα/θέση. ~ό: σοκάκι. ~ές: γωνιές/πλαγιές/σπηλιές. Πβ. ανήλιος. 3. (σπάν.) σκοτεινός, σκουρόχρωμος: ~οί: τόνοι. Βλ. -ερός. [< αρχ. σκιερός] | |
| 46158 | σκιερότητα | σκι-ε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκιερού: ~ των δένδρων/του χώρου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του παρεγχύματος (: σε ακτινογραφία). Βλ. -ότητα. | |
| 46159 | σκίζα | βλ. σχίζα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ