| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46151 | σκίασμα | σκί-α-σμα ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε δημιουργεί σκιά. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (σε πίνακα ζωγραφικής) απόδοση της εναλλαγής φωτός και σκιάς, ώστε να δίνεται η αίσθηση του όγκου και του ανάγλυφου. Βλ. φωτοσκίαση. [< μτγν. σκίασμα] | |
| 46152 | σκιασμός | σκι-α-σμός ουσ. (αρσ.): σκίαση. ΑΝΤ. ηλιασμός | |
| 46153 | σκίαστρο | σκί-α-στρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. οτιδήποτε δημιουργεί σκιά, προστατεύοντας από τον ήλιο: αφαιρούμενο/οριζόντιο/συρόμενο ~. ~ αυτοκινήτου/οροφής/πέργκολας/φακού. Εξωτερικά ~α (: παντζούρια, ρολά, τέντες). ~α παραθύρων. Ξαπλώστρα με ~. Πβ. σκιάδιο. Βλ. στέγαστρο. 2. αμπαζούρ: ~ λάμπας. Βλ. -τρο. | |
| 46154 | σκιάχτρο | σκιά-χτρο ουσ. (ουδ.) 1. πρόχειρο ομοίωμα ανθρώπου που στήνεται κυρ. σε καλλιεργημένα χωράφια, για να διώχνει πουλιά ή ζώα. Βλ. -τρο. 2. (μτφ.) φόβητρο, απειλή: το ~ της ανεργίας/παγκοσμιοποίησης (πβ. φάσμα). Στέκεται σαν ~ (πβ. μπαμπούλας). Επισείουν το ~ του ... Πβ. μορμολύκειο. 3. (μτφ.-προφ.-μειωτ.) πολύ άσχημος ή/και αδύνατος άνθρωπος. Πβ. ξόανο, τέρας ασχήμιας. | |
| 46155 | σκίγκος | σκί-γκος ουσ. (αρσ.) & σκίγγος: ΖΩΟΛ. σαύρα (Οικογ. Scincidae) με λείο σώμα, κοντά πόδια και μεγάλη ουρά. [< μτγν. σκίγγος, γαλλ. scinque, αγγλ. skink] | |
| 46156 | σκιέρ | σκι-έρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άτομο που κάνει σκι, χειμερινό ή θαλάσσιο. Πβ. χιονοδρόμος. [< γαλλ. skieur, 1904] | |
| 46157 | σκιερός | , ή, ό σκι-ε-ρός επίθ. 1. που δημιουργεί σκιά: ~ό: δάσος. ~ά: δέντρα/πλατάνια. Πβ. κατάσκιος, σκιώδης. 2. (για χώρο) που είναι στη σκιά: ~ή: βεράντα/θέση. ~ό: σοκάκι. ~ές: γωνιές/πλαγιές/σπηλιές. Πβ. ανήλιος. 3. (σπάν.) σκοτεινός, σκουρόχρωμος: ~οί: τόνοι. Βλ. -ερός. [< αρχ. σκιερός] | |
| 46158 | σκιερότητα | σκι-ε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκιερού: ~ των δένδρων/του χώρου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του παρεγχύματος (: σε ακτινογραφία). Βλ. -ότητα. | |
| 46159 | σκίζα | βλ. σχίζα | |
| 46160 | σκίζω | σκί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκι-σα, σκί-στηκε, -στεί, -σμένος, σκίζ-οντας} & σχίζω 1. κομματιάζω ή χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, δημιουργώντας συνήθ. άνοιγμα κατά μήκος του: ~ ένα γράμμα/το περιτύλιγμα (ενός δώρου)/έναν φάκελο/φωτογραφίες. Ο δυνατός αέρας ~σε την τέντα. Η ξυλεία δεν ~εται (= κόβεται, τεμαχίζεται) εύκολα. ~στηκε (= τρύπησε) το καλσόν σου. Ένας ζητιάνος με ~σμένα ρούχα (πβ. κουρελιασμένα).|| Ο σεισμός ~σε τη γη (: προκάλεσε μεγάλη ρωγμή). 2. αποσπώ απότομα φύλλο χαρτί από τετράδιο, μπλοκ ή γενικότ. έντυπο: ~σα (πβ. έκοψα) την αγγελία από την εφημερίδα. Αυτή η σελίδα έχει ~στεί (πβ. λείπει). 3. (μτφ.-οικ.) σημειώνω πολύ μεγάλη νίκη ή επιτυχία: Τους ~σαμε στο τένις! Θα σας ~σουμε στη ρεβάνς! Πβ. ξε~.|| ~σες πάλι! ~ει η νέα του ταινία!|| Το κινητό σου ~ει από εμφάνιση (: είναι εντυπωσιακό). (ειρων.) Από γεωγραφία βλέπω/πάντως ~εις! (: είσαι άσχετος). ΣΥΝ. θριαμβεύω (1), κατανικώ (2), κατατροπώνω 4. γδέρνω κατά μήκος και συνήθ. βαθιά το δέρμα ή γενικότ. τραυματίζω: ~σα το δάχτυλό μου με το χαρτί. Έπεσε και ~στηκαν τα γόνατά της. 5. (μτφ.) διαπερνώ κάτι με μεγάλη ταχύτητα ή ένταση: Γεράκια ~ουν (= διασχίζουν) τον αέρα/τους αιθέρες/τον ουρανό. Μια κραυγή ~σε το σκοτάδι. ● Παθ.: σκίζομαι (μτφ.-προφ.): προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να κάνω κάτι: ~εται (= αγωνίζεται) για να τα βγάλει πέρα/για να μην τους λείπει τίποτα. ~στηκε στο διάβασμα/στη δουλειά/στην προπόνηση. ● ΦΡ.: θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) (προφ.): ως απειλή για άσκηση σωματικής βίας εναντίον κάποιου., σκίζω τα ρούχα μου (μτφ.-προφ.) 1. αρνούμαι ή υποστηρίζω κάτι κατηγορηματικά ή γενικότ. διαμαρτύρομαι έντονα: Έσκιζε ~ του ότι δεν είπε τίποτα εναντίον σου. ΣΥΝ. διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, ωρύομαι.|| ~ει ~ της πως δεν σκοπεύει να συνεργαστεί μαζί τους. 2. επιθυμώ ή μου αρέσει κάτι πάρα πολύ: Δεν ~ ~ για τις ταινίες του., διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του βλ. διαρρηγνύω, καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου βλ. πτυχίο, σκίζει χασέδες βλ. χασές, σκίζω τη γάτα βλ. γάτα [< αρχ. σχίζω] | |
| 46161 | σκίλλα | σκίλ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, βολβώδες φυτό (γένος Scilla) με πλατιά γαλαζωπά άνθη· κάποια είδη του είναι διακοσμητικά, ενώ άλλα καλλιεργούνται για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Βλ. υάκινθος. [< αρχ. σκίλλα, γαλλ. scille, αγγλ. scilla] | |
| 46162 | σκινάς | σκι-νάς ουσ. (αρσ.) (αργκό): σκίνχεντ. Βλ. -άς. | |
| 46163 | σκίνος | βλ. σχίνος | |
| 46164 | σκίνχεντ | σκίν-χεντ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: νεαρός, συνήθ. λευκός άνδρας με ξυρισμένο κεφάλι και ρούχα στρατιωτικού τύπου που έχει ρατσιστικές αντιλήψεις και επιθετική συμπεριφορά: συμμορία ~. Βλ. νεοναζί, χούλιγκαν. ΣΥΝ. σκινάς [< αγγλ. skinhead, 1953, γαλλ. ~, 1971] | |
| 46165 | σκίουρος | σκί-ου-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό, θηλαστικό τρωκτικό ζώο (οικογ. Sciuridae) που ζει κυρ. σε δέντρα, έχει καφέ, κοκκινωπό ή γκρίζο τρίχωμα και όρθια, φουντωτή ουρά. Βλ. μαρμότα. ● Υποκ.: σκιουράκι (το) [< μτγν. σκίουρος] | |
| 46166 | σκιόφιλος | , η, ο σκι-ό-φι-λος επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: ΒΟΤ. (για φυτό) που χρειάζεται σκιά, για να αναπτυχθεί. Βλ. υδρό-, φωτό-φιλος. [< νεολατ. sciophila, αγγλ. sciophilous, 1900, γαλλ. scia(o)phile] | |
| 46167 | σκιόφυτο | σκι-ό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό που χρειάζεται σκιά, για να αναπτυχθεί: Βλ. ελάτη, οξιά.|| (ως επίθ.) ~α: είδη (= σκιόφιλα). Βλ. -φυτο. [< πβ. αγγλ. sciophyte, 1905, γαλλ. ~] | |
| 46168 | σκιόφως | σκι-ό-φως ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) ημίφως, λυκόφως: κατανυκτικό/πένθιμο ~. Το ~ των βυζαντινών ναών. Πβ. μισοσκόταδο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. παρασκιά: το ~ της Γης. [< μτγν. σκιόφως] | |
| 46169 | σκιοφωτισμός | σκι-ο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φωτοσκίαση. | |
| 46170 | σκίπερ | σκί-περ ουσ. (αρσ.): κυβερνήτης ιστιοφόρου. [< αγγλ. skipper] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ