| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46160 | σκίζω | σκί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκι-σα, σκί-στηκε, -στεί, -σμένος, σκίζ-οντας} & σχίζω 1. κομματιάζω ή χωρίζω κάτι σε δύο ή περισσότερα μέρη, δημιουργώντας συνήθ. άνοιγμα κατά μήκος του: ~ ένα γράμμα/το περιτύλιγμα (ενός δώρου)/έναν φάκελο/φωτογραφίες. Ο δυνατός αέρας ~σε την τέντα. Η ξυλεία δεν ~εται (= κόβεται, τεμαχίζεται) εύκολα. ~στηκε (= τρύπησε) το καλσόν σου. Ένας ζητιάνος με ~σμένα ρούχα (πβ. κουρελιασμένα).|| Ο σεισμός ~σε τη γη (: προκάλεσε μεγάλη ρωγμή). 2. αποσπώ απότομα φύλλο χαρτί από τετράδιο, μπλοκ ή γενικότ. έντυπο: ~σα (πβ. έκοψα) την αγγελία από την εφημερίδα. Αυτή η σελίδα έχει ~στεί (πβ. λείπει). 3. (μτφ.-οικ.) σημειώνω πολύ μεγάλη νίκη ή επιτυχία: Τους ~σαμε στο τένις! Θα σας ~σουμε στη ρεβάνς! Πβ. ξε~.|| ~σες πάλι! ~ει η νέα του ταινία!|| Το κινητό σου ~ει από εμφάνιση (: είναι εντυπωσιακό). (ειρων.) Από γεωγραφία βλέπω/πάντως ~εις! (: είσαι άσχετος). ΣΥΝ. θριαμβεύω (1), κατανικώ (2), κατατροπώνω 4. γδέρνω κατά μήκος και συνήθ. βαθιά το δέρμα ή γενικότ. τραυματίζω: ~σα το δάχτυλό μου με το χαρτί. Έπεσε και ~στηκαν τα γόνατά της. 5. (μτφ.) διαπερνώ κάτι με μεγάλη ταχύτητα ή ένταση: Γεράκια ~ουν (= διασχίζουν) τον αέρα/τους αιθέρες/τον ουρανό. Μια κραυγή ~σε το σκοτάδι. ● Παθ.: σκίζομαι (μτφ.-προφ.): προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να κάνω κάτι: ~εται (= αγωνίζεται) για να τα βγάλει πέρα/για να μην τους λείπει τίποτα. ~στηκε στο διάβασμα/στη δουλειά/στην προπόνηση. ● ΦΡ.: θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) (προφ.): ως απειλή για άσκηση σωματικής βίας εναντίον κάποιου., σκίζω τα ρούχα μου (μτφ.-προφ.) 1. αρνούμαι ή υποστηρίζω κάτι κατηγορηματικά ή γενικότ. διαμαρτύρομαι έντονα: Έσκιζε ~ του ότι δεν είπε τίποτα εναντίον σου. ΣΥΝ. διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, ωρύομαι.|| ~ει ~ της πως δεν σκοπεύει να συνεργαστεί μαζί τους. 2. επιθυμώ ή μου αρέσει κάτι πάρα πολύ: Δεν ~ ~ για τις ταινίες του., διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του βλ. διαρρηγνύω, καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου βλ. πτυχίο, σκίζει χασέδες βλ. χασές, σκίζω τη γάτα βλ. γάτα [< αρχ. σχίζω] | |
| 46161 | σκίλλα | σκίλ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, βολβώδες φυτό (γένος Scilla) με πλατιά γαλαζωπά άνθη· κάποια είδη του είναι διακοσμητικά, ενώ άλλα καλλιεργούνται για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Βλ. υάκινθος. [< αρχ. σκίλλα, γαλλ. scille, αγγλ. scilla] | |
| 46162 | σκινάς | σκι-νάς ουσ. (αρσ.) (αργκό): σκίνχεντ. Βλ. -άς. | |
| 46163 | σκίνος | βλ. σχίνος | |
| 46164 | σκίνχεντ | σκίν-χεντ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: νεαρός, συνήθ. λευκός άνδρας με ξυρισμένο κεφάλι και ρούχα στρατιωτικού τύπου που έχει ρατσιστικές αντιλήψεις και επιθετική συμπεριφορά: συμμορία ~. Βλ. νεοναζί, χούλιγκαν. ΣΥΝ. σκινάς [< αγγλ. skinhead, 1953, γαλλ. ~, 1971] | |
| 46165 | σκίουρος | σκί-ου-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό, θηλαστικό τρωκτικό ζώο (οικογ. Sciuridae) που ζει κυρ. σε δέντρα, έχει καφέ, κοκκινωπό ή γκρίζο τρίχωμα και όρθια, φουντωτή ουρά. Βλ. μαρμότα. ● Υποκ.: σκιουράκι (το) [< μτγν. σκίουρος] | |
| 46166 | σκιόφιλος | , η, ο σκι-ό-φι-λος επίθ. {κυρ. στο ουδ.}: ΒΟΤ. (για φυτό) που χρειάζεται σκιά, για να αναπτυχθεί. Βλ. υδρό-, φωτό-φιλος. [< νεολατ. sciophila, αγγλ. sciophilous, 1900, γαλλ. scia(o)phile] | |
| 46167 | σκιόφυτο | σκι-ό-φυ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό που χρειάζεται σκιά, για να αναπτυχθεί: Βλ. ελάτη, οξιά.|| (ως επίθ.) ~α: είδη (= σκιόφιλα). Βλ. -φυτο. [< πβ. αγγλ. sciophyte, 1905, γαλλ. ~] | |
| 46168 | σκιόφως | σκι-ό-φως ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) ημίφως, λυκόφως: κατανυκτικό/πένθιμο ~. Το ~ των βυζαντινών ναών. Πβ. μισοσκόταδο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. παρασκιά: το ~ της Γης. [< μτγν. σκιόφως] | |
| 46169 | σκιοφωτισμός | σκι-ο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φωτοσκίαση. | |
| 46170 | σκίπερ | σκί-περ ουσ. (αρσ.): κυβερνήτης ιστιοφόρου. [< αγγλ. skipper] | |
| 46171 | σκίρτημα | σκίρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {σκιρτήμ-ατα} 1. (μτφ.) χτυποκάρδι, ερωτική κυρ. συγκίνηση: ~ ελπίδας/χαράς. ~ της καρδιάς/της ψυχής (πβ. πετάρισμα, φτερούγισμα).|| Το πρώτο ~ (= ο έρωτας). Τα ~ατα της νιότης. 2. ελαφρό αναπήδημα, τίναγμα, σάλεμα: το ~ του εμβρύου. [< αρχ. σκίρτημα] | |
| 46172 | σκιρτώ | [σκιρτῶ] σκιρ-τώ ρ. (αμτβ.) {σκιρτ-άς ..., -ώντας | σκίρτ-ησα} 1. (μτφ.) καρδιοχτυπώ, αναστατώνομαι λόγω δυνατών, συνήθ. ερωτικών, συναισθημάτων: ~ από συγκίνηση/χαρά. ~ησε η καρδιά/η ψυχή του, όταν την είδε (πβ. πεταρίζει, φτεροκοπά). Κάτι ~ησε μέσα της. 2. πετάγομαι, τινάζομαι ελαφρά, σαλεύω: ~ησε το βρέφος στην κοιλιά της. ΣΥΝ. αναπηδώ (1) [< αρχ. σκιρτῶ] | |
| 46173 | σκίρων | σκί-ρων ουσ. (αρσ.) & σκίρωνας: ΜΕΤΕΩΡ. μαΐστρος. [< αρχ. σκίρων] | |
| 46174 | σκίσιμο | σκί-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σκισίμ-ατα} & σχίσιμο: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκίζω: το ~ του χαρτιού. Βαθύ ~ στο πόδι/φρύδι (πβ. ουλή). Φούστα με ~ στο πίσω μέρος (= άνοιγμα). Πλαϊνά ~ατα που κλείνουν με κουμπιά. | |
| 46175 | σκισμάδα | βλ. σχισμάδα | |
| 46176 | σκισμή | βλ. σχισμή | |
| 46177 | σκιστός | , ή, ό βλ. σχιστός | |
| 46178 | σκιτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκητ: ΑΘΛ. σκοπευτικό αγώνισμα με τουφέκι, στο οποίο πήλινοι στόχοι (δίσκοι) εκτοξεύονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η τροχιά τους να μοιάζει με το πέταγμα των πουλιών: ολυμπιακό ~. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. τραπ. [< αγγλ. skeet, 1926] | |
| 46179 | σκιτζής | σκι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αδέξιος τεχνίτης και γενικότ. επαγγελματίας που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. ΣΥΝ. αλμπάνης (1), ατζαμής, κομπογιαννίτης [< τουρκ. eskici] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ