Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46720-46740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46171σκίρτημασκίρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {σκιρτήμ-ατα} 1. (μτφ.) χτυποκάρδι, ερωτική κυρ. συγκίνηση: ~ ελπίδας/χαράς. ~ της καρδιάς/της ψυχής (πβ. πετάρισμα, φτερούγισμα).|| Το πρώτο ~ (= ο έρωτας). Τα ~ατα της νιότης. 2. ελαφρό αναπήδημα, τίναγμα, σάλεμα: το ~ του εμβρύου. [< αρχ. σκίρτημα]
46172σκιρτώ[σκιρτῶ] σκιρ-τώ ρ. (αμτβ.) {σκιρτ-άς ..., -ώντας | σκίρτ-ησα} 1. (μτφ.) καρδιοχτυπώ, αναστατώνομαι λόγω δυνατών, συνήθ. ερωτικών, συναισθημάτων: ~ από συγκίνηση/χαρά. ~ησε η καρδιά/η ψυχή του, όταν την είδε (πβ. πεταρίζει, φτεροκοπά). Κάτι ~ησε μέσα της. 2. πετάγομαι, τινάζομαι ελαφρά, σαλεύω: ~ησε το βρέφος στην κοιλιά της. ΣΥΝ. αναπηδώ (1) [< αρχ. σκιρτῶ]
46173σκίρωνσκί-ρων ουσ. (αρσ.) & σκίρωνας: ΜΕΤΕΩΡ. μαΐστρος. [< αρχ. σκίρων]
46174σκίσιμοσκί-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σκισίμ-ατα} & σχίσιμο: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκίζω: το ~ του χαρτιού. Βαθύ ~ στο πόδι/φρύδι (πβ. ουλή). Φούστα με ~ στο πίσω μέρος (= άνοιγμα). Πλαϊνά ~ατα που κλείνουν με κουμπιά.
46175σκισμάδαβλ. σχισμάδα
46176σκισμήβλ. σχισμή
46177σκιστός, ή, ό βλ. σχιστός
46178σκιτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σκητ: ΑΘΛ. σκοπευτικό αγώνισμα με τουφέκι, στο οποίο πήλινοι στόχοι (δίσκοι) εκτοξεύονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η τροχιά τους να μοιάζει με το πέταγμα των πουλιών: ολυμπιακό ~. ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. τραπ. [< αγγλ. skeet, 1926]
46179σκιτζήςσκι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αδέξιος τεχνίτης και γενικότ. επαγγελματίας που δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. ΣΥΝ. αλμπάνης (1), ατζαμής, κομπογιαννίτης [< τουρκ. eskici]
46180σκιτζίδικος, η, ο σκι-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): που σχετίζεται με τον σκιτζή: ~η: νοοτροπία. Τσαπατσούλικη και ~η δουλειά. Βλ. -τζίδικος. ΣΥΝ. ατζαμίδικος, κομπογιαννίτικος
46181σκιτσάρισμασκι-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκιτσάρω: ~ αντικειμένων. Πβ. ιχνογράφηση, σχεδίασμα.|| (μτφ.) Ρεαλιστικό ~ των χαρακτήρων. Πβ. σκιαγράφηση. Βλ. -ισμα.
46182σκιτσάρωσκι-τσά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκίτσαρ-α κ. -ισα, -ισμένος} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδιάζω συνήθ. γρήγορα, αποδίδοντας τις βασικές γραμμές προσώπου ή πράγματος: ~ουν γυναικεία κεφάλια/φιγούρες. Ξέρει να ~ει και να ζωγραφίζει. 2. (σπάν.-μτφ.) σκιαγραφώ: ~ουν την επικαιρότητα. [< ιταλ. schizzare]
46183σκίτσοσκί-τσο ουσ. (ουδ.) 1. γρήγορο συνήθ. σχέδιο με απλές γραμμές, που αποτελεί κυρ. την πρώτη μορφή εικαστικού ιδ. έργου: αρχιτεκτονικό ~. ~α ζωγραφικής/με μολύβι. Τα ~α των κόμικς (πβ. εικόνες, ζωγραφιές). Η Αστυνομία δημοσίευσε το ~ του δολοφόνου. Πβ. προσχέδιο, σκαρίφημα, σκια-, σχεδιο-γράφημα, σκιτσογραφία. 2. γελοιογραφία: πολιτικό/σατιρικό ~. ● Υποκ.: σκιτσάκι (το) [< ιταλ. schizzo < λατ. schedium < αρχ. σχέδιος ‘φτιαγμένος εκείνη τη στιγμή’]
46184σκιτσογραφίασκι-τσο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σχεδίαση σκίτσων· συνεκδ. το ίδιο το σκίτσο: Είναι ταλέντο στη ~. Πβ. ιχνο-, σκια-γραφία.|| Πολιτικές ~ες. Βλ. -γραφία.
46185σκιτσογραφικός, ή, ό σκι-τσο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκιτσογραφία ή τον σκιτσογράφο: ~ό: έργο/ταλέντο. ~ά: πορτρέτα.
46186σκιτσογράφοςσκι-τσο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που φτιάχνει σκίτσα: πολιτικός ~. Βλ. -γράφος.
46187σκιφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα κωπηλασίας με μακρόστενο, επίπεδο σκάφος, όπου κάθε αθλητής κρατά δύο κουπιά· το ίδιο το σκάφος: απλό/διπλό/τετραπλό ~ (: με πλήρωμα που αποτελείται από έναν, δύο ή τέσσερις κωπηλάτες). ~ ελαφρών βαρών. Βλ. δί-, τετρά-κωπος, κανό. [< αγγλ. skiff, γαλλ. skif(f), 1851]
46188σκιώδης, ης, ες σκι-ώ-δης επίθ. {σκιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) υποτυπώδης, πλασματικός, σχεδόν ανύπαρκτος: ~ης: αντιπολίτευση/πνευματική ζωή. ~ες: κράτος (= ψευδοκράτος). ~η: πρόσωπα (μυθιστορήματος). 2. (μτφ.) που υπάρχει και λειτουργεί άτυπα ή υπόγεια, παρασκηνιακά: ~ης: εισηγητής/πρωθυπουργός/σύμβουλος/υπουργός. ~ης: εξουσία (βλ. σκοτεινός). ~ες: τραπεζικό σύστημα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αντίγραφα (: για προστασία δεδομένων). 3. (σπάν.) σκιερός: ~ης: ατμόσφαιρα (: θολή, ομιχλώδης). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: σκιώδης κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. άτυπη κυβέρνηση που σχηματίζεται από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε αντιστοιχία με το κυβερνητικό σχήμα και έχει ως στόχο τον έλεγχο του έργου του· συνεκδ. τα μέλη που ανήκουν σε αυτή. [< αγγλ. shadow government] [< 3: αρχ. σκιώδης]
46189σκλαβιάσκλα-βιά ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. για λαό ή έθνος) βαριά αιχμαλωσία, δουλεία: μαύρη/πικρή/πολυετής/σκληρή/φρικτή ~. Αγωνίστηκαν ενάντια στη ~. Πβ. υποδούλωση.|| Σεξουαλική/σύγχρονη ~ (: δουλεμπόριο, σωματεμπορία).|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική/πνευματική ~. Πβ. καταδυνάστευση, τυραννία. ΑΝΤ. ελευθερία 2. (μτφ.) αβάσταχτη, ηθική ή νομική, δέσμευση: μισθωτή ~. Βλέπουν τον γάμο/τις ευθύνες σαν ~. [< μεσν. σκλαβιά]
46190σκλαβοπάζαροσκλα-βο-πά-ζα-ρο ουσ. (ουδ.): δουλεμπόριο: εργασιακό/σύγχρονο/φρικτό ~. ~ ανηλίκων/γυναικών/μεταναστών. Πβ. σωματεμπορία, τράφικινγκ.|| (κυρ. παλαιότ., τόπος αγοραπωλησίας σκλάβων) Πουλήθηκε σε ~. Τα ~α της Αφρικής.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.