Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46720-46740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46180σκιτζίδικος, η, ο σκι-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): που σχετίζεται με τον σκιτζή: ~η: νοοτροπία. Τσαπατσούλικη και ~η δουλειά. Βλ. -τζίδικος. ΣΥΝ. ατζαμίδικος, κομπογιαννίτικος
46181σκιτσάρισμασκι-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκιτσάρω: ~ αντικειμένων. Πβ. ιχνογράφηση, σχεδίασμα.|| (μτφ.) Ρεαλιστικό ~ των χαρακτήρων. Πβ. σκιαγράφηση. Βλ. -ισμα.
46182σκιτσάρωσκι-τσά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκίτσαρ-α κ. -ισα, -ισμένος} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδιάζω συνήθ. γρήγορα, αποδίδοντας τις βασικές γραμμές προσώπου ή πράγματος: ~ουν γυναικεία κεφάλια/φιγούρες. Ξέρει να ~ει και να ζωγραφίζει. 2. (σπάν.-μτφ.) σκιαγραφώ: ~ουν την επικαιρότητα. [< ιταλ. schizzare]
46183σκίτσοσκί-τσο ουσ. (ουδ.) 1. γρήγορο συνήθ. σχέδιο με απλές γραμμές, που αποτελεί κυρ. την πρώτη μορφή εικαστικού ιδ. έργου: αρχιτεκτονικό ~. ~α ζωγραφικής/με μολύβι. Τα ~α των κόμικς (πβ. εικόνες, ζωγραφιές). Η Αστυνομία δημοσίευσε το ~ του δολοφόνου. Πβ. προσχέδιο, σκαρίφημα, σκια-, σχεδιο-γράφημα, σκιτσογραφία. 2. γελοιογραφία: πολιτικό/σατιρικό ~. ● Υποκ.: σκιτσάκι (το) [< ιταλ. schizzo < λατ. schedium < αρχ. σχέδιος ‘φτιαγμένος εκείνη τη στιγμή’]
46184σκιτσογραφίασκι-τσο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σχεδίαση σκίτσων· συνεκδ. το ίδιο το σκίτσο: Είναι ταλέντο στη ~. Πβ. ιχνο-, σκια-γραφία.|| Πολιτικές ~ες. Βλ. -γραφία.
46185σκιτσογραφικός, ή, ό σκι-τσο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκιτσογραφία ή τον σκιτσογράφο: ~ό: έργο/ταλέντο. ~ά: πορτρέτα.
46186σκιτσογράφοςσκι-τσο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που φτιάχνει σκίτσα: πολιτικός ~. Βλ. -γράφος.
46187σκιφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα κωπηλασίας με μακρόστενο, επίπεδο σκάφος, όπου κάθε αθλητής κρατά δύο κουπιά· το ίδιο το σκάφος: απλό/διπλό/τετραπλό ~ (: με πλήρωμα που αποτελείται από έναν, δύο ή τέσσερις κωπηλάτες). ~ ελαφρών βαρών. Βλ. δί-, τετρά-κωπος, κανό. [< αγγλ. skiff, γαλλ. skif(f), 1851]
46188σκιώδης, ης, ες σκι-ώ-δης επίθ. {σκιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. (μτφ.) υποτυπώδης, πλασματικός, σχεδόν ανύπαρκτος: ~ης: αντιπολίτευση/πνευματική ζωή. ~ες: κράτος (= ψευδοκράτος). ~η: πρόσωπα (μυθιστορήματος). 2. (μτφ.) που υπάρχει και λειτουργεί άτυπα ή υπόγεια, παρασκηνιακά: ~ης: εισηγητής/πρωθυπουργός/σύμβουλος/υπουργός. ~ης: εξουσία (βλ. σκοτεινός). ~ες: τραπεζικό σύστημα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αντίγραφα (: για προστασία δεδομένων). 3. (σπάν.) σκιερός: ~ης: ατμόσφαιρα (: θολή, ομιχλώδης). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: σκιώδης κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. άτυπη κυβέρνηση που σχηματίζεται από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε αντιστοιχία με το κυβερνητικό σχήμα και έχει ως στόχο τον έλεγχο του έργου του· συνεκδ. τα μέλη που ανήκουν σε αυτή. [< αγγλ. shadow government] [< 3: αρχ. σκιώδης]
46189σκλαβιάσκλα-βιά ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. για λαό ή έθνος) βαριά αιχμαλωσία, δουλεία: μαύρη/πικρή/πολυετής/σκληρή/φρικτή ~. Αγωνίστηκαν ενάντια στη ~. Πβ. υποδούλωση.|| Σεξουαλική/σύγχρονη ~ (: δουλεμπόριο, σωματεμπορία).|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική/πνευματική ~. Πβ. καταδυνάστευση, τυραννία. ΑΝΤ. ελευθερία 2. (μτφ.) αβάσταχτη, ηθική ή νομική, δέσμευση: μισθωτή ~. Βλέπουν τον γάμο/τις ευθύνες σαν ~. [< μεσν. σκλαβιά]
46190σκλαβοπάζαροσκλα-βο-πά-ζα-ρο ουσ. (ουδ.): δουλεμπόριο: εργασιακό/σύγχρονο/φρικτό ~. ~ ανηλίκων/γυναικών/μεταναστών. Πβ. σωματεμπορία, τράφικινγκ.|| (κυρ. παλαιότ., τόπος αγοραπωλησίας σκλάβων) Πουλήθηκε σε ~. Τα ~α της Αφρικής.
46191σκλάβος, σκλάβασκλά-βος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) άνθρωπος που έχει στερηθεί την ελευθερία του, που βρίσκεται κάτω από την απόλυτη κυριαρχία κάποιου, συνήθ. έπειτα από πόλεμο και αιχμαλωσία, δούλος: αλυσοδεμένοι ~οι. Η απελευθέρωση/το εμπόριο/η εξέγερση των ~ων. Πουλήθηκε ~. ~οι σε φυτείες. (σπάν. ως επίθ.) ~ος (= σκλαβωμένος) λαός. Πβ. αιχμάλωτος, υπόδουλος.|| (κατ' επέκτ.) Δουλεύει/ζει σαν ~ (: πολύ σκληρά και με πενιχρές απολαβές, σαν (το) σκυλί). ΑΝΤ. ελεύθερος (1) 2. (μτφ.) αυτός που είναι πλήρως υποταγμένος στα πάθη του ή στη βούληση κάποιου: ~ του καθήκοντος/της συνήθειας/του τσιγάρου/του χρήματος. Είναι ~ του εγωισμού/των επιθυμιών του.|| Πιστός ~. Έχει γίνει ~ της. ~ των τραπεζών (: για κάποιον υπερχρεωμένο). Πβ. ανδράποδο, δέσμιος, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, υπηρέτης, υποχείριο. ● Υποκ.: σκλαβάκι (το) [< μεσν. σκλάβος, σκλάβα < Στλάβος < Σλάβος, γαλλ. esclave < μεσν. λατ. sclavus < slavus]
46192σκλάβωμασκλά-βω-μα ουσ. (ουδ.): στέρηση της ελευθερίας σε ατομικό ή/και εθνικό επίπεδο, υποδούλωση: ~ των λαών.|| (μτφ.) ~ της σκέψης. Βλ. λύτρωση. ΑΝΤ. ελευθέρωση, ξεσκλάβωμα
46193σκλαβώνωσκλα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {σκλάβω-σα, σκλαβώ-σω, -θηκα, -μένος, σκλαβών-οντας} 1. υποδουλώνω: Ο εχθρός κατέστρεψε την πόλη και ~σε τους κατοίκους. Λαός/τόπος που ~θηκε. ~μένη: γη/πατρίδα. ~μένο: έθνος.|| (μτφ.) ~θηκε στο χρήμα. (προφ.) Πήγε και ~θηκε (: για δυσβάσταχτη δέσμευση, κυρ. γάμο). Πβ. δεσμεύομαι. ΑΝΤ. ελευθερώνω (1) 2. (μτφ.-προφ.) καταϋποχρεώνω: Εξυπηρέτηση που σε ~ει. Μας ~σε με την περιποίησή της. Τέτοια φιλοξενία, τι να πω… ~μένος! 3. (μτφ.-προφ.) σαγηνεύω, μαγεύω: Τέτοια μας λες και μας ~εις! Με έχουν ~σει τα μάτια του. Η ομορφιά της με ~ει. Πβ. γοητεύω, κατακτώ. [< 1: μεσν. σκλαβώνω 2: γαλλ. ουσ. serviteur 3: γαλλ. captiver]
46194σκλήθρασκλή-θρα ουσ. (θηλ.) & σκλήθρο (το) & (σπάν.) κλήθρα 1. ΒΟΤ. ψηλό φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Alnus glutinosa) που φυτρώνει σε υγρά εδάφη. 2. σχίζα, πελεκούδι. Βλ. ξεσκλίδι. ΣΥΝ. αγκίδα, παρασχίδα [< 1: μεσν. σκλήθρος, αρχ. κλήθρος 2: μεσν. σκλήθρα, αρχ. κλήθρα]
46195σκληραγωγίασκλη-ρα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) & σκληραγώγηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκληραγωγώ: ~ του σώματος. Έζησε με ~ και εγκράτεια/υπακοή. [< μτγν. σκληραγωγία ‘αυστηρή εκπαίδευση, ασκητισμός’]
46196σκληραγωγώ[σκληραγωγῶ] σκλη-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {σκληραγωγ-είς ... | σκληραγώγ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: ανατρέφω ή ασκώ κάποιον με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει ανθεκτικός στις κακουχίες: ~ήθηκε δουλεύοντας στα καράβια. ~ημένος: αθλητής/οργανισμός. Είναι ~ημένοι στο κρύο. [< μτγν. σκληραγωγῶ]
46197σκληράδασκλη-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκληρότητα: ~ της πέτρας. Πβ. τραχύτητα.|| (μτφ.) ~ του χαρακτήρα/της ψυχής. Πβ. αναλγησία, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. τρυφεράδα
46198σκληραίνωσκλη-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκλήρυ-να, σκληρύ-νει, -νθηκε, -νθεί, σκληραίν-οντας} & (λόγ.) σκληρύνω 1. (μτφ.) κάνω κάποιον ανάλγητο ή καθιστώ κάτι πιο αυστηρό, άκαμπτο, αμείλικτο: Τους ~νε η αδικία.|| ~ει τις θέσεις του. ~νε τη στάση/τους τόνους απέναντι σε ... (: έγινε αδιάλλακτος). Βλ. αυστηροποιώ. 2. γίνομαι τραχύς, σκληρός: Αφήστε το μείγμα να ~νει. Σκυρόδεμα που έχει ~νθεί.|| (μτφ.) ~ει ο ανταγωνισμός/η αντιπαράθεση/η διαμάχη/ο νόμος. ~νε η καρδιά του (: έγινε άπονος, άσπλαχνος). Η φωνή/το πρόσωπό του ~νε (: για απότομο ύφος. ΑΝΤ. μαλακώνω). ~ουν τα μέτρα κατά ... [< αρχ. σκληρύνω, μεσν. σκληραίνω]
46199σκληρίασκλη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκλήρυνση: αρτηριακή/ψηλαφητή ~. Άλγος και ~ στο σημείο της ένεσης. [< μτγν. σκληρία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.