Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46740-46760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46200σκληριάσκλη-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): στριγκλιά. ΣΥΝ. σκλήρισμα
46201σκληρίζωσκλη-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σκλήρισα, σκληρίζ-οντας} (λαϊκό): στριγκλίζω, τσιρίζω. ΣΥΝ. ξεφωνίζω (1)
46202σκλήρισμασκλή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σκληριά.
46203σκληρίτιδασκλη-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που προσβάλλει τον σκληρό χιτώνα του ματιού. Βλ. βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα. [< αγγλ. scleritis]
46204σκληρο- & σκληρό-α' συνθετικό που αναφέρεται στην ιδιότητα του 1. συμπαγούς, άκαμπτου: σκληρό-φλουδος.|| Σκληρο-δερμία. Σκληρ-αθηρωμάτωση. 2. (μτφ., για πρόσ.) ανθεκτικού ή ψυχρού, απάνθρωπου: σκληρ-αγωγημένος.|| Σκληρό-καρδος (βλ. κακο-, ΑΝΤ. μεγαλο-)/~πετσος (πβ. χοντρο-).
46205σκληροδακτυλίασκλη-ρο-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκληροδερμία στα δάχτυλα. [< γαλλ. sclérodactylie, αγγλ. sclerodactyly]
46206σκληρόδερμασκλη-ρό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σπάνιο και χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του συνδετικού ιστού που χαρακτηρίζεται από σκλήρυνση η οποία μπορεί να προσβάλει το δέρμα και τα εσωτερικά όργανα: διάχυτο/εντοπισμένο/περιορισμένο/συστηματικό ~. [< αγγλ. scleroderma· πβ. αρχ. επίθ. σκληρόδερμος]
46207σκληροδερμίασκλη-ρο-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκληρόδερμα. [< γαλλ. sclérodermie, αγγλ. sclerodermia]
46208σκληρόδετος, η, ο σκλη-ρό-δε-τος επίθ.: που έχει σκληρό δέσιμο: ~η: έκδοση. ~ο: βιβλίο.
46209σκληροθεραπείασκλη-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία των κιρσών και των ευρυαγγειών με έγχυση ενέσιμης ουσίας: ενδοσκοπική ~. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. sclerotherapy, 1944, γαλλ. sclérothérapie]
46210σκληρόκαρδος, η, ο σκλη-ρό-καρ-δος επίθ.: που έχει άπονη καρδιά ή χαρακτηρίζεται από αναλγησία: ~η: μητριά.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. άκαρδος, άσπλαχνος, σκληρόψυχος ΑΝΤ. καλόκαρδος ● επίρρ.: σκληρόκαρδα [< σκληρόκαρδος, 17ος αι.·πβ. μτγν. σκληροκάρδιος]
46211σκληρομέτρησησκλη-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) & σκληρομετρία: ΦΥΣ. μέθοδος μέτρησης της σκληρότητας στερεών υλικών, συνήθ. μετάλλων ή ορυκτών: ποιοτικός έλεγχος με ~. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. sclérométrie]
46212σκληρόμετροσκλη-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της σκληρότητας στερεών υλικών: σταθερά/φορητά ~α. ~α μετάλλων/πλαστικών. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. scléromètre, αγγλ. sclerometer]
46213σκληρόπετσος, η, ο σκλη-ρό-πε-τσος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) άπονος, αναίσθητος, χοντρόπετσος: Η ζωή τον έκανε ~ο και αδιάλλακτο. Πβ. ανάλγητος, παχύδερμος. 2. (μτφ.) που είναι ανθεκτικός στις κακουχίες: Ήταν ~ και σκληραγωγημένος, δεν καταλάβαινε από πόνο. 3. (σπάν.) που έχει σκληρό δέρμα.
46214σκληροπρωτεΐνησκλη-ρο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. σύνθετη, ινώδης πρωτεΐνη, ελάχιστα διαλυτή, που βρίσκεται στη δομή κυρ. του σκελετικού και συνδετικού ιστού. Βλ. κερατίνη, κολλαγόνο. [< αγγλ. scleroprotein, 1907, γαλλ. scléroprotéine, περ. 1950]
46215σκληροπυρηνικός, ή, ό σκλη-ρο-πυ-ρη-νι-κός επίθ.: που ανήκει στον σκληρό πυρήνα ευρύτερου συνόλου· σκληρός, αδιάλλακτος ή φανατικός: ~ός: επαναστάτης/οπαδός. ~ή: γραμμή/θέση/λογική/οργάνωση/πολιτική/στάση. ~ό: κόμμα/στέλεχος. ~οί: ηγέτες. (ως ουσ.) Βολιδοσκοπεί τους ~ούς. ● επίρρ.: σκληροπυρηνικά [< αγγλ. hard-core, 1940]
46216σκληρός, ή, ό σκλη-ρός επίθ. 1. που αλλάζει δύσκολα σχήμα· που δεν υποχωρεί εύκολα σε εξωτερική πίεση ή βάρος: ~ή: επένδυση/επιφάνεια/ξυλεία/οροφή. ~ό: έδαφος/κέλυφος/μέταλλο/όστρακο/υλικό.|| (συγκριτικά με κάτι άλλο πιο μαλακό) ~ή: βούρτσα/μπότα/φέτα. ~ό: ελατήριο/εξώφυλλο/κάλυμμα/κολάρο/κρέας/κρεβάτι/μαξιλάρι/χαρτί/ψωμί. ~οί: φακοί επαφής. Βλ. ημίσκληρος.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ό: αλεύρι (: από ~ό σιτάρι). ΑΝΤ. μαλακός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευαισθησίας, ανάλγητος, αυστηρός, αμείλικτος: ~ός: εργοδότης/ηγεμόνας/προϊστάμενος/τιμωρός/τύραννος. ~ή: καρδιά (= από πέτρα)/κοινωνία. Πβ. άκαρδος, άπονος, σκληρόκαρδος.|| ~ός: κριτής/νόμος/όρος. ~ή: διαταγή/επιτήρηση/καταστολή/μεταχείριση. ~ό: βλέμμα/ύφος. Απαντά σε ~ούς τόνους στους επικριτές του. Είναι ~ απέναντι στον/με τον εαυτό του. ~οί στις κρίσεις τους. ΑΝΤ. επιεικής 3. (μτφ.) έντονος, οξύς, δριμύς, σφοδρός: ~ός: ήχος/φωτισμός/χειμώνας (= βαρύς). ~ή: γεύση/μουσική. ~ό: κλίμα/χρώμα. ~ές: γραμμές. ~ά: χαρακτηριστικά προσώπου (= αδρά).|| ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αναμέτρηση/αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/απάντηση/γλώσσα/δήλωση/δράση/επίθεση/κριτική/πολεμική/σάτιρα (πβ. καυστική). ~ό: ανακοινωθέν. ~ά: λόγια.|| (ειδικότ.) ~ό: ποτό (: με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ). ~ά: απορρυπαντικά/σαμπουάν/σαπούνια. ΑΝΤ. μαλακός (3) 4. (μτφ.) δυσβάσταχτος, οδυνηρός: ~ή: δοκιμασία/εποχή/ζωή/λιτότητα/ποινή. ~ό: καθήκον. ~οί: φόροι. ~ές: κυρώσεις/συνθήκες (διαβίωσης). ~ά: μέτρα. Πβ. απάνθρωπος, επαχθής.|| ~ός: πόλεμος (: αιματηρός)/χωρισμός. ~ή: αλήθεια/πραγματικότητα. Του έδωσε ένα ~ό μάθημα. Είναι ~ό να ... Πβ. επώδυνος. 5. (μτφ.) δυναμικός, άφοβος, ανθεκτικός και κατ' επέκτ. άκαμπτος, ανυποχώρητος: ~ός: χαρακτήρας. Άντρες ~οί, μαθημένοι στις κακουχίες. (ως ουσ.) Κάνουν τους ~ούς. Πβ. σκληραγωγημένος.|| (ειδικότ. στον ΑΘΛ.) ~ό: μαρκάρισμα/φάουλ. Πβ. βίαιος, δυνατός.|| ~ός: αντίπαλος/διαπραγματευτής/συνομιλητής. ~ή: αντίσταση/στάση. ~ές: διαπραγματεύσεις. ~οί στις διεκδικήσεις τους. Πβ. αδιάλλακτος. 6. (μτφ.) επίπονος, κοπιώδης, απαιτητικός: ~ός: αγώνας. ~ή: άσκηση/βιοπάλη/δίαιτα (= αυστηρή)/δουλειά/εκπαίδευση/νηστεία/προετοιμασία/προπόνηση/προσπάθεια. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ΣΥΝ. κοπιαστικός ΑΝΤ. εύκολος (1) 7. που είναι άγριος και δυσάρεστος στην αφή: ~ό: δέρμα/τρίχωμα/ύφασμα. ~ά: μαλλιά. Πβ. τραχύς. ΑΝΤ. απαλός (1) 8. (μτφ.) (για την πορνογραφία) που προβάλλει με λεπτομέρεια σεξουαλικές πράξεις: ~ή: τσόντα. ~ό: πορνό. ΑΝΤ. μαλακός.|| ~ό: σεξ (= άγριο, έντονο). ● Υποκ.: σκληρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: σκληρά ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρά ναρκωτικά & βαριά ναρκωτικά: που προκαλούν μεγάλη εξάρτηση και είναι περισσότερο επικίνδυνα για την υγεία σε σχέση με τα μαλακά. Βλ. ηρωίνη, κοκαΐνη. [< αγγλ. hard drugs, 1967] , σκληρό αντράκι (συνήθ. ειρων.): για άντρα που παριστάνει τον δυναμικό, θαρραλέο: Μας το παίζει ~ ~., σκληρό νερό: με υψηλά επίπεδα ασβεστίου και μαγνησίου. ΑΝΤ. μαλακό νερό [< αγγλ. hard water] , σκληρό νόμισμα: ΟΙΚΟΝ. ισχυρό νόμισμα που παρουσιάζει σταθερότητα και ανοδικές τάσεις: έλλειμμα/συναλλαγές σε ~ ~. [< αγγλ. hard currency] , σκληρό πόκερ/παζάρι (μτφ.): διαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζονται από αδιάλλακτη στάση: ~ ~ για αυξήσεις στους μισθούς των υπαλλήλων., σκληρός πυρήνας 1. κυρίαρχο τμήμα ενός συνόλου κυρ. ανθρώπων που δείχνει τη μεγαλύτερη προσήλωση στις αρχές που χαρακτηρίζουν το σύνολο: ο ~ ~ των διαδηλωτών/του κόμματος/του κράτους. 2. (κατ' επέκτ.) το βασικό μέρος, η ουσία: ο ~ ~ του προβλήματος. [< αγγλ. hard core, 1936] , σκληρή γραμμή βλ. γραμμή, σκληρό καρύδι βλ. καρύδι, σκληρό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, σκληρό τυρί βλ. τυρί, σκληρό/χαρντ ροκ βλ. ροκ, σκληρός δίσκος βλ. δίσκος ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν βλ. λακτίζω [< αρχ. σκληρός, αγγλ. hard]
46217σκληρότητασκλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον σκληρό: η ~ του διαμαντιού/του εδάφους/μιας επιφάνειας/του μετάλλου. ~ νερού (: περιεκτικότητα σε άλατα). (ΧΗΜ.) Κλίμακα ~ας. Οδοντόβουρτσα με τρίχες μεσαίας ~ας. Ατσάλι/ορυκτό μεγάλης ~ας.|| (μτφ.) Αποτρόπαιη ~. Η ~ της καρδιάς/του χαρακτήρα του (ΑΝΤ. τρυφερότητα). Η αναλγησία και η ~ των ισχυρών (ΑΝΤ. ανθρωπιά, ευαισθησία). Συμπεριφέρθηκαν με ιδιαίτερη ~ (= σκληρά). Η ~ της ζωής/του πολέμου. Πβ. απανθρωπιά.|| (μτφ.) Λεκτική/φραστική ~. Η ~ των δηλώσεών/της κριτικής τους. Πβ. δριμ-, οξ-ύτητα, σφοδρότητα.|| (μτφ.) ~ του ήχου/κλίματος/φωτισμού. Πβ. σκληράδα, τραχύτητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. απαλότητα, μαλακότητα [< αρχ. σκληρότης, σκληρότητα, 17ος αι., γαλλ. dureté]
46218σκληροτράχηλος, η, ο σκλη-ρο-τρά-χη-λος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) σκληρός, ανυποχώρητος ή ανθεκτικός: ~ος: αμυντικός (παίκτης)/αντίπαλος/γκάνγκστερ/κομάντο/λαός/πολεμιστής/χαρακτήρας. ~η: γυναίκα/ομάδα/φυλή. ~ο: αφεντικό/φυτό. Πβ. άκαμπτος, ακατάβλητος, ανυπότακτος. 2. (σπάν.-καταχρ.) κακοτράχαλος: ~ο: έδαφος/μονοπάτι. [< μτγν. σκληροτράχηλος]
46219σκληροφυλλίασκλη-ρο-φυλ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. η ιδιότητα των σκληρόφυλλων φυτών: έντονη ~ και δερµατώδης υφή των φύλλων της δάφνης. [< γαλλ. sclérophyllie, αγγλ. sclerophylly, 1903]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.