| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46191 | σκλάβος, σκλάβα | σκλά-βος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) άνθρωπος που έχει στερηθεί την ελευθερία του, που βρίσκεται κάτω από την απόλυτη κυριαρχία κάποιου, συνήθ. έπειτα από πόλεμο και αιχμαλωσία, δούλος: αλυσοδεμένοι ~οι. Η απελευθέρωση/το εμπόριο/η εξέγερση των ~ων. Πουλήθηκε ~. ~οι σε φυτείες. (σπάν. ως επίθ.) ~ος (= σκλαβωμένος) λαός. Πβ. αιχμάλωτος, υπόδουλος.|| (κατ' επέκτ.) Δουλεύει/ζει σαν ~ (: πολύ σκληρά και με πενιχρές απολαβές, σαν (το) σκυλί). ΑΝΤ. ελεύθερος (1) 2. (μτφ.) αυτός που είναι πλήρως υποταγμένος στα πάθη του ή στη βούληση κάποιου: ~ του καθήκοντος/της συνήθειας/του τσιγάρου/του χρήματος. Είναι ~ του εγωισμού/των επιθυμιών του.|| Πιστός ~. Έχει γίνει ~ της. ~ των τραπεζών (: για κάποιον υπερχρεωμένο). Πβ. ανδράποδο, δέσμιος, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, υπηρέτης, υποχείριο. ● Υποκ.: σκλαβάκι (το) [< μεσν. σκλάβος, σκλάβα < Στλάβος < Σλάβος, γαλλ. esclave < μεσν. λατ. sclavus < slavus] | |
| 46192 | σκλάβωμα | σκλά-βω-μα ουσ. (ουδ.): στέρηση της ελευθερίας σε ατομικό ή/και εθνικό επίπεδο, υποδούλωση: ~ των λαών.|| (μτφ.) ~ της σκέψης. Βλ. λύτρωση. ΑΝΤ. ελευθέρωση, ξεσκλάβωμα | |
| 46193 | σκλαβώνω | σκλα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {σκλάβω-σα, σκλαβώ-σω, -θηκα, -μένος, σκλαβών-οντας} 1. υποδουλώνω: Ο εχθρός κατέστρεψε την πόλη και ~σε τους κατοίκους. Λαός/τόπος που ~θηκε. ~μένη: γη/πατρίδα. ~μένο: έθνος.|| (μτφ.) ~θηκε στο χρήμα. (προφ.) Πήγε και ~θηκε (: για δυσβάσταχτη δέσμευση, κυρ. γάμο). Πβ. δεσμεύομαι. ΑΝΤ. ελευθερώνω (1) 2. (μτφ.-προφ.) καταϋποχρεώνω: Εξυπηρέτηση που σε ~ει. Μας ~σε με την περιποίησή της. Τέτοια φιλοξενία, τι να πω… ~μένος! 3. (μτφ.-προφ.) σαγηνεύω, μαγεύω: Τέτοια μας λες και μας ~εις! Με έχουν ~σει τα μάτια του. Η ομορφιά της με ~ει. Πβ. γοητεύω, κατακτώ. [< 1: μεσν. σκλαβώνω 2: γαλλ. ουσ. serviteur 3: γαλλ. captiver] | |
| 46194 | σκλήθρα | σκλή-θρα ουσ. (θηλ.) & σκλήθρο (το) & (σπάν.) κλήθρα 1. ΒΟΤ. ψηλό φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Alnus glutinosa) που φυτρώνει σε υγρά εδάφη. 2. σχίζα, πελεκούδι. Βλ. ξεσκλίδι. ΣΥΝ. αγκίδα, παρασχίδα [< 1: μεσν. σκλήθρος, αρχ. κλήθρος 2: μεσν. σκλήθρα, αρχ. κλήθρα] | |
| 46195 | σκληραγωγία | σκλη-ρα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) & σκληραγώγηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκληραγωγώ: ~ του σώματος. Έζησε με ~ και εγκράτεια/υπακοή. [< μτγν. σκληραγωγία ‘αυστηρή εκπαίδευση, ασκητισμός’] | |
| 46196 | σκληραγωγώ | [σκληραγωγῶ] σκλη-ρα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {σκληραγωγ-είς ... | σκληραγώγ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: ανατρέφω ή ασκώ κάποιον με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει ανθεκτικός στις κακουχίες: ~ήθηκε δουλεύοντας στα καράβια. ~ημένος: αθλητής/οργανισμός. Είναι ~ημένοι στο κρύο. [< μτγν. σκληραγωγῶ] | |
| 46197 | σκληράδα | σκλη-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκληρότητα: ~ της πέτρας. Πβ. τραχύτητα.|| (μτφ.) ~ του χαρακτήρα/της ψυχής. Πβ. αναλγησία, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. τρυφεράδα | |
| 46198 | σκληραίνω | σκλη-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκλήρυ-να, σκληρύ-νει, -νθηκε, -νθεί, σκληραίν-οντας} & (λόγ.) σκληρύνω 1. (μτφ.) κάνω κάποιον ανάλγητο ή καθιστώ κάτι πιο αυστηρό, άκαμπτο, αμείλικτο: Τους ~νε η αδικία.|| ~ει τις θέσεις του. ~νε τη στάση/τους τόνους απέναντι σε ... (: έγινε αδιάλλακτος). Βλ. αυστηροποιώ. 2. γίνομαι τραχύς, σκληρός: Αφήστε το μείγμα να ~νει. Σκυρόδεμα που έχει ~νθεί.|| (μτφ.) ~ει ο ανταγωνισμός/η αντιπαράθεση/η διαμάχη/ο νόμος. ~νε η καρδιά του (: έγινε άπονος, άσπλαχνος). Η φωνή/το πρόσωπό του ~νε (: για απότομο ύφος. ΑΝΤ. μαλακώνω). ~ουν τα μέτρα κατά ... [< αρχ. σκληρύνω, μεσν. σκληραίνω] | |
| 46199 | σκληρία | σκλη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκλήρυνση: αρτηριακή/ψηλαφητή ~. Άλγος και ~ στο σημείο της ένεσης. [< μτγν. σκληρία] | |
| 46200 | σκληριά | σκλη-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): στριγκλιά. ΣΥΝ. σκλήρισμα | |
| 46201 | σκληρίζω | σκλη-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σκλήρισα, σκληρίζ-οντας} (λαϊκό): στριγκλίζω, τσιρίζω. ΣΥΝ. ξεφωνίζω (1) | |
| 46202 | σκλήρισμα | σκλή-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σκληριά. | |
| 46203 | σκληρίτιδα | σκλη-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που προσβάλλει τον σκληρό χιτώνα του ματιού. Βλ. βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα. [< αγγλ. scleritis] | |
| 46204 | σκληρο- & σκληρό- | α' συνθετικό που αναφέρεται στην ιδιότητα του 1. συμπαγούς, άκαμπτου: σκληρό-φλουδος.|| Σκληρο-δερμία. Σκληρ-αθηρωμάτωση. 2. (μτφ., για πρόσ.) ανθεκτικού ή ψυχρού, απάνθρωπου: σκληρ-αγωγημένος.|| Σκληρό-καρδος (βλ. κακο-, ΑΝΤ. μεγαλο-)/~πετσος (πβ. χοντρο-). | |
| 46205 | σκληροδακτυλία | σκλη-ρο-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκληροδερμία στα δάχτυλα. [< γαλλ. sclérodactylie, αγγλ. sclerodactyly] | |
| 46206 | σκληρόδερμα | σκλη-ρό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σπάνιο και χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του συνδετικού ιστού που χαρακτηρίζεται από σκλήρυνση η οποία μπορεί να προσβάλει το δέρμα και τα εσωτερικά όργανα: διάχυτο/εντοπισμένο/περιορισμένο/συστηματικό ~. [< αγγλ. scleroderma· πβ. αρχ. επίθ. σκληρόδερμος] | |
| 46207 | σκληροδερμία | σκλη-ρο-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκληρόδερμα. [< γαλλ. sclérodermie, αγγλ. sclerodermia] | |
| 46208 | σκληρόδετος | , η, ο σκλη-ρό-δε-τος επίθ.: που έχει σκληρό δέσιμο: ~η: έκδοση. ~ο: βιβλίο. | |
| 46209 | σκληροθεραπεία | σκλη-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία των κιρσών και των ευρυαγγειών με έγχυση ενέσιμης ουσίας: ενδοσκοπική ~. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. sclerotherapy, 1944, γαλλ. sclérothérapie] | |
| 46210 | σκληρόκαρδος | , η, ο σκλη-ρό-καρ-δος επίθ.: που έχει άπονη καρδιά ή χαρακτηρίζεται από αναλγησία: ~η: μητριά.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. άκαρδος, άσπλαχνος, σκληρόψυχος ΑΝΤ. καλόκαρδος ● επίρρ.: σκληρόκαρδα [< σκληρόκαρδος, 17ος αι.·πβ. μτγν. σκληροκάρδιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ