Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46760-46780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46211σκληρομέτρησησκλη-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) & σκληρομετρία: ΦΥΣ. μέθοδος μέτρησης της σκληρότητας στερεών υλικών, συνήθ. μετάλλων ή ορυκτών: ποιοτικός έλεγχος με ~. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. sclérométrie]
46212σκληρόμετροσκλη-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της σκληρότητας στερεών υλικών: σταθερά/φορητά ~α. ~α μετάλλων/πλαστικών. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. scléromètre, αγγλ. sclerometer]
46213σκληρόπετσος, η, ο σκλη-ρό-πε-τσος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) άπονος, αναίσθητος, χοντρόπετσος: Η ζωή τον έκανε ~ο και αδιάλλακτο. Πβ. ανάλγητος, παχύδερμος. 2. (μτφ.) που είναι ανθεκτικός στις κακουχίες: Ήταν ~ και σκληραγωγημένος, δεν καταλάβαινε από πόνο. 3. (σπάν.) που έχει σκληρό δέρμα.
46214σκληροπρωτεΐνησκλη-ρο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. σύνθετη, ινώδης πρωτεΐνη, ελάχιστα διαλυτή, που βρίσκεται στη δομή κυρ. του σκελετικού και συνδετικού ιστού. Βλ. κερατίνη, κολλαγόνο. [< αγγλ. scleroprotein, 1907, γαλλ. scléroprotéine, περ. 1950]
46215σκληροπυρηνικός, ή, ό σκλη-ρο-πυ-ρη-νι-κός επίθ.: που ανήκει στον σκληρό πυρήνα ευρύτερου συνόλου· σκληρός, αδιάλλακτος ή φανατικός: ~ός: επαναστάτης/οπαδός. ~ή: γραμμή/θέση/λογική/οργάνωση/πολιτική/στάση. ~ό: κόμμα/στέλεχος. ~οί: ηγέτες. (ως ουσ.) Βολιδοσκοπεί τους ~ούς. ● επίρρ.: σκληροπυρηνικά [< αγγλ. hard-core, 1940]
46216σκληρός, ή, ό σκλη-ρός επίθ. 1. που αλλάζει δύσκολα σχήμα· που δεν υποχωρεί εύκολα σε εξωτερική πίεση ή βάρος: ~ή: επένδυση/επιφάνεια/ξυλεία/οροφή. ~ό: έδαφος/κέλυφος/μέταλλο/όστρακο/υλικό.|| (συγκριτικά με κάτι άλλο πιο μαλακό) ~ή: βούρτσα/μπότα/φέτα. ~ό: ελατήριο/εξώφυλλο/κάλυμμα/κολάρο/κρέας/κρεβάτι/μαξιλάρι/χαρτί/ψωμί. ~οί: φακοί επαφής. Βλ. ημίσκληρος.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ό: αλεύρι (: από ~ό σιτάρι). ΑΝΤ. μαλακός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευαισθησίας, ανάλγητος, αυστηρός, αμείλικτος: ~ός: εργοδότης/ηγεμόνας/προϊστάμενος/τιμωρός/τύραννος. ~ή: καρδιά (= από πέτρα)/κοινωνία. Πβ. άκαρδος, άπονος, σκληρόκαρδος.|| ~ός: κριτής/νόμος/όρος. ~ή: διαταγή/επιτήρηση/καταστολή/μεταχείριση. ~ό: βλέμμα/ύφος. Απαντά σε ~ούς τόνους στους επικριτές του. Είναι ~ απέναντι στον/με τον εαυτό του. ~οί στις κρίσεις τους. ΑΝΤ. επιεικής 3. (μτφ.) έντονος, οξύς, δριμύς, σφοδρός: ~ός: ήχος/φωτισμός/χειμώνας (= βαρύς). ~ή: γεύση/μουσική. ~ό: κλίμα/χρώμα. ~ές: γραμμές. ~ά: χαρακτηριστικά προσώπου (= αδρά).|| ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αναμέτρηση/αντιπαράθεση/αντιπολίτευση/απάντηση/γλώσσα/δήλωση/δράση/επίθεση/κριτική/πολεμική/σάτιρα (πβ. καυστική). ~ό: ανακοινωθέν. ~ά: λόγια.|| (ειδικότ.) ~ό: ποτό (: με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ). ~ά: απορρυπαντικά/σαμπουάν/σαπούνια. ΑΝΤ. μαλακός (3) 4. (μτφ.) δυσβάσταχτος, οδυνηρός: ~ή: δοκιμασία/εποχή/ζωή/λιτότητα/ποινή. ~ό: καθήκον. ~οί: φόροι. ~ές: κυρώσεις/συνθήκες (διαβίωσης). ~ά: μέτρα. Πβ. απάνθρωπος, επαχθής.|| ~ός: πόλεμος (: αιματηρός)/χωρισμός. ~ή: αλήθεια/πραγματικότητα. Του έδωσε ένα ~ό μάθημα. Είναι ~ό να ... Πβ. επώδυνος. 5. (μτφ.) δυναμικός, άφοβος, ανθεκτικός και κατ' επέκτ. άκαμπτος, ανυποχώρητος: ~ός: χαρακτήρας. Άντρες ~οί, μαθημένοι στις κακουχίες. (ως ουσ.) Κάνουν τους ~ούς. Πβ. σκληραγωγημένος.|| (ειδικότ. στον ΑΘΛ.) ~ό: μαρκάρισμα/φάουλ. Πβ. βίαιος, δυνατός.|| ~ός: αντίπαλος/διαπραγματευτής/συνομιλητής. ~ή: αντίσταση/στάση. ~ές: διαπραγματεύσεις. ~οί στις διεκδικήσεις τους. Πβ. αδιάλλακτος. 6. (μτφ.) επίπονος, κοπιώδης, απαιτητικός: ~ός: αγώνας. ~ή: άσκηση/βιοπάλη/δίαιτα (= αυστηρή)/δουλειά/εκπαίδευση/νηστεία/προετοιμασία/προπόνηση/προσπάθεια. ~ό: πρόγραμμα/ωράριο. ΣΥΝ. κοπιαστικός ΑΝΤ. εύκολος (1) 7. που είναι άγριος και δυσάρεστος στην αφή: ~ό: δέρμα/τρίχωμα/ύφασμα. ~ά: μαλλιά. Πβ. τραχύς. ΑΝΤ. απαλός (1) 8. (μτφ.) (για την πορνογραφία) που προβάλλει με λεπτομέρεια σεξουαλικές πράξεις: ~ή: τσόντα. ~ό: πορνό. ΑΝΤ. μαλακός.|| ~ό: σεξ (= άγριο, έντονο). ● Υποκ.: σκληρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: σκληρά ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρά ναρκωτικά & βαριά ναρκωτικά: που προκαλούν μεγάλη εξάρτηση και είναι περισσότερο επικίνδυνα για την υγεία σε σχέση με τα μαλακά. Βλ. ηρωίνη, κοκαΐνη. [< αγγλ. hard drugs, 1967] , σκληρό αντράκι (συνήθ. ειρων.): για άντρα που παριστάνει τον δυναμικό, θαρραλέο: Μας το παίζει ~ ~., σκληρό νερό: με υψηλά επίπεδα ασβεστίου και μαγνησίου. ΑΝΤ. μαλακό νερό [< αγγλ. hard water] , σκληρό νόμισμα: ΟΙΚΟΝ. ισχυρό νόμισμα που παρουσιάζει σταθερότητα και ανοδικές τάσεις: έλλειμμα/συναλλαγές σε ~ ~. [< αγγλ. hard currency] , σκληρό πόκερ/παζάρι (μτφ.): διαπραγματεύσεις που χαρακτηρίζονται από αδιάλλακτη στάση: ~ ~ για αυξήσεις στους μισθούς των υπαλλήλων., σκληρός πυρήνας 1. κυρίαρχο τμήμα ενός συνόλου κυρ. ανθρώπων που δείχνει τη μεγαλύτερη προσήλωση στις αρχές που χαρακτηρίζουν το σύνολο: ο ~ ~ των διαδηλωτών/του κόμματος/του κράτους. 2. (κατ' επέκτ.) το βασικό μέρος, η ουσία: ο ~ ~ του προβλήματος. [< αγγλ. hard core, 1936] , σκληρή γραμμή βλ. γραμμή, σκληρό καρύδι βλ. καρύδι, σκληρό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, σκληρό τυρί βλ. τυρί, σκληρό/χαρντ ροκ βλ. ροκ, σκληρός δίσκος βλ. δίσκος ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν βλ. λακτίζω [< αρχ. σκληρός, αγγλ. hard]
46217σκληρότητασκλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον σκληρό: η ~ του διαμαντιού/του εδάφους/μιας επιφάνειας/του μετάλλου. ~ νερού (: περιεκτικότητα σε άλατα). (ΧΗΜ.) Κλίμακα ~ας. Οδοντόβουρτσα με τρίχες μεσαίας ~ας. Ατσάλι/ορυκτό μεγάλης ~ας.|| (μτφ.) Αποτρόπαιη ~. Η ~ της καρδιάς/του χαρακτήρα του (ΑΝΤ. τρυφερότητα). Η αναλγησία και η ~ των ισχυρών (ΑΝΤ. ανθρωπιά, ευαισθησία). Συμπεριφέρθηκαν με ιδιαίτερη ~ (= σκληρά). Η ~ της ζωής/του πολέμου. Πβ. απανθρωπιά.|| (μτφ.) Λεκτική/φραστική ~. Η ~ των δηλώσεών/της κριτικής τους. Πβ. δριμ-, οξ-ύτητα, σφοδρότητα.|| (μτφ.) ~ του ήχου/κλίματος/φωτισμού. Πβ. σκληράδα, τραχύτητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. απαλότητα, μαλακότητα [< αρχ. σκληρότης, σκληρότητα, 17ος αι., γαλλ. dureté]
46218σκληροτράχηλος, η, ο σκλη-ρο-τρά-χη-λος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) σκληρός, ανυποχώρητος ή ανθεκτικός: ~ος: αμυντικός (παίκτης)/αντίπαλος/γκάνγκστερ/κομάντο/λαός/πολεμιστής/χαρακτήρας. ~η: γυναίκα/ομάδα/φυλή. ~ο: αφεντικό/φυτό. Πβ. άκαμπτος, ακατάβλητος, ανυπότακτος. 2. (σπάν.-καταχρ.) κακοτράχαλος: ~ο: έδαφος/μονοπάτι. [< μτγν. σκληροτράχηλος]
46219σκληροφυλλίασκλη-ρο-φυλ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. η ιδιότητα των σκληρόφυλλων φυτών: έντονη ~ και δερµατώδης υφή των φύλλων της δάφνης. [< γαλλ. sclérophyllie, αγγλ. sclerophylly, 1903]
46220σκληρόφυλλος, η, ο σκλη-ρό-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό) που έχει μικρά, χοντρά και σκληρά φύλλα, ώστε να διατηρεί την υγρασία του και να προσαρμόζεται στην ξηρασία του περιβάλλοντός του: ~ος: θάμνος. Αείφυλλη ~η βλάστηση. Βλ. πουρνάρι, -φυλλος. [< μτγν. σκληρόφυλλος, γαλλ. sclérophylle, αγγλ. sclerophyllous, 1903]
46221σκληρόψυχος, η, ο σκλη-ρό-ψυ-χος επίθ. (συχνά λογοτ.): άπονος, σκληρόκαρδος. Πβ. ανάλγητος. Βλ. -ψυχος. ΑΝΤ. καλόψυχος [< μτγν. σκληρόψυχος]
46222σκλήρυνσησκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αλλαγή της στάσης, της συμπεριφοράς κάποιου ή μιας κατάστασης προς την ακαμψία, την αδιαλλαξία, την αυστηρότητα ή τη σκληρότητα: ιδεολογική ~. ~ των θέσεων/της πολιτικής (κάποιου).|| ~ της αστυνόμευσης/του καθεστώτος/των κανονισμών/των κυρώσεων/των μέτρων/της νομοθεσίας/των συνθηκών (εργασίας). ~ των όρων/προϋποθέσεων εισαγωγής εταιρειών στο χρηματιστήριο. Πβ. αυστηροποίηση. 2. ΙΑΤΡ. & σκλήρωση: παθολογική μεταβολή ιστού ή οργάνου του σώματος προς το σκληρότερο, η οποία οφείλεται σε αύξηση του συνδετικού ιστού λόγω υπερβολικής παραγωγής κολλαγόνου: αρτηριακή (= αρτηριοσκλήρωση)/δερματική ~. ~ των αγγείων/μυών. Συστηματική ~ (= σκληρόδερμα).|| (συνεκδ., τα σημεία του δέρματος που παρουσιάζουν τέτοιες μεταβολές:) ~ύνσεις αγκώνων. Θεραπεία των ~ύνσεων. Βλ. κάλος, νεφρο~, οστεο~, ωτο~. 3. προοδευτική αύξηση της στερεότητας και της αντοχής υλικού, κυρ. μετά από ειδική επεξεργασία: ~ του σκυροδέματος/τσιμέντου. ~ μετάλλων/χάλυβα. Πβ. βαφή. ΑΝΤ. μαλάκωμα ● ΣΥΜΠΛ.: πλαγία μυατροφική σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλιστική νόσος του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις των κινητικών νευρώνων και επιφέρει μυϊκή αδυναμία, αναπηρία και τελικά τον θάνατο. [< γαλλ. sclérose latérale amyotrophique] , σκλήρυνση κατά πλάκας & (σπάν.) πολλαπλή σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλεί απομυελίνωση των νεύρων και οδηγεί σε σταδιακή παράλυση. [< γαλλ. sclérose en plaques, αγγλ. multiple sclerosis, 1885] [< μτγν. σκλήρυνσις, γαλλ. durcissement, induration, sclérose]
46223σκληρυντικός, ή, ό σκλη-ρυ-ντι-κός επίθ. 1. (για υγρό) που προκαλεί σκλήρυνση: ~ή: ουσία. ~ό: βερνίκι/μέσο. Δάπεδα που επιστρώνονται με ~ό υλικό.|| (ως ουσ.) ~ό επιφανείας/νυχιών. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σκλήρυνση ή την προκαλεί: ~ή: οστεομυελίτιδα. ~ό: αιμαγγείωμα. ~ές: αλλοιώσεις/ενέσεις.|| ~οί: ασθενείς (: που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας). ΣΥΝ. σκληρωτικός (1) [< μτγν. σκληρυντικός]
46224σκληρύνωβλ. σκληραίνω
46225σκλήρωσηβλ. σκλήρυνση
46226σκληρωτικός, ή, ό σκλη-ρω-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. σκληρυντικός: ~ή: χολαγγειίτιδα. 2. (σπάν.-μτφ.) αρτηριοσκληρωτικός: ~ές: αντιλήψεις/δομές. [< γαλλ. sclérotique, αγγλ. sclerotic]
46227σκνίπασκνί-πα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. έντομο που μοιάζει με μικρό κουνούπι (επιστ. ονομασ. Psychodidae, Simuliidae και Ceratopogonidae) και χρειάζεται αίμα για να μεγαλώσει τα αβγά του: ~ φλεβοτόμος. ● Υποκ.: σκνιπάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< μεσν. σκνίπα < αρχ. σκνίψ, κνίψ]
46229σκοινάκιβλ. σχοινάκι
46230σκοινίβλ. σχοινί
46231σκοίνοςβλ. σχοίνος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.