| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46220 | σκληρόφυλλος | , η, ο σκλη-ρό-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό) που έχει μικρά, χοντρά και σκληρά φύλλα, ώστε να διατηρεί την υγρασία του και να προσαρμόζεται στην ξηρασία του περιβάλλοντός του: ~ος: θάμνος. Αείφυλλη ~η βλάστηση. Βλ. πουρνάρι, -φυλλος. [< μτγν. σκληρόφυλλος, γαλλ. sclérophylle, αγγλ. sclerophyllous, 1903] | |
| 46221 | σκληρόψυχος | , η, ο σκλη-ρό-ψυ-χος επίθ. (συχνά λογοτ.): άπονος, σκληρόκαρδος. Πβ. ανάλγητος. Βλ. -ψυχος. ΑΝΤ. καλόψυχος [< μτγν. σκληρόψυχος] | |
| 46222 | σκλήρυνση | σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αλλαγή της στάσης, της συμπεριφοράς κάποιου ή μιας κατάστασης προς την ακαμψία, την αδιαλλαξία, την αυστηρότητα ή τη σκληρότητα: ιδεολογική ~. ~ των θέσεων/της πολιτικής (κάποιου).|| ~ της αστυνόμευσης/του καθεστώτος/των κανονισμών/των κυρώσεων/των μέτρων/της νομοθεσίας/των συνθηκών (εργασίας). ~ των όρων/προϋποθέσεων εισαγωγής εταιρειών στο χρηματιστήριο. Πβ. αυστηροποίηση. 2. ΙΑΤΡ. & σκλήρωση: παθολογική μεταβολή ιστού ή οργάνου του σώματος προς το σκληρότερο, η οποία οφείλεται σε αύξηση του συνδετικού ιστού λόγω υπερβολικής παραγωγής κολλαγόνου: αρτηριακή (= αρτηριοσκλήρωση)/δερματική ~. ~ των αγγείων/μυών. Συστηματική ~ (= σκληρόδερμα).|| (συνεκδ., τα σημεία του δέρματος που παρουσιάζουν τέτοιες μεταβολές:) ~ύνσεις αγκώνων. Θεραπεία των ~ύνσεων. Βλ. κάλος, νεφρο~, οστεο~, ωτο~. 3. προοδευτική αύξηση της στερεότητας και της αντοχής υλικού, κυρ. μετά από ειδική επεξεργασία: ~ του σκυροδέματος/τσιμέντου. ~ μετάλλων/χάλυβα. Πβ. βαφή. ΑΝΤ. μαλάκωμα ● ΣΥΜΠΛ.: πλαγία μυατροφική σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλιστική νόσος του νευρικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις των κινητικών νευρώνων και επιφέρει μυϊκή αδυναμία, αναπηρία και τελικά τον θάνατο. [< γαλλ. sclérose latérale amyotrophique] , σκλήρυνση κατά πλάκας & (σπάν.) πολλαπλή σκλήρυνση: ΙΑΤΡ. χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλεί απομυελίνωση των νεύρων και οδηγεί σε σταδιακή παράλυση. [< γαλλ. sclérose en plaques, αγγλ. multiple sclerosis, 1885] [< μτγν. σκλήρυνσις, γαλλ. durcissement, induration, sclérose] | |
| 46223 | σκληρυντικός | , ή, ό σκλη-ρυ-ντι-κός επίθ. 1. (για υγρό) που προκαλεί σκλήρυνση: ~ή: ουσία. ~ό: βερνίκι/μέσο. Δάπεδα που επιστρώνονται με ~ό υλικό.|| (ως ουσ.) ~ό επιφανείας/νυχιών. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σκλήρυνση ή την προκαλεί: ~ή: οστεομυελίτιδα. ~ό: αιμαγγείωμα. ~ές: αλλοιώσεις/ενέσεις.|| ~οί: ασθενείς (: που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας). ΣΥΝ. σκληρωτικός (1) [< μτγν. σκληρυντικός] | |
| 46224 | σκληρύνω | βλ. σκληραίνω | |
| 46225 | σκλήρωση | βλ. σκλήρυνση | |
| 46226 | σκληρωτικός | , ή, ό σκλη-ρω-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. σκληρυντικός: ~ή: χολαγγειίτιδα. 2. (σπάν.-μτφ.) αρτηριοσκληρωτικός: ~ές: αντιλήψεις/δομές. [< γαλλ. sclérotique, αγγλ. sclerotic] | |
| 46227 | σκνίπα | σκνί-πα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. έντομο που μοιάζει με μικρό κουνούπι (επιστ. ονομασ. Psychodidae, Simuliidae και Ceratopogonidae) και χρειάζεται αίμα για να μεγαλώσει τα αβγά του: ~ φλεβοτόμος. ● Υποκ.: σκνιπάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< μεσν. σκνίπα < αρχ. σκνίψ, κνίψ] | |
| 46229 | σκοινάκι | βλ. σχοινάκι | |
| 46230 | σκοινί | βλ. σχοινί | |
| 46231 | σκοίνος | βλ. σχοίνος | |
| 46232 | σκόλασμα | βλ. σχόλασμα | |
| 46233 | σκόλη | βλ. σχόλη | |
| 46234 | σκολιανός | , ή, ό βλ. σχολιανός | |
| 46235 | σκολιαρόπαιδο | βλ. σχολιαρόπαιδο | |
| 46236 | σκολιαρούδι | βλ. σχολιαρούδι | |
| 46237 | σκολιός | , ά, ό σκο-λι-ός επίθ. (λόγ.): στραβός, στρεβλός. ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) [< αρχ. σκολιός] | |
| 46238 | σκολίωση | σκο-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλάγια κύρτωση της σπονδυλικής στήλης: εφηβική/ιδιοπαθής/λειτουργική ~. Βλ. κύφωση, λόρδωση. [< μτγν. σκολίωσις, γαλλ. scoliose, αγγλ. scoliosis] | |
| 46239 | σκολιωτικός | , ή, ό σκο-λι-ω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σκολίωση ή πάσχει από αυτή: ~ή: παραμόρφωση.|| ~ά: παιδιά.|| (καταχρ.) ~ό: ρινικό διάφραγμα (= στραβό). [< γαλλ. scoliotique, αγγλ. scoliotic] | |
| 46240 | σκολόπεντρα | σκο-λό-πε-ντρα ουσ. (θηλ.) & σκολόπενδρα: ΖΩΟΛ. σαρανταποδαρούσα. [< αρχ. σκολόπενδρα, γαλλ. scolopendre, αγγλ. scolopendra] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ