Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4660-4680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3722ανεμοδούρα[ἀνεμοδούρα] α-νε-μο-δού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ., για πρόσ.) ασταθής, άστατος, ασυνεπής. Πβ. ανεμόμυλος. 2. ΜΕΤΕΩΡ. (σπάν.) ανεμοδείκτης. 3. (σπάν.) ανεμοστρόβιλος. [< μεσν. ανεμοδούρα, ανεμοδούριον]
3723ανεμοδόχος[ἀνεμοδόχος] α-νε-μο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στο θηλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικός συνήθ. αεραγωγός. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. manche à vent/air]
3724ανεμοζάλη[ἀνεμοζάλη] α-νε-μο-ζά-λη ουσ. (θηλ.) (λογοτ.) 1. (μτφ.) κατάσταση αναστάτωσης, πανικού, σύγχυσης: στην ~ του πολέμου/χορού. Πβ. αναμπουμπούλα, (ανα)ταραχή, μπάχαλο, σάλος, χαλασμός. 2. ανεμοθύελλα: σφοδρή ~. ● ΦΡ.: ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα [< μεσν. ανεμοζάλη]
3725ανεμοθύελλα[ἀνεμοθύελλα] α-νε-μο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρότατος άνεμος, συνήθ. με βροχή ή και χαλάζι: Εκδηλώθηκε/ξέσπασε ~. Σφοδρή ~ έπληξε την ευρύτερη περιοχή. Λόγω της ~ας ακυρώθηκαν πολλές πτήσεις. Το αεροπλάνο/οι ορειβάτες/το πλοίο έπεσε σε ~. Ισχυρές ~ες σκόνης. Βλ. ανεμοστρόβιλος.|| (μτφ.) Στην ~ της ζωής/του πολέμου (πβ. ανεμοζάλη). ΣΥΝ. θύελλα (1) [< αγγλ. windstorm]
3726ανεμοθώρακας[ἀνεμοθώρακας] α-νε-μο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): παρμπρίζ. Πβ. αλεξήνεμο.
3727ανεμοκινητήρας[ἀνεμοκινητήρας] α-νε-μο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που τίθεται σε λειτουργία με τη δύναμη του ανέμου· αιολικός κινητήρας: ~ κάθετου/οριζόντιου άξονα. ~ μεγάλης/μέσης ισχύος. Οι ~ες μετατρέπουν την κινητική ενέργεια του αέρα σε άλλες μορφές ενέργειας (π.χ. ηλεκτρική, θερμική). [< γαλλ. aéromoteur]
3728ανεμολογικός, ή, ό [ἀνεμολογικός] α-νε-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την επιστημονική μελέτη των ανέμων: ~ός: άτλας/χάρτης (της Ελλάδας). ~ή: κλίμακα. [< αγγλ. anemological]
3729ανεμολόγιο[ἀνεμολόγιο] α-νε-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ανεμολογί-ου}: ΝΑΥΤ. κυκλικό διάγραμμα με ακτίνες που δείχνουν τις ονομασίες και τις κατευθύνσεις των ανέμων σε ένα μέρος για δεδομένο χρονικό διάστημα: μετεωρολογικό/ναυτικό ~. Το ~ της πυξίδας. Ο δίσκος του ~ου. Βλ. -λόγιο. [< γερμ. Windrose, γαλλ. rose des vents]
3730ανεμομάζωμα[ἀνεμομάζωμα] α-νε-μο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) & ανεμομάζεμα: κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα αγαθά που αποκτήθηκαν χωρίς κόπο ή παράνομα, μπορούν εξίσου εύκολα να χαθούν ή να σπαταληθούν.
3731ανεμόμετρο[ἀνεμόμετρο] α-νε-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο μέτρησης της ταχύτητας, της κατεύθυνσης ή της πίεσης του ανέμου: ηλεκτρονικό/φορητό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. ανεμογράφος [< γαλλ. anémomètre, αγγλ. anemometer]
3732ανεμόμυλος[ἀνεμόμυλος] α-νε-μό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μύλος που κινείται με αιολική ενέργεια: αλεστικός/γραφικός/ερειπωμένος/νησιώτικος ~. Πέτρινοι ~οι. ~ με κατακόρυφη/οριζόντια κίνηση. Τα περιστρεφόμενα πτερύγια ενός ~ου. Βλ. νερόμυλος. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) άστατος, ασυνεπής: πολιτική ~ου. Πβ. ανεμοδείκτης, ανεμοδούρα. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους & (σπάν.) παλεύει/πολεμά/μάχεται με ανεμόμυλους (μτφ.): αγωνίζεται εναντίον ανύπαρκτων, φανταστικών αντιπάλων ή κινδύνων. Πβ. σκιαμαχώ. Βλ. δονκιχοτισμός. [< μεσν. ανεμόμυλος]
3733ανεμοπλάνο[ἀνεμοπλάνο] α-νε-μο-πλά-νο ουσ. (ουδ.): ΑΕΡΟΝ. ανεμόπτερο.
3734ανεμοπορία[ἀνεμοπορία] α-νε-μο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΕΡΟΝ. & ανεμοπτερισμός (ο): πτήση με ανεμόπτερο: ατομική ~. Αγώνες/εκπαιδευτής/λέσχη ~ας. Επιδείξεις ακροβατικής ~ας. Βλ. αιωροπτερισμός. 2. (σπάν., για πουλιά) πέταγμα με ανοικτές και ακίνητες φτερούγες, με τη βοήθεια των ρευμάτων του αέρα. [< γαλλ. vol à voile]
3735ανεμοπόρος[ἀνεμοπόρος] α-νε-μο-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που επιδίδεται σε πτήσεις με ανεμόπτερο. Βλ. αιωροπτερ-, αλεξιπτωτ-ιστής.
3736ανεμόπτερο[ἀνεμόπτερο] α-νε-μό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΑΕΡΟΝ. πτητική συσκευή χωρίς κινητήρα, που εκμεταλλεύεται τα ανοδικά και καθοδικά ρεύματα του αέρα, για να πετάξει: διθέσιο/μονοθέσιο/ψεκαστικό ~. ~ πλαγιάς. Αγωνιστικά ~α. Βλ. αιωρόπτερο, αλεξίπτωτο πλαγιάς. [< γαλλ. planeur, 1923˙ πβ. μεσν. επίθ. ανεμόπτερος 'γρήγορος όπως ο άνεμος']
3737ανεμοπύρωμα[ἀνεμοπύρωμα] α-νε-μο-πύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ερυσίπελας. [< μεσν. ανεμοπύρωμα(ν)]
3739ανεμόσκαλα[ἀνεμόσκαλα] α-νε-μό-σκα-λα ουσ. (θηλ.): αιωρούμενη φορητή σκάλα, συνήθ. από σχοινί, που κρέμεται από σταθερό σημείο: Ο διασώστης κατέβηκε από το ελικόπτερο με ~. [< μεσν. ανεμόσκαλα]
3740ανεμοσκόρπισμα[ἀνεμοσκόρπισμα] α-νε-μο-σκόρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα βλ. ανεμομάζωμα
3741ανεμοσούρι[ἀνεμοσούρι] α-νε-μο-σού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. δυνατός, βουερός άνεμος. 2. χιόνι που συσσωρεύεται από τον δυνατό αέρα: Δρόμος κλειστός από τα ~ια. Βλ. χιονοστιβάδα.
3742ανεμοστρόβιλος[ἀνεμοστρόβιλος] α-νε-μο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρότατος άνεμος που μετακινείται περιστρεφόμενος πολύ γρήγορα: καταστροφικός ~. Φονικοί ~οι. Ο ~ έπληξε την περιοχή/ξερίζωσε δέντρα/σάρωσε τα πάντα (στο πέρασμά του). Βλ. ανεμοθύελλα, κυκλώνας, λαίλαπα, τυφώνας. ΣΥΝ. αεροδίνη, ρούφουλας (1), σίφουνας (2) 2. (μτφ.) για κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, πολύ γρήγορα ή και σε μεγάλο βαθμό, προκαλώντας αναταραχή: ~ σκανδάλων/(έντονων) συναισθημάτων. Πβ. δίνη. [< μεσν. ανεμοστρόβιλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.