Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4660-4680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3732ανεμόμυλος[ἀνεμόμυλος] α-νε-μό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μύλος που κινείται με αιολική ενέργεια: αλεστικός/γραφικός/ερειπωμένος/νησιώτικος ~. Πέτρινοι ~οι. ~ με κατακόρυφη/οριζόντια κίνηση. Τα περιστρεφόμενα πτερύγια ενός ~ου. Βλ. νερόμυλος. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) άστατος, ασυνεπής: πολιτική ~ου. Πβ. ανεμοδείκτης, ανεμοδούρα. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους & (σπάν.) παλεύει/πολεμά/μάχεται με ανεμόμυλους (μτφ.): αγωνίζεται εναντίον ανύπαρκτων, φανταστικών αντιπάλων ή κινδύνων. Πβ. σκιαμαχώ. Βλ. δονκιχοτισμός. [< μεσν. ανεμόμυλος]
3733ανεμοπλάνο[ἀνεμοπλάνο] α-νε-μο-πλά-νο ουσ. (ουδ.): ΑΕΡΟΝ. ανεμόπτερο.
3734ανεμοπορία[ἀνεμοπορία] α-νε-μο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΕΡΟΝ. & ανεμοπτερισμός (ο): πτήση με ανεμόπτερο: ατομική ~. Αγώνες/εκπαιδευτής/λέσχη ~ας. Επιδείξεις ακροβατικής ~ας. Βλ. αιωροπτερισμός. 2. (σπάν., για πουλιά) πέταγμα με ανοικτές και ακίνητες φτερούγες, με τη βοήθεια των ρευμάτων του αέρα. [< γαλλ. vol à voile]
3735ανεμοπόρος[ἀνεμοπόρος] α-νε-μο-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που επιδίδεται σε πτήσεις με ανεμόπτερο. Βλ. αιωροπτερ-, αλεξιπτωτ-ιστής.
3736ανεμόπτερο[ἀνεμόπτερο] α-νε-μό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΑΕΡΟΝ. πτητική συσκευή χωρίς κινητήρα, που εκμεταλλεύεται τα ανοδικά και καθοδικά ρεύματα του αέρα, για να πετάξει: διθέσιο/μονοθέσιο/ψεκαστικό ~. ~ πλαγιάς. Αγωνιστικά ~α. Βλ. αιωρόπτερο, αλεξίπτωτο πλαγιάς. [< γαλλ. planeur, 1923˙ πβ. μεσν. επίθ. ανεμόπτερος 'γρήγορος όπως ο άνεμος']
3737ανεμοπύρωμα[ἀνεμοπύρωμα] α-νε-μο-πύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ερυσίπελας. [< μεσν. ανεμοπύρωμα(ν)]
3739ανεμόσκαλα[ἀνεμόσκαλα] α-νε-μό-σκα-λα ουσ. (θηλ.): αιωρούμενη φορητή σκάλα, συνήθ. από σχοινί, που κρέμεται από σταθερό σημείο: Ο διασώστης κατέβηκε από το ελικόπτερο με ~. [< μεσν. ανεμόσκαλα]
3740ανεμοσκόρπισμα[ἀνεμοσκόρπισμα] α-νε-μο-σκόρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα βλ. ανεμομάζωμα
3741ανεμοσούρι[ἀνεμοσούρι] α-νε-μο-σού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. δυνατός, βουερός άνεμος. 2. χιόνι που συσσωρεύεται από τον δυνατό αέρα: Δρόμος κλειστός από τα ~ια. Βλ. χιονοστιβάδα.
3742ανεμοστρόβιλος[ἀνεμοστρόβιλος] α-νε-μο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρότατος άνεμος που μετακινείται περιστρεφόμενος πολύ γρήγορα: καταστροφικός ~. Φονικοί ~οι. Ο ~ έπληξε την περιοχή/ξερίζωσε δέντρα/σάρωσε τα πάντα (στο πέρασμά του). Βλ. ανεμοθύελλα, κυκλώνας, λαίλαπα, τυφώνας. ΣΥΝ. αεροδίνη, ρούφουλας (1), σίφουνας (2) 2. (μτφ.) για κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, πολύ γρήγορα ή και σε μεγάλο βαθμό, προκαλώντας αναταραχή: ~ σκανδάλων/(έντονων) συναισθημάτων. Πβ. δίνη. [< μεσν. ανεμοστρόβιλος]
3743ανεμότρατα[ἀνεμότρατα] α-νε-μό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο σκάφος με συρόμενα, κωνικά συνήθ., δίχτυα, για ψάρεμα σε ανοιχτή θάλασσα και συνεκδ. τα ίδια τα δίχτυα. Βλ. μηχανότρατα.
3744ανεμούριο[ἀνεμούριο] α-νε-μού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & ανεμούρι: ΑΕΡΟΝ. υφασμάτινος συνήθ. σάκος, κωνικού σχήματος, ανοιχτός και στα δύο άκρα, που χρησιμοποιείται ως ανεμοδείκτης: φωτεινό ~. ~α σε αεροδρόμια, ελικοδρόμια και αυτοκινητόδρομους. [< μεσν. ανεμούριον]
3745ανεμοφράκτης[ἀνεμοφράκτης] α-νε-μο-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ανεμοφράχτης: κάθε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο που προφυλάσσει από τον άνεμο, μειώνει την ταχύτητά του: ζωντανοί (: από δέντρα, θάμνους)/νεκροί (: από ξερά κλαδιά, πασσάλους) ~ες. ~ες για την προστασία του εδάφους και των καλλιεργειών.|| Αυτόματος ρυθμιζόμενος ~ στο κάτω μέρος πόρτας. Βλ. αλεξήνεμο. [< γαλλ. brise-vent]
3746ανέμπνευστος, η, ο [ἀνέμπνευστος] α-νέ-μπνευ-στος επίθ. (λόγ.): που στερείται έμπνευσης, κοινότοπος: (για πρόσ.) ~ος: συγγραφέας. ~οι: τεχνοκράτες. ~οι, ατάλαντοι σκηνοθέτες.|| ~ος: τίτλος (ΑΝΤ. ασυνήθιστος, πρωτότυπος). ~η: εποχή (: πεζή)/ερμηνεία/μουσική/παράσταση/ποίηση (: ρηχή)/προσπάθεια (βλ. ανούσιος). ~ο: σενάριο. ~οι: διάλογοι (βλ. κλισέ)/στίχοι (: άτεχνοι). Προβλέψιμος και ~ (: ανιαρός, κενός, τετριμμένος) λόγος. Κοντόφθαλμη, ~η πολιτική. Xιλιοειπωμένες, εντελώς ~ες (: μονότονες) ιστορίες. ΑΝΤ. εμπνευσμένος (1) ● επίρρ.: ανέμπνευστα [< αγγλ. uninspired]
3747ανεμπόδιστος, η, ο [ἀνεμπόδιστος] α-νε-μπό-δι-στος επίθ.: που δεν εμποδίζεται ή δεν εμποδίστηκε: ~ος: διάλογος/έλεγχος. ~η: ανάπτυξη/άσκηση (π.χ. καθηκόντων)/κυκλοφορία (των οχημάτων)/λειτουργία/πληροφόρηση/πρόσβαση (σε αγαθά)/ροή (ενέργειας)/χρήση (χώρων). Βίλα με ~η θέα στη θάλασσα. (για πρόσ.) Συνεχίζει ~ το έργο του. Οι διαρρήκτες/εγκληματίες ενήργησαν ~οι. Πβ. (αδι)ακώλυτος, ανενόχλητος, απρόσκοπτος, ελεύθερος. ● επίρρ.: ανεμπόδιστα [< αρχ. ἀνεμπόδιστος]
3748ανεμώνη[ἀνεμώνη] α-νε-μώ-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ανεμώνα: ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (οικογ. Ranunculaceae) με μεγάλα, πολύχρωμα άνθη, συνήθ. κόκκινα, μπλε ή λευκά· συνεκδ. το άνθος τους. Βλ. νεραγκούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια ανεμώνη & ανεμώνη της θάλασσας: ΖΩΟΛ. μοναχικός και συνήθ. πολύχρωμος πολύποδας με πολλές κεραίες, ο οποίος ζει προσκολλημένος σε κοχύλια, πέτρες ή βράχους του βυθού. Βλ. κοιλεντερωτά. [< γαλλ. anémone de mer, αγγλ. sea anemone] [< αρχ. ἀνεμώνη]
3749ανενδοίαστος, η, ο [ἀνενδοίαστος] α-νεν-δοί-α-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει ή γίνεται χωρίς κανένα δισταγμό: ~η: απάντηση/εκμετάλλευση (π.χ των θαλάσσιων πόρων).|| (για πρόσ.) ~ος: εγκληματίας. Πβ. αδίστακτος. ● επίρρ.: ανενδοίαστα [< μτγν. ἀνενδοίαστος ‘αυτός που δεν διστάζει, αναμφίβολος’]
3750ανένδοτος, η, ο [ἀνένδοτος] α-νέν-δο-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν συμβιβάζεται, δεν υποχωρεί: ~η: στάση. Είναι/στάθηκε ~ στην απόφασή του. Παραμένει ~ στα αιτήματα των ... (πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, αμετάπειστος). Δηλώνουν ~οι (= αμετακίνητοι) στις θέσεις τους. ΣΥΝ. ανυποχώρητος ΑΝΤ. ενδοτικός, υποχωρητικός (1) ● επίρρ.: ανένδοτα & (σπάν.-λόγ.) -ότως ● ΣΥΜΠΛ.: ανένδοτος αγώνας: ΠΟΛΙΤ. ασυμβίβαστος, επίμονος: Κλιμακώνεται/ξεκίνησε ο ~ ~ εναντίον/κατά της διαπλοκής. [< μτγν. ἀνένδοτος]
3751ανενεργός, ή/ός, ό [ἀνενεργός] α-νε-νερ-γός επίθ. 1. που δεν έχει ενεργοποιηθεί ή δεν ισχύει, δεν λειτουργεί, δεν χρησιμοποιείται: ~ός: λογαριασμός/νόμος. ~ή: γραμμή (τηλεφώνου). ~ές: συνδέσεις. (Κάτι) καθίσταται/(παρα)μένει ~ό (πβ. αναποτελεσματικό, ανίσχυρο. ΑΝΤ. αποτελεσματικό, δραστικό).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα. ~ό: παράθυρο. ΑΝΤ. ενεργοποιημένος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ιός. ~ή/ός: νόσος (: που δεν παρουσιάζει συμπτώματα). ΑΝΤ. ενεργός (2) 2. (για πρόσ.) που δεν δραστηριοποιείται, δεν κάνει ή δεν χρησιμοποιεί κάτι, αδρανής: ~ός: σύλλογος. ~οί: συνδρομητές. ~ά: μέλη (ΑΝΤ. ενεργά). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργός χρόνος: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο ένας εργαζόμενος ή ένα μηχάνημα δεν δουλεύει ή δεν μπορεί να δουλέψει: μέγιστος επιτρεπόμενος ~ ~. [< αγγλ. ineffective time] , ανενεργό ηφαίστειο βλ. ηφαίστειο [< γαλλ. inactif, αγγλ. inactive, πβ. μτγν. ἀνενεργής]
3752ανενημέρωτος, η, ο [ἀνενημέρωτος] α-νε-νη-μέ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν είναι επαρκώς ή καθόλου ενημερωμένος για κάτι: ~ος: καταναλωτής (= μη ενημερωμένος). ~οι: αγοραστές/χρήστες. Δεν φτάνει που είναι ~, το παίζει και έξυπνος! Σε βρίσκω (λιγάκι) ~η. ΣΥΝ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ΑΝΤ. ενήμερος (1) 2. στον οποίο δεν έχουν προστεθεί νέα στοιχεία: ~ο: σάιτ. ~α: λογιστικά βιβλία. ΑΝΤ. ενημερωμένος (2)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.