| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46241 | σκόλυμος | σκό-λυ-μος ουσ. (αρσ.) & ασκόλυμπρος (Κρήτη): ΒΟΤ. πολυετές, αγκαθωτό φυτό (επιστ. ονομασ. Scolymus hispanicus) με σαρκώδη ρίζα, χοντρό βλαστό και κίτρινα άνθη, που τρώγεται κυρ. βραστό ως χορταρικό: κατσικάκι αβγολέμονο με ασκολύμπρους. [< αρχ. σκόλυμος ‘είδος αγριαγκινάρας’] | |
| 46242 | σκολύτης | σκο-λύ-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό κολεόπτερο έντομο (οικογ. Scolytidae), η προνύμφη του οποίου ανοίγει στοές ανάμεσα στον φλοιό και το ξύλο πολλών δέντρων. [< γαλλ. scolyte, αγγλ. scolytid] | |
| 46243 | σκόμβρος | σκόμ-βρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΙΧΘΥΟΛ. σκουμπρί. [< αρχ. σκόμβρος] | |
| 46244 | σκονάκι | σκο-νά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μικρό σημείωμα από όπου αντιγράφει κρυφά ο εξεταζόμενος κατά τη διάρκεια γραπτών εξετάσεων: Έκανε ~.|| Ηλεκτρονικό ~. 2. δόση ναρκωτικού ή παλαιότ. φαρμάκου σε σκόνη. | |
| 46245 | σκόνη | σκό-νη ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μικροσκοπικών, σχεδόν αόρατων, σωματιδίων στερεής ύλης, όπως χώματος ή άμμου, που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ή επικάθονται σε επιφάνειες: ηφαιστειακή/οικιακή ~. Κύμα/μεταφορά/στρώμα/σύννεφο ~ης από την Αφρική (= αφρικανική ~, πβ. αμμοθύελλα, βλ. λασποβροχή). Απορρόφηση/εισπνοή/εκπομπή/θύελλα/κόκκοι/συγκέντρωση/σωματίδια/φίλτρο ~ης. Θήκη/κάλυμμα κατά της ~ης. Αλλεργία στη ~. Απομακρύνω/καθαρίζω/τινάζω τη ~ (βλ. ξεσκονόπανο). Πνίγομαι στη ~. Το σπίτι είναι γεμάτο/μες στη ~. ~ κάτω από το χαλί. Κόκκινη ~ κάλυψε τη χώρα. Ο φακός έχει πιάσει ~. Πβ. κονιορτός. || (μτφ.) Τώρα που κατακάθισε η ~ (= ηρέμησαν τα πράγματα). 2. κάθε είδους παρασκεύασμα σε μορφή κόκκων: γάλα/γαρίφαλο/κακάο/κανέλα/πιπέρι/πρωτεΐνες (σε) ~.|| Βρέξιμη/φαρμακευτική ~. ~ πλυντηρίου ρούχων/πλυσίματος (: απορρυπαντικά σε μορφή ~ης). Πούδρα/σαπούνι σε ~. ~ες αγιογραφίας. Ξερή χημική ~ για πυρόσβεση (βλ. αφρός). Βλ. ασημό-, χρυσό-σκονη. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη: ΑΣΤΡΟΝ. σωματίδια ύλης που αιωρούνται στο Διάστημα: νέφος ~ής ~ης. [< αγγλ. cosmic dust] ● ΦΡ.: κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα) (μτφ.-προφ.): εξουδετερώνω, κατατροπώνω, συντρίβω: Τους έκανε ~ με τις ερωτήσεις της. ΣΥΝ. κάνω λιώμα/χώμα (3), σηκώνω σκόνη 1. κάνω τη σκόνη να αρχίσει να αιωρείται: Ο δυνατός αέρας σήκωσε ~. 2. (μτφ.-προφ.) προκαλώ αναταραχή για λόγους σκοπιμότητας: Σηκώνουν ~ για να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη., γίνομαι (σκόνη και) θρύψαλα βλ. θρύψαλο, τρώω τη σκόνη (κάποιου) βλ. τρώω [< μεσν. σκόνη < αρχ. κόνις] | |
| 46246 | σκονίζω | σκο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σκόνι-σα, σκονί-στηκα, -σμένος}: λερώνω ή καλύπτω κάτι με σκόνη: Βιβλία που ~ονται στο κομοδίνο. Τα έπιπλα ~στηκαν. ΑΝΤ. ξεσκονίζω (1) [< σκονίζω, 12ος αι.] | |
| 46247 | σκόνισμα | σκό-νι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. ψέκασμα καλλιέργειας με φυτοφάρμακο σε μορφή σκόνης: ~ (των δέντρων) με θειάφι. Πβ. επίπαση. Βλ. ράντισμα. ΑΝΤ. ξεσκόνισμα [< αγγλ. dusting, 1926] | |
| 46248 | σκόνταμμα | σκό-νταμ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ., συνήθ. κυριολ.): η ενέργεια του σκοντάφτω. Πβ. σκουντούφλημα. [< σκόνταμα, 12ος αι.] | |
| 46249 | σκοντάφτω | σκο-ντά-φτω ρ. (αμτβ.) {σκόντα-ψα, σκοντάφτ-οντας} & σκοντάπτω & (λαϊκό-λογοτ.) σκοντάβω 1. πέφτω πάνω σε εμπόδιο ενώ περπατώ, χτυπώντας το με το πόδι: ~ στον δρόμο/στα σκαλιά. ~ψε και έπεσε κάτω. Πβ. μπουρδουκλώνομαι, σκουντουφλώ. Βλ. παραπατώ.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ψα πάνω του χθες βράδυ (: τον συνάντησα τυχαία). 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) προσκρούω, σκαλώνω σε κάτι: Το θέμα/η υπόθεση ~ψε στη γραφειοκρατία. Δεν ~ει πουθενά. Καλές προθέσεις υπάρχουν, αλλά ~ουν στην εφαρμογή. Πβ. κολλώ, μπλοκάρω, προσκόπτω. ● ΦΡ.: όποιος βιάζεται σκοντάφτει βλ. βιάζομαι [< μεσν. σκοντάφτω (16ος αι.), σκοντάπτω, σκονδάπτω] | |
| 46250 | σκόντο | σκό-ντο ουσ. (ουδ.) (προφ.): έκπτωση: Έκανε ~, κατεβάζοντας την τιμή στα ... Μου τα 'δωσαν με ~. [< ιταλ. sconto] | |
| 46251 | σκοπελίτικος | , η, ο σκο-πε-λί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκόπελο ή/και τους Σκοπελίτες: ~η: (στριφτή) τυρόπιτα/στριφτόπιτα. Βλ. -ίτικος. | |
| 46252 | σκόπελος | σκό-πε-λος ουσ. (αρσ.) {σκοπέλ-ου | -ων, -ους} 1. βράχος που προεξέχει από τη θάλασσα και αποτελεί κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα. Πβ. ξέρα. ΑΝΤ. ύφαλος (1) 2. (μτφ.-λόγ.) σημαντικό εμπόδιο: συνταγματικός ~. Πρέπει να παρακαμφθεί/υπερπηδηθεί ο ~ της γραφειοκρατίας. Προσέκρουσε στον ~ο των οικονομικών δυσκολιών. Έχω μάθει να ξεπερνώ τους ~ους της ζωής (πβ. κακοτοπιές, παγίδες). Πβ. αντιξοότητα, δυσχέρεια. [< αρχ. σκόπελος ΄κορυφή, ακρωτήριο', γαλλ. écueil] | |
| 46253 | σκοπέτο | σκο-πέ-το ουσ. (ουδ.) (στρατ. αργκό): σκοπιά (ως υπηρεσία): Βαράω/χτυπάω ~. | |
| 46254 | σκόπευση | σκό-πευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρατήρηση ορισμένου σημείου με οπτικό όργανο ή ευθυγράμμιση κάννης όπλου με στόχο, ώστε η βολή να κατευθυνθεί με ακρίβεια σε αυτόν· συνεκδ. βολή: αυτόματη/κατακόρυφη/οπτική/πλάγια ~. Διόπτρες/φακός ~ης.|| ~ με αεροβόλο/κυνηγετικό όπλο (= σημάδεμα). Γραμμή/ραντάρ ~ης. Βλ. κατα~. || (μτφ.) Έργο που διαθέτει/έχει ευρύτερη ~. [< μτγν. σκόπευσις ‘παρατήρηση’, γαλλ. visée] | |
| 46255 | σκοπευτήριο | σκο-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ανοιχτός ή κλειστός χώρος για ασκήσεις ή αγώνες σκοποβολής: εθνικό/ολυμπιακό ~. Βλ. -τήριο. [< μτγν. σκοπευτήριον 'παρατηρητήριο'] | |
| 46256 | σκοπευτής | σκο-πευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοπεύτρια}: αυτός που σημαδεύει με όπλο· ειδικότ. αθλητής της σκοποβολής: άριστος/επαγγελματίας/επίλεκτος ~. Ικανός ~ και πολεμιστής.|| Οι ~ές του ομίλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος σκοπευτής: αυτός που πυροβολεί από αθέατο μέρος, συνήθ. χωρίς να είναι ενταγμένος σε τακτική μονάδα μάχης· κατ' επέκτ. κάθε πρόσωπο που δρα ανεξάρτητα: ~ ~ ειδικών αποστολών.|| Σε ρόλο ~ου ~ή. [< γαλλ. franc-tireur] [< μτγν. σκοπευτής 'παρατηρητής, κατάσκοπος', γαλλ. tireur] | |
| 46257 | σκοπευτικός | , ή, ό σκο-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκόπευση ή τον σκοπευτή: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ή: γραμμή/δεινότητα/ομοσπονδία/τεχνική/τοξοβολία. ~ές: διόπτρες. ~ά: γυαλιά/όπλα. Βλ. κατα~. [< μτγν. σκοπευτικός] | |
| 46258 | σκόπευτρο | σκό-πευ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. οπτικό όργανο, εξάρτημα όπλου ή συσκευής, με το οποίο γίνεται σκόπευση: έγχρωμο/εικονοληπτικό/ενσωματωμένο/ηλεκτρονικό/τηλεσκοπικό/ψηφιακό ~. ~ καραμπίνας. Το ~ της κάμερας/της φωτογραφικής μηχανής. ~ υψηλής ανάλυσης. Βλέπω στο ~. Εστίαση με το ~. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ πολικής ευθυγράμμισης. Βλ. -τρο. | |
| 46259 | σκοπεύω | σκο-πεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκόπευ-α, σκόπευ-σα, σκοπεύ-οντας} 1. (+ να) έχω σκοπό, προτίθεμαι να: ~ να αλλάξω δουλειά/ανοίξω επιχείρηση/κάνω δίαιτα/σταματήσω το κάπνισμα/σε υπερασπιστώ σθεναρά/υποχωρήσω. Μην πιεις, αν ~εις να οδηγήσεις (= πρόκειται να ...). Δεν έχω και ούτε ~ να αποκτήσω αυτοκίνητο (= δεν είμαι διατεθειμένος να ...). Δεν ~ει να σου κάνει κακό (: δεν είναι στις προθέσεις του). Πβ. λογαριάζω, σκέφτομαι, σχεδιάζω. 2. εστιάζω σε συγκεκριμένο στόχο, προκειμένου να κατευθύνω βολή όπλου προς αυτόν: Τον ~ε με το περίστροφο. (ως στρατιωτικό παράγγελμα) ~σατε, πυρ!|| (μτφ.) Δραστηριότητες που ~ουν στην εξοικονόμηση ενέργειας (= αποβλέπουν, αποσκοπούν). ~ει ψηλά (: έχει υψηλούς στόχους, μεγάλες φιλοδοξίες). ΣΥΝ. στοχεύω (1) 3. (σπάν.) παρατηρώ με προσοχή μέσω οπτικού οργάνου: ~ει με το τηλεσκόπιο τα άστρα. Πβ. εστιάζω. Βλ. κατα~. [< αρχ. σκοπεύω, γαλλ. viser] | |
| 46262 | σκοπιά | σκο-πιά ουσ. (θηλ.) 1. παρατηρητήριο από το οποίο μπορεί κάποιος να ελέγχει και να φρουρεί ορισμένο χώρο· συνήθ. ξύλινη ή κτιστή κατασκευή, όπου στέκεται ο σκοπός· συνεκδ. η υπηρεσία του: Ψηλός πύργος που τον χρησιμοποιούσαν και ως ~. Πβ. βίγλα, καραούλι.|| (ΣΤΡΑΤ.) Υπερυψωμένη ~. ~ της πύλης. Οι ~ιές του στρατοπέδου. Πβ. φυλάκιο.|| Πάω για ~. Κρατάει/φυλάει ~. Την ώρα της ~ιάς. Πβ. φρούρηση.|| Αλλαγή ~ιάς (= φρουρών). 2. (μτφ.) οπτική γωνία από την οποία βλέπει κάποιος τα πράγματα και σχηματίζει γνώμη γι' αυτά: θρησκευτική/κοινωνική ~. Ιστορία της εκπαίδευσης από τη ~ του φύλου. Εξετάζουν το θέμα με κριτική ~ (= ματιά). Προσεγγίζει το γνωστικό του αντικείμενο από πρακτική ~/μόνο από μια ~ (= μονόπλευρα). Βιώσιμη και λειτουργική από οικονομικής ~ιάς λύση. Το κείμενο μπορεί να ερμηνευθεί από πολλές ~ιές (= πλευρές). Θα προσπαθήσω από τη δική μου ~ (= μεριά) να ... Πβ. άποψη, πρίσμα. [< 1: αρχ. σκοπιά, γαλλ. aspect] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ