| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46233 | σκόλη | βλ. σχόλη | |
| 46234 | σκολιανός | , ή, ό βλ. σχολιανός | |
| 46235 | σκολιαρόπαιδο | βλ. σχολιαρόπαιδο | |
| 46236 | σκολιαρούδι | βλ. σχολιαρούδι | |
| 46237 | σκολιός | , ά, ό σκο-λι-ός επίθ. (λόγ.): στραβός, στρεβλός. ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) [< αρχ. σκολιός] | |
| 46238 | σκολίωση | σκο-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλάγια κύρτωση της σπονδυλικής στήλης: εφηβική/ιδιοπαθής/λειτουργική ~. Βλ. κύφωση, λόρδωση. [< μτγν. σκολίωσις, γαλλ. scoliose, αγγλ. scoliosis] | |
| 46239 | σκολιωτικός | , ή, ό σκο-λι-ω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σκολίωση ή πάσχει από αυτή: ~ή: παραμόρφωση.|| ~ά: παιδιά.|| (καταχρ.) ~ό: ρινικό διάφραγμα (= στραβό). [< γαλλ. scoliotique, αγγλ. scoliotic] | |
| 46240 | σκολόπεντρα | σκο-λό-πε-ντρα ουσ. (θηλ.) & σκολόπενδρα: ΖΩΟΛ. σαρανταποδαρούσα. [< αρχ. σκολόπενδρα, γαλλ. scolopendre, αγγλ. scolopendra] | |
| 46241 | σκόλυμος | σκό-λυ-μος ουσ. (αρσ.) & ασκόλυμπρος (Κρήτη): ΒΟΤ. πολυετές, αγκαθωτό φυτό (επιστ. ονομασ. Scolymus hispanicus) με σαρκώδη ρίζα, χοντρό βλαστό και κίτρινα άνθη, που τρώγεται κυρ. βραστό ως χορταρικό: κατσικάκι αβγολέμονο με ασκολύμπρους. [< αρχ. σκόλυμος ‘είδος αγριαγκινάρας’] | |
| 46242 | σκολύτης | σκο-λύ-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό κολεόπτερο έντομο (οικογ. Scolytidae), η προνύμφη του οποίου ανοίγει στοές ανάμεσα στον φλοιό και το ξύλο πολλών δέντρων. [< γαλλ. scolyte, αγγλ. scolytid] | |
| 46243 | σκόμβρος | σκόμ-βρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΙΧΘΥΟΛ. σκουμπρί. [< αρχ. σκόμβρος] | |
| 46244 | σκονάκι | σκο-νά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μικρό σημείωμα από όπου αντιγράφει κρυφά ο εξεταζόμενος κατά τη διάρκεια γραπτών εξετάσεων: Έκανε ~.|| Ηλεκτρονικό ~. 2. δόση ναρκωτικού ή παλαιότ. φαρμάκου σε σκόνη. | |
| 46245 | σκόνη | σκό-νη ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μικροσκοπικών, σχεδόν αόρατων, σωματιδίων στερεής ύλης, όπως χώματος ή άμμου, που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ή επικάθονται σε επιφάνειες: ηφαιστειακή/οικιακή ~. Κύμα/μεταφορά/στρώμα/σύννεφο ~ης από την Αφρική (= αφρικανική ~, πβ. αμμοθύελλα, βλ. λασποβροχή). Απορρόφηση/εισπνοή/εκπομπή/θύελλα/κόκκοι/συγκέντρωση/σωματίδια/φίλτρο ~ης. Θήκη/κάλυμμα κατά της ~ης. Αλλεργία στη ~. Απομακρύνω/καθαρίζω/τινάζω τη ~ (βλ. ξεσκονόπανο). Πνίγομαι στη ~. Το σπίτι είναι γεμάτο/μες στη ~. ~ κάτω από το χαλί. Κόκκινη ~ κάλυψε τη χώρα. Ο φακός έχει πιάσει ~. Πβ. κονιορτός. || (μτφ.) Τώρα που κατακάθισε η ~ (= ηρέμησαν τα πράγματα). 2. κάθε είδους παρασκεύασμα σε μορφή κόκκων: γάλα/γαρίφαλο/κακάο/κανέλα/πιπέρι/πρωτεΐνες (σε) ~.|| Βρέξιμη/φαρμακευτική ~. ~ πλυντηρίου ρούχων/πλυσίματος (: απορρυπαντικά σε μορφή ~ης). Πούδρα/σαπούνι σε ~. ~ες αγιογραφίας. Ξερή χημική ~ για πυρόσβεση (βλ. αφρός). Βλ. ασημό-, χρυσό-σκονη. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρική/κοσμική/διαστημική σκόνη: ΑΣΤΡΟΝ. σωματίδια ύλης που αιωρούνται στο Διάστημα: νέφος ~ής ~ης. [< αγγλ. cosmic dust] ● ΦΡ.: κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα) (μτφ.-προφ.): εξουδετερώνω, κατατροπώνω, συντρίβω: Τους έκανε ~ με τις ερωτήσεις της. ΣΥΝ. κάνω λιώμα/χώμα (3), σηκώνω σκόνη 1. κάνω τη σκόνη να αρχίσει να αιωρείται: Ο δυνατός αέρας σήκωσε ~. 2. (μτφ.-προφ.) προκαλώ αναταραχή για λόγους σκοπιμότητας: Σηκώνουν ~ για να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη., γίνομαι (σκόνη και) θρύψαλα βλ. θρύψαλο, τρώω τη σκόνη (κάποιου) βλ. τρώω [< μεσν. σκόνη < αρχ. κόνις] | |
| 46246 | σκονίζω | σκο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σκόνι-σα, σκονί-στηκα, -σμένος}: λερώνω ή καλύπτω κάτι με σκόνη: Βιβλία που ~ονται στο κομοδίνο. Τα έπιπλα ~στηκαν. ΑΝΤ. ξεσκονίζω (1) [< σκονίζω, 12ος αι.] | |
| 46247 | σκόνισμα | σκό-νι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. ψέκασμα καλλιέργειας με φυτοφάρμακο σε μορφή σκόνης: ~ (των δέντρων) με θειάφι. Πβ. επίπαση. Βλ. ράντισμα. ΑΝΤ. ξεσκόνισμα [< αγγλ. dusting, 1926] | |
| 46248 | σκόνταμμα | σκό-νταμ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ., συνήθ. κυριολ.): η ενέργεια του σκοντάφτω. Πβ. σκουντούφλημα. [< σκόνταμα, 12ος αι.] | |
| 46249 | σκοντάφτω | σκο-ντά-φτω ρ. (αμτβ.) {σκόντα-ψα, σκοντάφτ-οντας} & σκοντάπτω & (λαϊκό-λογοτ.) σκοντάβω 1. πέφτω πάνω σε εμπόδιο ενώ περπατώ, χτυπώντας το με το πόδι: ~ στον δρόμο/στα σκαλιά. ~ψε και έπεσε κάτω. Πβ. μπουρδουκλώνομαι, σκουντουφλώ. Βλ. παραπατώ.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ψα πάνω του χθες βράδυ (: τον συνάντησα τυχαία). 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) προσκρούω, σκαλώνω σε κάτι: Το θέμα/η υπόθεση ~ψε στη γραφειοκρατία. Δεν ~ει πουθενά. Καλές προθέσεις υπάρχουν, αλλά ~ουν στην εφαρμογή. Πβ. κολλώ, μπλοκάρω, προσκόπτω. ● ΦΡ.: όποιος βιάζεται σκοντάφτει βλ. βιάζομαι [< μεσν. σκοντάφτω (16ος αι.), σκοντάπτω, σκονδάπτω] | |
| 46250 | σκόντο | σκό-ντο ουσ. (ουδ.) (προφ.): έκπτωση: Έκανε ~, κατεβάζοντας την τιμή στα ... Μου τα 'δωσαν με ~. [< ιταλ. sconto] | |
| 46251 | σκοπελίτικος | , η, ο σκο-πε-λί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκόπελο ή/και τους Σκοπελίτες: ~η: (στριφτή) τυρόπιτα/στριφτόπιτα. Βλ. -ίτικος. | |
| 46252 | σκόπελος | σκό-πε-λος ουσ. (αρσ.) {σκοπέλ-ου | -ων, -ους} 1. βράχος που προεξέχει από τη θάλασσα και αποτελεί κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα. Πβ. ξέρα. ΑΝΤ. ύφαλος (1) 2. (μτφ.-λόγ.) σημαντικό εμπόδιο: συνταγματικός ~. Πρέπει να παρακαμφθεί/υπερπηδηθεί ο ~ της γραφειοκρατίας. Προσέκρουσε στον ~ο των οικονομικών δυσκολιών. Έχω μάθει να ξεπερνώ τους ~ους της ζωής (πβ. κακοτοπιές, παγίδες). Πβ. αντιξοότητα, δυσχέρεια. [< αρχ. σκόπελος ΄κορυφή, ακρωτήριο', γαλλ. écueil] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ