Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46800-46820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46263σκοπιανός, ή, ό σκο-πια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Σκόπια ή/και τους Σκοπιανούς.
46264Σκοπιανός, ΣκοπιανήΣκο-πια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στα Σκόπια ή κατάγεται από αυτά ή έχει αποκτήσει την υπηκοότητα της Βόρειας Μακεδονίας (2019).
46265σκόπιμος, η, ο σκό-πι-μος επίθ.: που γίνεται ηθελημένα, προσχεδιασμένα ή που πρέπει να επιδιωχθεί, συνήθ. για να εξυπηρετηθεί ορισμένος σκοπός: ~ος: αποπροσανατολισμός. ~η: απουσία/αποφυγή (ελέγχων)/ενέργεια/καθυστέρηση/σιωπή. ~ες: ασάφειες/προκλήσεις. ~η (= μεθοδευμένη) προσπάθεια παραπληροφόρησης. Πβ. εσκεμμένος, προμελετημένος.|| Είναι ~ ο συντονισμός όλων των προγραμμάτων (πβ. αναγκαίος, επιβεβλημένος). Έκρινα ~ο (= προτίμησα) να μην αναφερθώ στο θέμα. Δεν θεωρήθηκε ~η η απόδοση ποινικών ευθυνών. Είναι ~ο να ... (= ενδείκνυται). ΑΝΤ. αθέλητος (1), τυχαίος (1) ● επίρρ.: σκόπιμα & (λόγ.) σκοπίμως [< μτγν. σκόπιμος 'κατάλληλος για έναν σκοπό', γαλλ. intentionnel]
46266σκοπιμότητασκο-πι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {σκοπιμοτήτ-ων}: εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, που γίνεται προμελετημένα και κάποιες φορές αθέμιτα: πολιτική/προεκλογική ~. Εξυπηρετεί ποικίλες ~ες. Ανάλυση που τεκμηριώνει τη ~ των δαπανών. Ποια είναι η ~ της συνεργασίας τους (πβ. αναγκαιότητα); Δεν υπήρξε ~ (= πρόθεση). Δεν καταλαβαίνω τη ~ των προσφυγών (πβ. νόημα). Υποκρύπτεται ~. Παρέλειψε από ~ να ... (= εσκεμμένα, σκόπιμα). Χωρίς ~. Για λόγους ~ας. Στον βωμό των ~ων. Βλ. -ότητα.
46268σκοποβολήσκο-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): σκόπευση και βολή προς συγκεκριμένο στόχο με πυροβόλο ή αεροβόλο όπλο· κυρ. το αντίστοιχο άθλημα: ~ με καραμπίνα/πιστόλι.|| (ΑΘΛ.) Αγωνιστική/ολυμπιακή/πρακτική ~. ~ ανδρών/γυναικών. Τα αγωνίσματα της ~ής (βλ. σκιτ, τραπ). Βλ. τοξοβολία. [< γαλλ. tir]
46269σκοποθεσίασκο-πο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσδιορισμός σκοπών: εκπαιδευτική ~. ~ του μαθήματος. Πβ. στοχοθεσία. Βλ. -θεσία. [< γερμ. Zielsetzung]
46270σκοπολαμίνησκο-πο-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδες αλκαλοειδές (σύμβ. C17H21NO4), συγγενικό της ατροπίνης, που αποτελεί εκχύλισμα φυτών και χρησιμοποιείται κυρ. στην ψυχιατρική. Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. υοσκίνη [< αγγλ.-γαλλ. scopolamine]
46271σκοπόςσκο-πός ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιχειρεί να πετύχει κάποιος· ο λόγος για τον οποίον υπάρχει ή γίνεται κάτι: αναπτυξιακός/ανθρωπιστικός/αντικειμενικός/βασικός/διαφημιστικός/διδακτικός/εθνικός/ειδικός/ειρηνικός/ερευνητικός/ευγενής/θεραπευτικός/θετικός/ιδρυτικός/ιερός/καταστατικός/κοινωνικός/κοινωφελής/παιδαγωγικός/πρακτικός/σταθερός/στρατηγικός/υπέρτατος/ψυχαγωγικός ~. ~ της λειτουργίας (ενός γραφείου)/του συνεδρίου/της υπηρεσίας. Επιδίωξη/επίτευξη/ευόδωση/πραγματοποίηση του ~ού. Για/προς αυτό(ν) το(ν) ~ό. Αγωνίζονται για έναν κοινό ~ό. Μέτρα με ~ό να αντιμετωπιστεί η ανεργία. Με συγκεκριμένο ~ό. Περιπλανιέται χωρίς ~ό. Δεν έχω ~ό να προσβάλω κανέναν. ~ είναι να διασφαλιστεί η διαφάνεια (πβ. ζητούμενο, θέμα). Θυσιάζομαι/παλεύω για έναν ~ό. Κάνω κάτι για/με καλό ~ό. Λεπτομέρεια που εξυπηρετεί έναν ~ό. ~οί και κίνητρα/προθέσεις. Γενικοί ~οί και ειδικοί στόχοι του μαθήματος. Μπορεί να εκπληρώσει/πετύχει τους ~ούς της. Έχει ιδιοτελείς ~ούς. Πβ. επιδίωξη, πρόθεση, στόχος.|| O ~ του κόσμου. Προσπαθεί να βρει έναν ~ό στη ζωή του. Δεν έχει ~ό ύπαρξης. Πβ. νόημα, προορισμός.|| Ο ~ της εκπαίδευσης/της τέχνης. Πβ. λειτουργία. 2. ΜΟΥΣ. μελωδία: ανατολίτικος/αργός/ζωηρός/λαϊκός/οργανικός/παραδοσιακός/πένθιμος/χαρούμενος ~. Παίζει/σφυρίζει/τραγουδά έναν παλιό ~ό. Πβ. ρυθμός. 3. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης που φρουρεί ορισμένο χώρο: ~ στην κεντρική πύλη στρατοπέδου/στον όρχο. Φυλάει ~ στο πεδίο βολής. Πβ. φρουρός. Βλ. θαλαμοφύλακας. ● ΦΡ.: από σκοπού (λόγ.): επίτηδες, σκόπιμα, με πρόθεση: ανακρίβειες είτε εκ παραδρομής είτε και ~ ~. Ζητώ συγγνώμη, δεν ήταν ~ ~., επί σκοπόν: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για σκόπευση: "~ ~, πυρ". Mε τα όπλα ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Είναι ~ ~ (: σε εγρήγορση)., με σοβαρό σκοπό: με στόχο τον γάμο: γνωριμία/σχέση ~ ~., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου δικαιολογούνται τα δόλια, ανήθικα ή γενικώς κατακριτέα μέσα., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω, βάλθηκε να .../(το) έβαλε/έχει βάλει σκοπό να ... βλ. βάζω, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< αρχ. σκοπός, γαλλ. but 2: ιταλ. motivo]
46273σκοπούμενος, η, ο σκο-πού-με-νος επίθ. (επίσ.): που επιδιώκεται ως τελικός στόχος: ~η: αντιπαροχή/μεταβολή (επωνυμίας)/συνεργασία/χρήση. ~ο: αποτέλεσμα. (ΝΟΜ.) Ένοχοι για μη ~η θανατηφόρα σωματική βλάβη. || (ως ουσ., επιδίωξη, σκοπός:) Το ~ο δεν ήταν αυτό. [< μτχ. εν. του αρχ. ρ. σκοποῦμαι]
46274σκοπώ[σκοπῶ] σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): αποσκοπώ, σκοπεύω: Οι προτεινόµενες τροποποιήσεις ~ούν στην προσαρµογή του καταστατικού. Πβ. αποβλέπω, στοχεύω. [< αρχ. σκοπῶ]
46276σκορουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα (σε τέρματα, πόντους, σετ): ανοιχτό (: που δίνει ελπίδες νίκης και στις δύο ομάδες)/εντυπωσιακό/ευρύ/ισόπαλο/συνολικό/υψηλό ~. ~ πρόκρισης. Πίνακας ~. Το ~ ανέβηκε στο 3-0/διπλασιάστηκε. Το ακριβές ~ της αναμέτρησης. Ο αγώνας κρίθηκε με ~ 1-0. Ποιος προηγείται στο ~; Το ~ είναι ρευστό (: ευμετάβλητο). Το ~ έκλεισε στο 2-0 (: αυτό είναι το τελικό ~). Δεν υπάρχει ακόμη ~ (: δεν έχει σημειωθεί γκολ).|| (κατ' επέκτ., αποτέλεσμα, επίδοση) Εκλογικό ~. Θέλει να βελτιώσει το ~ του. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό σκορ: περίπτωση κατά την οποία, σε αγώνα ποδοσφαίρου, σημειώνονται και από τις δύο ομάδες πολλά γκολ: ήττα/νίκη με ~ ~., νταμπλ σκορ (κυρ. σε αγώνα μπάσκετ): στην περίπτωση που μια ομάδα κερδίζει, πετυχαίνοντας διπλάσιους πόντους από αυτούς που σημείωσε η αντίπαλή της: Άγγιξαν το ~ ~ (π.χ. 74-37). [< αγγλ. double score] , κλειστό σκορ βλ. κλειστός ● ΦΡ.: ανοίγω το σκορ βλ. ανοίγω [< αγγλ.-γαλλ. score]
46277σκοράρισμασκο-ρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) επίτευξη τέρματος ή καλαθιού: γρήγορο ~. ~ με πέναλτι. Έχει ευχέρεια/έφεση στο ~. Βλ. -ισμα.
46278σκοράρωσκο-ρά-ρω ρ. (αμτβ.) {σκόραρ-α κ. σκοράρ-ισα}: ΑΘΛ. βάζω γκολ, καλάθι, σημειώνω πόντους σε αθλητικό αγώνα: ~ε με βολέ/κεφαλιά/σουτ. Δεν έχει ~ει εκτός έδρας. [< αγγλ. score]
46279σκορβουτικός, ή, ό σκορ-βου-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σκορβούτο: ~ή: ουλίτιδα. [< γαλλ. scorbutique]
46280σκορβούτο[σκορβοῦτο] σκορ-βού-το ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αρρώστια που προκαλείται από έλλειψη της βιταμίνης C και εκδηλώνεται με αιμορραγίες και καχεξία. Βλ. αβιταμίνωση. [< ιταλ. scorbuto, γαλλ. scorbut]
46281σκορδαλιάσκορ-δα-λιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό από σκόρδο, μουσκεμένο ψωμί ή λιωμένη βραστή πατάτα, λάδι και ξίδι: μπακαλιάρος/παντζάρια (με) ~. ΣΥΝ. αλιάδα
46282σκορδάτος, η, ο [σκορδᾶτος] σκορ-δά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που περιέχει σκόρδο: ~η: σάλτσα. ~ο: γιαούρτι/λουκάνικο. Βλ. -άτος. [< μεσν. σκορδᾶτον]
46283σκορδίλασκορ-δί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανυπόφορη μυρωδιά σκόρδου. Βλ. -ίλα, κρεμμυδίλα.
46284σκόρδοσκόρ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό με επίπεδα, λεία φύλλα και αποξηραμένο βολβό (επιστ. ονομασ. Allium sativum), ο οποίος αποτελείται από μικρές σκελίδες, έχει καυστική γεύση και έντονη μυρωδιά: άγριο/φρέσκο/χλωρό/ψιλοκομμένο ~. Κόβω/σοτάρω το ~. Ένα κεφάλι ~. Πολτός ~ου. Η ανάσα του μυρίζει ~. Βλ. λαχανικά. ● Υποκ.: σκορδάκι (το): 1. μικρό σκόρδο. 2. παιδικό πυροτέχνημα. ● ΦΡ.: σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος (προφ.): για να δηλωθεί έντονη διαφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων., φτου σκόρδα/σκόρδο! & σκόρδα στα μάτια σου (προφ.): ως έκφραση για αποτροπή του ματιάσματος: ~ ~, να μην τη ματιάσω. [< μτγν. σκόρδον, μεσν. σκόρδο < αρχ. σκόροδον]
46285σκορδοκαΐλασκορ-δο-κα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): παντελής αδιαφορία: Μια ~ είχαν, να μάθουν πώς ... Άλλη ~ δεν είχα! Πβ. σκασίλα. ● ΦΡ.: σκορδοκαῒλα μου! (προφ.): ως έκφραση περιφρόνησης και αδιαφορίας: Αν θες με πιστεύεις, αν δεν θες ... ~ ~. ~ ~ μεγάλη αν κερδίσει ή χάσει. Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκοτίστηκα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.