| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46253 | σκοπέτο | σκο-πέ-το ουσ. (ουδ.) (στρατ. αργκό): σκοπιά (ως υπηρεσία): Βαράω/χτυπάω ~. | |
| 46254 | σκόπευση | σκό-πευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρατήρηση ορισμένου σημείου με οπτικό όργανο ή ευθυγράμμιση κάννης όπλου με στόχο, ώστε η βολή να κατευθυνθεί με ακρίβεια σε αυτόν· συνεκδ. βολή: αυτόματη/κατακόρυφη/οπτική/πλάγια ~. Διόπτρες/φακός ~ης.|| ~ με αεροβόλο/κυνηγετικό όπλο (= σημάδεμα). Γραμμή/ραντάρ ~ης. Βλ. κατα~. || (μτφ.) Έργο που διαθέτει/έχει ευρύτερη ~. [< μτγν. σκόπευσις ‘παρατήρηση’, γαλλ. visée] | |
| 46255 | σκοπευτήριο | σκο-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ανοιχτός ή κλειστός χώρος για ασκήσεις ή αγώνες σκοποβολής: εθνικό/ολυμπιακό ~. Βλ. -τήριο. [< μτγν. σκοπευτήριον 'παρατηρητήριο'] | |
| 46256 | σκοπευτής | σκο-πευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοπεύτρια}: αυτός που σημαδεύει με όπλο· ειδικότ. αθλητής της σκοποβολής: άριστος/επαγγελματίας/επίλεκτος ~. Ικανός ~ και πολεμιστής.|| Οι ~ές του ομίλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος σκοπευτής: αυτός που πυροβολεί από αθέατο μέρος, συνήθ. χωρίς να είναι ενταγμένος σε τακτική μονάδα μάχης· κατ' επέκτ. κάθε πρόσωπο που δρα ανεξάρτητα: ~ ~ ειδικών αποστολών.|| Σε ρόλο ~ου ~ή. [< γαλλ. franc-tireur] [< μτγν. σκοπευτής 'παρατηρητής, κατάσκοπος', γαλλ. tireur] | |
| 46257 | σκοπευτικός | , ή, ό σκο-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σκόπευση ή τον σκοπευτή: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ή: γραμμή/δεινότητα/ομοσπονδία/τεχνική/τοξοβολία. ~ές: διόπτρες. ~ά: γυαλιά/όπλα. Βλ. κατα~. [< μτγν. σκοπευτικός] | |
| 46258 | σκόπευτρο | σκό-πευ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. οπτικό όργανο, εξάρτημα όπλου ή συσκευής, με το οποίο γίνεται σκόπευση: έγχρωμο/εικονοληπτικό/ενσωματωμένο/ηλεκτρονικό/τηλεσκοπικό/ψηφιακό ~. ~ καραμπίνας. Το ~ της κάμερας/της φωτογραφικής μηχανής. ~ υψηλής ανάλυσης. Βλέπω στο ~. Εστίαση με το ~. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ πολικής ευθυγράμμισης. Βλ. -τρο. | |
| 46259 | σκοπεύω | σκο-πεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκόπευ-α, σκόπευ-σα, σκοπεύ-οντας} 1. (+ να) έχω σκοπό, προτίθεμαι να: ~ να αλλάξω δουλειά/ανοίξω επιχείρηση/κάνω δίαιτα/σταματήσω το κάπνισμα/σε υπερασπιστώ σθεναρά/υποχωρήσω. Μην πιεις, αν ~εις να οδηγήσεις (= πρόκειται να ...). Δεν έχω και ούτε ~ να αποκτήσω αυτοκίνητο (= δεν είμαι διατεθειμένος να ...). Δεν ~ει να σου κάνει κακό (: δεν είναι στις προθέσεις του). Πβ. λογαριάζω, σκέφτομαι, σχεδιάζω. 2. εστιάζω σε συγκεκριμένο στόχο, προκειμένου να κατευθύνω βολή όπλου προς αυτόν: Τον ~ε με το περίστροφο. (ως στρατιωτικό παράγγελμα) ~σατε, πυρ!|| (μτφ.) Δραστηριότητες που ~ουν στην εξοικονόμηση ενέργειας (= αποβλέπουν, αποσκοπούν). ~ει ψηλά (: έχει υψηλούς στόχους, μεγάλες φιλοδοξίες). ΣΥΝ. στοχεύω (1) 3. (σπάν.) παρατηρώ με προσοχή μέσω οπτικού οργάνου: ~ει με το τηλεσκόπιο τα άστρα. Πβ. εστιάζω. Βλ. κατα~. [< αρχ. σκοπεύω, γαλλ. viser] | |
| 46262 | σκοπιά | σκο-πιά ουσ. (θηλ.) 1. παρατηρητήριο από το οποίο μπορεί κάποιος να ελέγχει και να φρουρεί ορισμένο χώρο· συνήθ. ξύλινη ή κτιστή κατασκευή, όπου στέκεται ο σκοπός· συνεκδ. η υπηρεσία του: Ψηλός πύργος που τον χρησιμοποιούσαν και ως ~. Πβ. βίγλα, καραούλι.|| (ΣΤΡΑΤ.) Υπερυψωμένη ~. ~ της πύλης. Οι ~ιές του στρατοπέδου. Πβ. φυλάκιο.|| Πάω για ~. Κρατάει/φυλάει ~. Την ώρα της ~ιάς. Πβ. φρούρηση.|| Αλλαγή ~ιάς (= φρουρών). 2. (μτφ.) οπτική γωνία από την οποία βλέπει κάποιος τα πράγματα και σχηματίζει γνώμη γι' αυτά: θρησκευτική/κοινωνική ~. Ιστορία της εκπαίδευσης από τη ~ του φύλου. Εξετάζουν το θέμα με κριτική ~ (= ματιά). Προσεγγίζει το γνωστικό του αντικείμενο από πρακτική ~/μόνο από μια ~ (= μονόπλευρα). Βιώσιμη και λειτουργική από οικονομικής ~ιάς λύση. Το κείμενο μπορεί να ερμηνευθεί από πολλές ~ιές (= πλευρές). Θα προσπαθήσω από τη δική μου ~ (= μεριά) να ... Πβ. άποψη, πρίσμα. [< 1: αρχ. σκοπιά, γαλλ. aspect] | |
| 46263 | σκοπιανός | , ή, ό σκο-πια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Σκόπια ή/και τους Σκοπιανούς. | |
| 46264 | Σκοπιανός, Σκοπιανή | Σκο-πια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στα Σκόπια ή κατάγεται από αυτά ή έχει αποκτήσει την υπηκοότητα της Βόρειας Μακεδονίας (2019). | |
| 46265 | σκόπιμος | , η, ο σκό-πι-μος επίθ.: που γίνεται ηθελημένα, προσχεδιασμένα ή που πρέπει να επιδιωχθεί, συνήθ. για να εξυπηρετηθεί ορισμένος σκοπός: ~ος: αποπροσανατολισμός. ~η: απουσία/αποφυγή (ελέγχων)/ενέργεια/καθυστέρηση/σιωπή. ~ες: ασάφειες/προκλήσεις. ~η (= μεθοδευμένη) προσπάθεια παραπληροφόρησης. Πβ. εσκεμμένος, προμελετημένος.|| Είναι ~ ο συντονισμός όλων των προγραμμάτων (πβ. αναγκαίος, επιβεβλημένος). Έκρινα ~ο (= προτίμησα) να μην αναφερθώ στο θέμα. Δεν θεωρήθηκε ~η η απόδοση ποινικών ευθυνών. Είναι ~ο να ... (= ενδείκνυται). ΑΝΤ. αθέλητος (1), τυχαίος (1) ● επίρρ.: σκόπιμα & (λόγ.) σκοπίμως [< μτγν. σκόπιμος 'κατάλληλος για έναν σκοπό', γαλλ. intentionnel] | |
| 46266 | σκοπιμότητα | σκο-πι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {σκοπιμοτήτ-ων}: εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, που γίνεται προμελετημένα και κάποιες φορές αθέμιτα: πολιτική/προεκλογική ~. Εξυπηρετεί ποικίλες ~ες. Ανάλυση που τεκμηριώνει τη ~ των δαπανών. Ποια είναι η ~ της συνεργασίας τους (πβ. αναγκαιότητα); Δεν υπήρξε ~ (= πρόθεση). Δεν καταλαβαίνω τη ~ των προσφυγών (πβ. νόημα). Υποκρύπτεται ~. Παρέλειψε από ~ να ... (= εσκεμμένα, σκόπιμα). Χωρίς ~. Για λόγους ~ας. Στον βωμό των ~ων. Βλ. -ότητα. | |
| 46268 | σκοποβολή | σκο-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.): σκόπευση και βολή προς συγκεκριμένο στόχο με πυροβόλο ή αεροβόλο όπλο· κυρ. το αντίστοιχο άθλημα: ~ με καραμπίνα/πιστόλι.|| (ΑΘΛ.) Αγωνιστική/ολυμπιακή/πρακτική ~. ~ ανδρών/γυναικών. Τα αγωνίσματα της ~ής (βλ. σκιτ, τραπ). Βλ. τοξοβολία. [< γαλλ. tir] | |
| 46269 | σκοποθεσία | σκο-πο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσδιορισμός σκοπών: εκπαιδευτική ~. ~ του μαθήματος. Πβ. στοχοθεσία. Βλ. -θεσία. [< γερμ. Zielsetzung] | |
| 46270 | σκοπολαμίνη | σκο-πο-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδες αλκαλοειδές (σύμβ. C17H21NO4), συγγενικό της ατροπίνης, που αποτελεί εκχύλισμα φυτών και χρησιμοποιείται κυρ. στην ψυχιατρική. Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. υοσκίνη [< αγγλ.-γαλλ. scopolamine] | |
| 46271 | σκοπός | σκο-πός ουσ. (αρσ.) 1. ό,τι επιχειρεί να πετύχει κάποιος· ο λόγος για τον οποίον υπάρχει ή γίνεται κάτι: αναπτυξιακός/ανθρωπιστικός/αντικειμενικός/βασικός/διαφημιστικός/διδακτικός/εθνικός/ειδικός/ειρηνικός/ερευνητικός/ευγενής/θεραπευτικός/θετικός/ιδρυτικός/ιερός/καταστατικός/κοινωνικός/κοινωφελής/παιδαγωγικός/πρακτικός/σταθερός/στρατηγικός/υπέρτατος/ψυχαγωγικός ~. ~ της λειτουργίας (ενός γραφείου)/του συνεδρίου/της υπηρεσίας. Επιδίωξη/επίτευξη/ευόδωση/πραγματοποίηση του ~ού. Για/προς αυτό(ν) το(ν) ~ό. Αγωνίζονται για έναν κοινό ~ό. Μέτρα με ~ό να αντιμετωπιστεί η ανεργία. Με συγκεκριμένο ~ό. Περιπλανιέται χωρίς ~ό. Δεν έχω ~ό να προσβάλω κανέναν. ~ είναι να διασφαλιστεί η διαφάνεια (πβ. ζητούμενο, θέμα). Θυσιάζομαι/παλεύω για έναν ~ό. Κάνω κάτι για/με καλό ~ό. Λεπτομέρεια που εξυπηρετεί έναν ~ό. ~οί και κίνητρα/προθέσεις. Γενικοί ~οί και ειδικοί στόχοι του μαθήματος. Μπορεί να εκπληρώσει/πετύχει τους ~ούς της. Έχει ιδιοτελείς ~ούς. Πβ. επιδίωξη, πρόθεση, στόχος.|| O ~ του κόσμου. Προσπαθεί να βρει έναν ~ό στη ζωή του. Δεν έχει ~ό ύπαρξης. Πβ. νόημα, προορισμός.|| Ο ~ της εκπαίδευσης/της τέχνης. Πβ. λειτουργία. 2. ΜΟΥΣ. μελωδία: ανατολίτικος/αργός/ζωηρός/λαϊκός/οργανικός/παραδοσιακός/πένθιμος/χαρούμενος ~. Παίζει/σφυρίζει/τραγουδά έναν παλιό ~ό. Πβ. ρυθμός. 3. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης που φρουρεί ορισμένο χώρο: ~ στην κεντρική πύλη στρατοπέδου/στον όρχο. Φυλάει ~ στο πεδίο βολής. Πβ. φρουρός. Βλ. θαλαμοφύλακας. ● ΦΡ.: από σκοπού (λόγ.): επίτηδες, σκόπιμα, με πρόθεση: ανακρίβειες είτε εκ παραδρομής είτε και ~ ~. Ζητώ συγγνώμη, δεν ήταν ~ ~., επί σκοπόν: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για σκόπευση: "~ ~, πυρ". Mε τα όπλα ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Είναι ~ ~ (: σε εγρήγορση)., με σοβαρό σκοπό: με στόχο τον γάμο: γνωριμία/σχέση ~ ~., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα: για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου δικαιολογούνται τα δόλια, ανήθικα ή γενικώς κατακριτέα μέσα., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω, βάλθηκε να .../(το) έβαλε/έχει βάλει σκοπό να ... βλ. βάζω, με απώτερο σκοπό/στόχο βλ. απώτερος [< αρχ. σκοπός, γαλλ. but 2: ιταλ. motivo] | |
| 46273 | σκοπούμενος | , η, ο σκο-πού-με-νος επίθ. (επίσ.): που επιδιώκεται ως τελικός στόχος: ~η: αντιπαροχή/μεταβολή (επωνυμίας)/συνεργασία/χρήση. ~ο: αποτέλεσμα. (ΝΟΜ.) Ένοχοι για μη ~η θανατηφόρα σωματική βλάβη. || (ως ουσ., επιδίωξη, σκοπός:) Το ~ο δεν ήταν αυτό. [< μτχ. εν. του αρχ. ρ. σκοποῦμαι] | |
| 46274 | σκοπώ | [σκοπῶ] σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): αποσκοπώ, σκοπεύω: Οι προτεινόµενες τροποποιήσεις ~ούν στην προσαρµογή του καταστατικού. Πβ. αποβλέπω, στοχεύω. [< αρχ. σκοπῶ] | |
| 46276 | σκορ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα (σε τέρματα, πόντους, σετ): ανοιχτό (: που δίνει ελπίδες νίκης και στις δύο ομάδες)/εντυπωσιακό/ευρύ/ισόπαλο/συνολικό/υψηλό ~. ~ πρόκρισης. Πίνακας ~. Το ~ ανέβηκε στο 3-0/διπλασιάστηκε. Το ακριβές ~ της αναμέτρησης. Ο αγώνας κρίθηκε με ~ 1-0. Ποιος προηγείται στο ~; Το ~ είναι ρευστό (: ευμετάβλητο). Το ~ έκλεισε στο 2-0 (: αυτό είναι το τελικό ~). Δεν υπάρχει ακόμη ~ (: δεν έχει σημειωθεί γκολ).|| (κατ' επέκτ., αποτέλεσμα, επίδοση) Εκλογικό ~. Θέλει να βελτιώσει το ~ του. ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό σκορ: περίπτωση κατά την οποία, σε αγώνα ποδοσφαίρου, σημειώνονται και από τις δύο ομάδες πολλά γκολ: ήττα/νίκη με ~ ~., νταμπλ σκορ (κυρ. σε αγώνα μπάσκετ): στην περίπτωση που μια ομάδα κερδίζει, πετυχαίνοντας διπλάσιους πόντους από αυτούς που σημείωσε η αντίπαλή της: Άγγιξαν το ~ ~ (π.χ. 74-37). [< αγγλ. double score] , κλειστό σκορ βλ. κλειστός ● ΦΡ.: ανοίγω το σκορ βλ. ανοίγω [< αγγλ.-γαλλ. score] | |
| 46277 | σκοράρισμα | σκο-ρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) επίτευξη τέρματος ή καλαθιού: γρήγορο ~. ~ με πέναλτι. Έχει ευχέρεια/έφεση στο ~. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ