Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46820-46840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46286σκορδοκρέμμυδοσκορ-δο-κρέμ-μυ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κρεμμύδι με δέσμη από μικρούς, σχεδόν στρογγυλούς βολβούς, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Σοτάρουμε/τσιγαρίζουμε τα ~α. ΣΥΝ. ασκαλώνιο, εσαλότ [< πβ. μεσν. σκορδοκρόμμυδα ‘σκόρδα και κρεμμύδια’]
46287σκορδόπιστος, σκορδόπιστησκορ-δό-πι-στος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): εραστής, ερωμένη που κάνει απιστίες.
46288σκορδόπρασοσκορ-δό-πρα-σο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχοινόπρασο. ΣΥΝ. τσάιβ
46289σκορδοστούπισκορ-δο-στού-πι ουσ. (ουδ.) & σκορδοστούμπι ΜΑΓΕΙΡ. 1. σκόρδο λιωμένο σε ξίδι: μελιτζάνες ~. 2. φαγητό από ψητό κρέας και σκόρδα.
46290σκορδόψωμοσκορ-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί που περιέχει λιωμένες σκελίδες σκόρδου και σερβίρεται ως ορεκτικό: ~ με τυρί. Ζυμαρικά που συνοδεύονται από ~.
46291σκόρερσκό-ρερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΑΘΛ. παίκτης που σημειώνει τέρματα ή πόντους σε αθλητικό αγώνα: δεινός (πβ. γκολτζής, μπόμπερ, πιστολέρο)/κορυφαίος/χαρισματικός ~. Πρώτος ~ του πρωταθλήματος. Οι ~ του ματς/της ομάδας. Βλ. επιθετικός, σέντερ φορ, στράικερ. [< αγγλ. scorer]
46292σκοροκτόνοσκο-ρο-κτό-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν για την προστασία από τον σκόρο: ~ με άρωμα λεβάντας.|| (ως επίθ.) ~α: ταμπλέτα. ~ο: τζελ/χαρτί. Βλ. καμφορά, ναφθαλίνη, -κτόνο.
46293σκόροςσκό-ρος ουσ. (αρσ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. μικροσκοπικό έντομο (επιστ. ονομασ. Tinea pellionella και Tineola bisselliella) που ανήκει στα λεπιδόπτερα και κατατρώει μάλλινα υφάσματα, ρούχα, χαλιά και γουναρικά: Παλτά που τα έχει φάει ο ~. Βλ. νυχτοπεταλούδα.|| (μτφ.) Αρχεία/έγγραφα που τα τρώει ο ~ (: μένουν αναξιοποίητα). [< μεσν. σκόρος]
46294σκοροφαγωμένος, η, ο σκο-ρο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει φαγωθεί και καταστραφεί από σκόρο: ~η: κουβέρτα.|| (κατ' επέκτ., για κάθε φθορά) ~ο: πάτωμα. ~α: βιβλία. Βλ. σκουληκοφαγωμένος.
46295σκόρπαιναβλ. σκορπίνα
46296σκορπάωβλ. σκορπίζω
46297σκορπίδισκορ-πί-δι ουσ. (ουδ.) (κοινό) 1. ΒΟΤ. σκορπιδόχορτο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμη σκορπίνα (επιστ. ονομασ. Scorpaena notata) με εύγευστη σάρκα. [< 1: σκορπίδιον, 17ος αι. 2: σκορπίδι(ον), 16ος αι.]
46298σκορπιδόχορτοσκορ-πι-δό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικρό ποώδες, διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Scrophularia canina) με λεπτά φύλλα. ΣΥΝ. σκορπίδι (1)
46299σκορπίζωσκορ-πί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκόρπι-σα, σκορπί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σκορπίζ-οντας} & σκορπάω, σκορπώ 1. ρίχνω, πετώ ή απλώνω απρόσεκτα και ακανόνιστα, σε τυχαίες κατευθύνσεις, στοιχεία ενός συνόλου: Μη ~εις τα χαρτιά εδώ κι εκεί. ~σμένα: παιχνίδια/ρούχα (= σκόρπια).|| ~σαν τα φύλλα. Οι χάντρες ~σαν στο πάτωμα. Ο άνεμος ~σε (= διέλυσε) τα σύννεφα. Πβ. δια~, διασπείρω. 2. (μτφ.) (για αίσθηση) διαχέω, αναδίδω· (για συναίσθημα) εκπέμπω, μεταδίδω· (για κατάσταση) προκαλώ, φέρνω: Σκορπούσε θαλπωρή/φως. Λουλούδια που ~ουν το άρωμά τους. Ο διαπεραστικός ήχος ~στηκε στο δωμάτιο.|| ~ει ειρήνη/χαρά. ~σε αισιοδοξία και χαμόγελα/γέλιο/ενθουσιασμό/κέφι/συγκίνηση. ~σαν την απογοήτευση/τον πανικό/τον τρόμο/τη φρίκη.|| ~σαν την καταστροφή. Έκρηξη βόμβας ~σε τον θάνατο. Πβ. σπέρνω. 3. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (για μέλη ομάδας ανθρώπων) διαλύω: Ο εχθρικός στόλος ~στηκε και καταστράφηκε. Ζούσαν ~σμένοι εδώ κι εκεί.|| Η παρέα ~σε. ~σαν στη γύρω περιοχή/στους δρόμους. 4. (μτφ.) ξοδεύω αλόγιστα, κατασπαταλώ: Είχε πολλά χρήματα, αλλά τα ~σε.|| (προφ.) Μη ~εσαι (: μη σπαταλάς τις δυνάμεις σου). Πβ. αναλώνομαι. 5. (μτφ.) εξανεμίζω, εξαφανίζω: ~σε τις αμφιβολίες/τους φόβους μου (πβ. διασκεδάζω). ~σε τα όνειρά μας. Πβ. διαλύω.|| ~σαν οι ελπίδες. ● ΦΡ.: Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα βλ. άνεμος [< αρχ. σκορπίζω, μεσν. σκορπώ]
46300σκορπίνασκορ-πί-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκόρπαινα: ΙΧΘΥΟΛ. είδη ψαριών (οικογ. Scorpaenidae) με μεγάλο κεφάλι και αγκαθωτά πτερύγια. Βλ. σκορπίδι, σκορπιός. [< μτγν. σκόρπαινα, γαλλ. scorpène, αγγλ. scorpaena]
46301σκορπιόςσκορ-πιός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρό αραχνοειδές (τάξη Scorpionida), κυρ. της Μεσογείου και των τροπικών περιοχών, με δηλητηριώδες συνήθ. κεντρί στην άκρη της ουράς: κίτρινος/μαύρος ~. Δάγκωμα ~ιού. Τον τσίμπησε ~. 2. ΙΧΘΥΟΛ. κόκκινη σκορπίνα (επιστ. ονομασ. Scorpaena scrofa) κατάλληλη κυρ. για σούπες. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το όγδοο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Οκτωβρίου-21 Νοεμβρίου) μεταξύ Ζυγού και Τοξότη· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του ατόμου που έχει γεννηθεί αυτήν την περίοδο. [< αρχ. σκορπίος]
46302σκόρπιος

, ια, ιο σκόρ-πιος επίθ. 1. που βρίσκεται σε διάφορα σημεία, εδώ κι εκεί: ~ιες: πέτρες. ~ια: αντικείμενα/αποκόμματα/βιβλία/σύννεφα/φύλλα. ~ιοι κάλυκες στον δρόμο. Ποιήματα ~ια σε ανθολογίες. Ακούστηκαν ~ια χειροκροτήματα (= σποραδικά). Πβ. διασκορπισμένος, διάσπαρτος. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη οργάνωσης, συνοχής: ~ια: ζωή. ~ιοι: στίχοι. ~ιες: αναφορές (= αποσπασματικές)/γνώσεις/ειδήσεις/λέξεις/νότες/πληροφορίες/σκέψεις. ~ια: γεγονότα/δεδομένα/έγγραφα/λόγια.|| (κατ' επέκτ., προφ.) ~ιο: μυαλό (: αφηρημένο). Είναι ~ (: για πρόσ. ανοργάνωτο, ασυγκρότητο). Πβ. χύμα. ● επίρρ.: σκόρπια [< 1: σκόρπιος, 16ος αι.]

46303σκόρπισμασκόρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {σκορπίσμ-ατος}: η ενέργεια του σκορπίζω: ~ της στάχτης. Πβ. διασκορπισμός, διασπορά.|| ~ δυνάμεων/της ενέργειας/της ζωής/του νου. Πβ. διάχυση, ξόδεμα.|| ~ χρημάτων. Δεν έχει λεφτά για ~. Πβ. διασπάθιση, κατασπατάληση. [< μεσν. σκόρπισμα]
46304σκορποχέρηςσκορ-πο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) , σκορποχέρα (η) (λαϊκό): σπάταλος. Βλ. ανοιχτοχέρης. ΑΝΤ. σφιχτοχέρης
46305σκορποχώρισκορ-πο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη τάξης· σύνολο ανθρώπων που βρίσκονται σε διάλυση: Η ομάδα/παρέα έχει καταντήσει ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.