Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [46820-46840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46278σκοράρωσκο-ρά-ρω ρ. (αμτβ.) {σκόραρ-α κ. σκοράρ-ισα}: ΑΘΛ. βάζω γκολ, καλάθι, σημειώνω πόντους σε αθλητικό αγώνα: ~ε με βολέ/κεφαλιά/σουτ. Δεν έχει ~ει εκτός έδρας. [< αγγλ. score]
46279σκορβουτικός, ή, ό σκορ-βου-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σκορβούτο: ~ή: ουλίτιδα. [< γαλλ. scorbutique]
46280σκορβούτο[σκορβοῦτο] σκορ-βού-το ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αρρώστια που προκαλείται από έλλειψη της βιταμίνης C και εκδηλώνεται με αιμορραγίες και καχεξία. Βλ. αβιταμίνωση. [< ιταλ. scorbuto, γαλλ. scorbut]
46281σκορδαλιάσκορ-δα-λιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό από σκόρδο, μουσκεμένο ψωμί ή λιωμένη βραστή πατάτα, λάδι και ξίδι: μπακαλιάρος/παντζάρια (με) ~. ΣΥΝ. αλιάδα
46282σκορδάτος, η, ο [σκορδᾶτος] σκορ-δά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που περιέχει σκόρδο: ~η: σάλτσα. ~ο: γιαούρτι/λουκάνικο. Βλ. -άτος. [< μεσν. σκορδᾶτον]
46283σκορδίλασκορ-δί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανυπόφορη μυρωδιά σκόρδου. Βλ. -ίλα, κρεμμυδίλα.
46284σκόρδοσκόρ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό με επίπεδα, λεία φύλλα και αποξηραμένο βολβό (επιστ. ονομασ. Allium sativum), ο οποίος αποτελείται από μικρές σκελίδες, έχει καυστική γεύση και έντονη μυρωδιά: άγριο/φρέσκο/χλωρό/ψιλοκομμένο ~. Κόβω/σοτάρω το ~. Ένα κεφάλι ~. Πολτός ~ου. Η ανάσα του μυρίζει ~. Βλ. λαχανικά. ● Υποκ.: σκορδάκι (το): 1. μικρό σκόρδο. 2. παιδικό πυροτέχνημα. ● ΦΡ.: σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος (προφ.): για να δηλωθεί έντονη διαφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων., φτου σκόρδα/σκόρδο! & σκόρδα στα μάτια σου (προφ.): ως έκφραση για αποτροπή του ματιάσματος: ~ ~, να μην τη ματιάσω. [< μτγν. σκόρδον, μεσν. σκόρδο < αρχ. σκόροδον]
46285σκορδοκαΐλασκορ-δο-κα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): παντελής αδιαφορία: Μια ~ είχαν, να μάθουν πώς ... Άλλη ~ δεν είχα! Πβ. σκασίλα. ● ΦΡ.: σκορδοκαῒλα μου! (προφ.): ως έκφραση περιφρόνησης και αδιαφορίας: Αν θες με πιστεύεις, αν δεν θες ... ~ ~. ~ ~ μεγάλη αν κερδίσει ή χάσει. Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκοτίστηκα.
46286σκορδοκρέμμυδοσκορ-δο-κρέμ-μυ-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κρεμμύδι με δέσμη από μικρούς, σχεδόν στρογγυλούς βολβούς, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Σοτάρουμε/τσιγαρίζουμε τα ~α. ΣΥΝ. ασκαλώνιο, εσαλότ [< πβ. μεσν. σκορδοκρόμμυδα ‘σκόρδα και κρεμμύδια’]
46287σκορδόπιστος, σκορδόπιστησκορ-δό-πι-στος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): εραστής, ερωμένη που κάνει απιστίες.
46288σκορδόπρασοσκορ-δό-πρα-σο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχοινόπρασο. ΣΥΝ. τσάιβ
46289σκορδοστούπισκορ-δο-στού-πι ουσ. (ουδ.) & σκορδοστούμπι ΜΑΓΕΙΡ. 1. σκόρδο λιωμένο σε ξίδι: μελιτζάνες ~. 2. φαγητό από ψητό κρέας και σκόρδα.
46290σκορδόψωμοσκορ-δό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ψωμί που περιέχει λιωμένες σκελίδες σκόρδου και σερβίρεται ως ορεκτικό: ~ με τυρί. Ζυμαρικά που συνοδεύονται από ~.
46291σκόρερσκό-ρερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΑΘΛ. παίκτης που σημειώνει τέρματα ή πόντους σε αθλητικό αγώνα: δεινός (πβ. γκολτζής, μπόμπερ, πιστολέρο)/κορυφαίος/χαρισματικός ~. Πρώτος ~ του πρωταθλήματος. Οι ~ του ματς/της ομάδας. Βλ. επιθετικός, σέντερ φορ, στράικερ. [< αγγλ. scorer]
46292σκοροκτόνοσκο-ρο-κτό-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν για την προστασία από τον σκόρο: ~ με άρωμα λεβάντας.|| (ως επίθ.) ~α: ταμπλέτα. ~ο: τζελ/χαρτί. Βλ. καμφορά, ναφθαλίνη, -κτόνο.
46293σκόροςσκό-ρος ουσ. (αρσ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. μικροσκοπικό έντομο (επιστ. ονομασ. Tinea pellionella και Tineola bisselliella) που ανήκει στα λεπιδόπτερα και κατατρώει μάλλινα υφάσματα, ρούχα, χαλιά και γουναρικά: Παλτά που τα έχει φάει ο ~. Βλ. νυχτοπεταλούδα.|| (μτφ.) Αρχεία/έγγραφα που τα τρώει ο ~ (: μένουν αναξιοποίητα). [< μεσν. σκόρος]
46294σκοροφαγωμένος, η, ο σκο-ρο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει φαγωθεί και καταστραφεί από σκόρο: ~η: κουβέρτα.|| (κατ' επέκτ., για κάθε φθορά) ~ο: πάτωμα. ~α: βιβλία. Βλ. σκουληκοφαγωμένος.
46295σκόρπαιναβλ. σκορπίνα
46296σκορπάωβλ. σκορπίζω
46297σκορπίδισκορ-πί-δι ουσ. (ουδ.) (κοινό) 1. ΒΟΤ. σκορπιδόχορτο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμη σκορπίνα (επιστ. ονομασ. Scorpaena notata) με εύγευστη σάρκα. [< 1: σκορπίδιον, 17ος αι. 2: σκορπίδι(ον), 16ος αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.