| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46298 | σκορπιδόχορτο | σκορ-πι-δό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικρό ποώδες, διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Scrophularia canina) με λεπτά φύλλα. ΣΥΝ. σκορπίδι (1) | |
| 46299 | σκορπίζω | σκορ-πί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκόρπι-σα, σκορπί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σκορπίζ-οντας} & σκορπάω, σκορπώ 1. ρίχνω, πετώ ή απλώνω απρόσεκτα και ακανόνιστα, σε τυχαίες κατευθύνσεις, στοιχεία ενός συνόλου: Μη ~εις τα χαρτιά εδώ κι εκεί. ~σμένα: παιχνίδια/ρούχα (= σκόρπια).|| ~σαν τα φύλλα. Οι χάντρες ~σαν στο πάτωμα. Ο άνεμος ~σε (= διέλυσε) τα σύννεφα. Πβ. δια~, διασπείρω. 2. (μτφ.) (για αίσθηση) διαχέω, αναδίδω· (για συναίσθημα) εκπέμπω, μεταδίδω· (για κατάσταση) προκαλώ, φέρνω: Σκορπούσε θαλπωρή/φως. Λουλούδια που ~ουν το άρωμά τους. Ο διαπεραστικός ήχος ~στηκε στο δωμάτιο.|| ~ει ειρήνη/χαρά. ~σε αισιοδοξία και χαμόγελα/γέλιο/ενθουσιασμό/κέφι/συγκίνηση. ~σαν την απογοήτευση/τον πανικό/τον τρόμο/τη φρίκη.|| ~σαν την καταστροφή. Έκρηξη βόμβας ~σε τον θάνατο. Πβ. σπέρνω. 3. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (για μέλη ομάδας ανθρώπων) διαλύω: Ο εχθρικός στόλος ~στηκε και καταστράφηκε. Ζούσαν ~σμένοι εδώ κι εκεί.|| Η παρέα ~σε. ~σαν στη γύρω περιοχή/στους δρόμους. 4. (μτφ.) ξοδεύω αλόγιστα, κατασπαταλώ: Είχε πολλά χρήματα, αλλά τα ~σε.|| (προφ.) Μη ~εσαι (: μη σπαταλάς τις δυνάμεις σου). Πβ. αναλώνομαι. 5. (μτφ.) εξανεμίζω, εξαφανίζω: ~σε τις αμφιβολίες/τους φόβους μου (πβ. διασκεδάζω). ~σε τα όνειρά μας. Πβ. διαλύω.|| ~σαν οι ελπίδες. ● ΦΡ.: Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα βλ. άνεμος [< αρχ. σκορπίζω, μεσν. σκορπώ] | |
| 46300 | σκορπίνα | σκορ-πί-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκόρπαινα: ΙΧΘΥΟΛ. είδη ψαριών (οικογ. Scorpaenidae) με μεγάλο κεφάλι και αγκαθωτά πτερύγια. Βλ. σκορπίδι, σκορπιός. [< μτγν. σκόρπαινα, γαλλ. scorpène, αγγλ. scorpaena] | |
| 46301 | σκορπιός | σκορ-πιός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρό αραχνοειδές (τάξη Scorpionida), κυρ. της Μεσογείου και των τροπικών περιοχών, με δηλητηριώδες συνήθ. κεντρί στην άκρη της ουράς: κίτρινος/μαύρος ~. Δάγκωμα ~ιού. Τον τσίμπησε ~. 2. ΙΧΘΥΟΛ. κόκκινη σκορπίνα (επιστ. ονομασ. Scorpaena scrofa) κατάλληλη κυρ. για σούπες. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το όγδοο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Οκτωβρίου-21 Νοεμβρίου) μεταξύ Ζυγού και Τοξότη· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του ατόμου που έχει γεννηθεί αυτήν την περίοδο. [< αρχ. σκορπίος] | |
| 46302 | σκόρπιος | , ια, ιο σκόρ-πιος επίθ. 1. που βρίσκεται σε διάφορα σημεία, εδώ κι εκεί: ~ιες: πέτρες. ~ια: αντικείμενα/αποκόμματα/βιβλία/σύννεφα/φύλλα. ~ιοι κάλυκες στον δρόμο. Ποιήματα ~ια σε ανθολογίες. Ακούστηκαν ~ια χειροκροτήματα (= σποραδικά). Πβ. διασκορπισμένος, διάσπαρτος. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη οργάνωσης, συνοχής: ~ια: ζωή. ~ιοι: στίχοι. ~ιες: αναφορές (= αποσπασματικές)/γνώσεις/ειδήσεις/λέξεις/νότες/πληροφορίες/σκέψεις. ~ια: γεγονότα/δεδομένα/έγγραφα/λόγια.|| (κατ' επέκτ., προφ.) ~ιο: μυαλό (: αφηρημένο). Είναι ~ (: για πρόσ. ανοργάνωτο, ασυγκρότητο). Πβ. χύμα. ● επίρρ.: σκόρπια [< 1: σκόρπιος, 16ος αι.] | |
| 46303 | σκόρπισμα | σκόρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {σκορπίσμ-ατος}: η ενέργεια του σκορπίζω: ~ της στάχτης. Πβ. διασκορπισμός, διασπορά.|| ~ δυνάμεων/της ενέργειας/της ζωής/του νου. Πβ. διάχυση, ξόδεμα.|| ~ χρημάτων. Δεν έχει λεφτά για ~. Πβ. διασπάθιση, κατασπατάληση. [< μεσν. σκόρπισμα] | |
| 46304 | σκορποχέρης | σκορ-πο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) , σκορποχέρα (η) (λαϊκό): σπάταλος. Βλ. ανοιχτοχέρης. ΑΝΤ. σφιχτοχέρης | |
| 46305 | σκορποχώρι | σκορ-πο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη τάξης· σύνολο ανθρώπων που βρίσκονται σε διάλυση: Η ομάδα/παρέα έχει καταντήσει ~. | |
| 46306 | σκορπώ | βλ. σκορπίζω | |
| 46307 | σκορτσάρει | σκορ-τσά-ρει ρ. (αμτβ.) {σκόρτσαρε κ. σκορτσάρισε} (προφ.): (για μηχανή, μηχανισμό) κάνει μικρές και αλλεπάλληλες διακοπές στη λειτουργία του: Αμάξι/κινητήρας/μοτέρ που ~. Πβ. κλοτσά. [< ιταλ. scorzare] | |
| 46308 | σκορτσάρισμα | σκορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σειρά από επαναλαμβανόμενες διακοπές στη λειτουργία του κινητήρα· συνεκδ. οι κραδασμοί που προκαλούνται εξαιτίας τους: ~ στις χαμηλές στροφές. Πβ. κλότσημα. Βλ. -ισμα. | |
| 46309 | σκότα | σκό-τα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σκοινί με το οποίο ρυθμίζονται τα πανιά σε ιστιοφόρο: Λασκάρω τη ~. Δέσιμο ~ας. [< σκότα, 15ος αι. < ιταλ. scotta·πβ. μεσν. κοντρασκότα] | |
| 46310 | σκοταδερός | , ή, ό σκο-τα-δε-ρός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): σκοτεινός: ατμόσφαιρα ~ή. Βλ. -ερός. | |
| 46311 | σκοτάδι | σκο-τά-δι ουσ. (ουδ.) 1. απουσία φωτός που εμποδίζει την όραση, καθιστώντας αθέατα ή δυσδιάκριτα, πρόσωπα και πράγματα: αδιαπέραστο/απέραντο/βαθύ/πηχτό/πυκνό ~. Απλώθηκε/έπεσε ~. Η πόλη βυθιζόταν στο ~. Δεν φοβάται το ~. (επιτατ.) Πίσσα ~. Έξω ήταν ακόμη ~ (= νύχτα, σκοτεινιά). Πβ. σκότος. Βλ. τρισκόταδο. 2. (μτφ.) άγνοια, αμάθεια ή αβεβαιότητα· κατ' επέκτ. ζοφερή κατάσταση ή αρνητική διάθεση: πνευματικό (πβ. σκοτασμός)/πολιτικό ~. Το ~ της πλάνης/των προκαταλήψεων. Βρίσκονται/είναι/ζουν/(παρα)μένουν στο ~. Μη μας κρατάτε στο ~. Το παρελθόν της καλύπτεται από ~ (πβ. ασάφεια, μυστήριο).|| Αχτίδα φωτός στο ~ της απαισιοδοξίας. Διέλυσε το ~ του φόβου. ΣΥΝ. μαυρίλα. Πβ. έρεβος, ζόφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι & (λόγ.) αιώνιο σκότος (μτφ.-λογοτ.): θάνατος: Τους βρήκε το ~ ~. Βλ. αιώνιος ύπνος., μαύρα σκοτάδια 1. (επιτατ.) απόλυτο σκοτάδι: Βρήκε την έξοδο μέσα στα ~ ~. 2. (μτφ.) πλήρης άγνοια ή απελιπισία: Έχει ~ ~ από ... (= μαύρα μεσάνυχτα). Τους κρατούν σε ~ ~. ● ΦΡ.: βγάζω από τα σκοτάδια (μτφ.): διαφωτίζω: Η γνώση είναι το φως που ~ει ~ της αμάθειας., τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι & (σπάν.) χώμα (μτφ.) 1. πέθανε ή δολοφονήθηκε. 2. (για κάποιον ή κάτι) χάθηκε, εξαφανίστηκε ή καταστράφηκε: ~ ~ και η ανυποληψία (: έπεσε στην αφάνεια). Την υπόθεση την ~ ~ (: δεν βγήκε ποτέ στο φως). ΣΥΝ. τον/το τρώει η μαρμάγκα, αφήνω στο σκοτάδι βλ. αφήνω [< μτγν. σκοτάδι(ν) < αρχ. σκότος] | |
| 46312 | σκοταδισμός | σκο-τα-δι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία και πρακτική που παρεμποδίζει τον εκσυγχρονισμό, την εξάπλωση των επιστημονικών γνώσεων και την πνευματική πρόοδο του λαού· κατ' επέκτ. έντονος συντηρητισμός: θρησκευτικός/μεσαιωνικός ~. ~ και οπισθοδρόμηση. Πβ. μεσαιωνισμός. Βλ. διαφωτισμός, -ισμός. [< γαλλ. obscurantisme] | |
| 46313 | σκοταδιστής | σκο-τα-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοταδίστρια}: οπαδός του σκοταδισμού: οπισθοδρομικοί ~ές. Βλ. διαφωτιστής. [< γαλλ. obscurantiste] | |
| 46314 | σκοταδιστικός | , ή, ό σκο-τα-δι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σκοταδισμό ή τον σκοταδιστή: ~ή: λογοκρισία/προπαγάνδα. ~ό: καθεστώς. ~οί: κύκλοι. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. Βλ. διαφωτιστικός. ● επίρρ.: σκοταδιστικά [< γαλλ. obscurantiste] | |
| 46315 | σκοτασμός | σκο-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα) πνευματικό σκοτάδι: ο ~ της καρδιάς/ψυχής. [< μτγν. σκοτασμός 'σκοτάδι'] | |
| 46316 | σκοτεινάδα | σκο-τει-νά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.) 1. σκοτεινιά. Βλ. -άδα. 2. σκοτεινό μέρος. [< σκοτεινάδα, 16ος αι.] | |
| 46317 | σκοτεινιά | σκο-τει-νιά ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη φωτός: η ~ της νύχτας/του ουρανού (πβ. θολούρα, μουντάδα)/των σπηλαίων. Πβ. σκοτάδι, σκοτεινάδα. 2. (μτφ.) θλίψη, δυστυχία: η ~ της ψυχής. Πβ. μαυρίλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ