| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46306 | σκορπώ | βλ. σκορπίζω | |
| 46307 | σκορτσάρει | σκορ-τσά-ρει ρ. (αμτβ.) {σκόρτσαρε κ. σκορτσάρισε} (προφ.): (για μηχανή, μηχανισμό) κάνει μικρές και αλλεπάλληλες διακοπές στη λειτουργία του: Αμάξι/κινητήρας/μοτέρ που ~. Πβ. κλοτσά. [< ιταλ. scorzare] | |
| 46308 | σκορτσάρισμα | σκορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σειρά από επαναλαμβανόμενες διακοπές στη λειτουργία του κινητήρα· συνεκδ. οι κραδασμοί που προκαλούνται εξαιτίας τους: ~ στις χαμηλές στροφές. Πβ. κλότσημα. Βλ. -ισμα. | |
| 46309 | σκότα | σκό-τα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σκοινί με το οποίο ρυθμίζονται τα πανιά σε ιστιοφόρο: Λασκάρω τη ~. Δέσιμο ~ας. [< σκότα, 15ος αι. < ιταλ. scotta·πβ. μεσν. κοντρασκότα] | |
| 46310 | σκοταδερός | , ή, ό σκο-τα-δε-ρός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): σκοτεινός: ατμόσφαιρα ~ή. Βλ. -ερός. | |
| 46311 | σκοτάδι | σκο-τά-δι ουσ. (ουδ.) 1. απουσία φωτός που εμποδίζει την όραση, καθιστώντας αθέατα ή δυσδιάκριτα, πρόσωπα και πράγματα: αδιαπέραστο/απέραντο/βαθύ/πηχτό/πυκνό ~. Απλώθηκε/έπεσε ~. Η πόλη βυθιζόταν στο ~. Δεν φοβάται το ~. (επιτατ.) Πίσσα ~. Έξω ήταν ακόμη ~ (= νύχτα, σκοτεινιά). Πβ. σκότος. Βλ. τρισκόταδο. 2. (μτφ.) άγνοια, αμάθεια ή αβεβαιότητα· κατ' επέκτ. ζοφερή κατάσταση ή αρνητική διάθεση: πνευματικό (πβ. σκοτασμός)/πολιτικό ~. Το ~ της πλάνης/των προκαταλήψεων. Βρίσκονται/είναι/ζουν/(παρα)μένουν στο ~. Μη μας κρατάτε στο ~. Το παρελθόν της καλύπτεται από ~ (πβ. ασάφεια, μυστήριο).|| Αχτίδα φωτός στο ~ της απαισιοδοξίας. Διέλυσε το ~ του φόβου. ΣΥΝ. μαυρίλα. Πβ. έρεβος, ζόφος. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι & (λόγ.) αιώνιο σκότος (μτφ.-λογοτ.): θάνατος: Τους βρήκε το ~ ~. Βλ. αιώνιος ύπνος., μαύρα σκοτάδια 1. (επιτατ.) απόλυτο σκοτάδι: Βρήκε την έξοδο μέσα στα ~ ~. 2. (μτφ.) πλήρης άγνοια ή απελιπισία: Έχει ~ ~ από ... (= μαύρα μεσάνυχτα). Τους κρατούν σε ~ ~. ● ΦΡ.: βγάζω από τα σκοτάδια (μτφ.): διαφωτίζω: Η γνώση είναι το φως που ~ει ~ της αμάθειας., τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι & (σπάν.) χώμα (μτφ.) 1. πέθανε ή δολοφονήθηκε. 2. (για κάποιον ή κάτι) χάθηκε, εξαφανίστηκε ή καταστράφηκε: ~ ~ και η ανυποληψία (: έπεσε στην αφάνεια). Την υπόθεση την ~ ~ (: δεν βγήκε ποτέ στο φως). ΣΥΝ. τον/το τρώει η μαρμάγκα, αφήνω στο σκοτάδι βλ. αφήνω [< μτγν. σκοτάδι(ν) < αρχ. σκότος] | |
| 46312 | σκοταδισμός | σκο-τα-δι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία και πρακτική που παρεμποδίζει τον εκσυγχρονισμό, την εξάπλωση των επιστημονικών γνώσεων και την πνευματική πρόοδο του λαού· κατ' επέκτ. έντονος συντηρητισμός: θρησκευτικός/μεσαιωνικός ~. ~ και οπισθοδρόμηση. Πβ. μεσαιωνισμός. Βλ. διαφωτισμός, -ισμός. [< γαλλ. obscurantisme] | |
| 46313 | σκοταδιστής | σκο-τα-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σκοταδίστρια}: οπαδός του σκοταδισμού: οπισθοδρομικοί ~ές. Βλ. διαφωτιστής. [< γαλλ. obscurantiste] | |
| 46314 | σκοταδιστικός | , ή, ό σκο-τα-δι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σκοταδισμό ή τον σκοταδιστή: ~ή: λογοκρισία/προπαγάνδα. ~ό: καθεστώς. ~οί: κύκλοι. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. Βλ. διαφωτιστικός. ● επίρρ.: σκοταδιστικά [< γαλλ. obscurantiste] | |
| 46315 | σκοτασμός | σκο-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα) πνευματικό σκοτάδι: ο ~ της καρδιάς/ψυχής. [< μτγν. σκοτασμός 'σκοτάδι'] | |
| 46316 | σκοτεινάδα | σκο-τει-νά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.) 1. σκοτεινιά. Βλ. -άδα. 2. σκοτεινό μέρος. [< σκοτεινάδα, 16ος αι.] | |
| 46317 | σκοτεινιά | σκο-τει-νιά ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη φωτός: η ~ της νύχτας/του ουρανού (πβ. θολούρα, μουντάδα)/των σπηλαίων. Πβ. σκοτάδι, σκοτεινάδα. 2. (μτφ.) θλίψη, δυστυχία: η ~ της ψυχής. Πβ. μαυρίλα. | |
| 46318 | σκοτεινιάζω | σκο-τει-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκοτείνια-σε, -σμένος, σκοτεινιάζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. συσκοτίζω· για χώρο που δεν φωτίζεται ή για πηγή φωτός που χάνει τη φωτεινότητά της: Τα σύννεφα ~σαν τον ουρανό. ΑΝΤ. φωτίζω.|| ~σε το δωμάτιο/ο ήλιος (ΑΝΤ. λάμπει)/η μέρα/η πλάση/ο τόπος. ~σμένος: ορίζοντας. Πβ. μαυρίζω. 2. (μτφ.) (για χαρακτηριστικά προσώπου) εκφράζω μεγάλη λύπη, στενοχώρια: ~ει το πρόσωπό του. ~σμένη: έκφραση/όψη. ~σμένο: βλέμμα. Πβ. κατσουφ-, σκυθρωπ-ιάζω. 3. (μτφ.) θολώνω· μαυρίζω: Μαύρες σκέψεις ~σαν το μυαλό του. ~σμένος: νους. ~σμένη: σκέψη.|| Προβλήματα που ~ουν τη ζωή μας. ● σκοτεινιάζει: βραδιάζει, νυχτώνει. ΑΝΤ. φέγγει (2), χαράζει [< μεσν. σκοτεινιάζω] | |
| 46319 | σκοτείνιασμα | σκο-τεί-νια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκοτεινιάζω: ~ της οθόνης/του ουρανού. Το ~ του ήλιου/της σελήνης (πβ. έκλειψη). Πβ. συσκότιση.|| (μτφ.) ~ του μυαλού (πβ. θολούρα, σύγχυση). ~ στα μάτια (πβ. θλίψη). | |
| 46320 | σκοτεινός | , ή, ό σκο-τει-νός επίθ. 1. που δεν έχει φως (στιγμιαία, γενικά ή κατά περιόδους): ~ός: βυθός/γαλαξίας/δρόμος/λαβύρινθος/ουρανός/χώρος. ~ή: νύχτα. ~ό: δάσος/διαμέρισμα/δωμάτιο/κελί/στενό/τούνελ/υπόγειο. ~οί: διάδρομοι. Ο ~ και ήσυχος κόσμος των σπηλαίων. ~ή γωνιά που δεν τη βλέπει ο ήλιος. Βροχερή και ~ή μέρα. Η ~ή πλευρά της Σελήνης. Βλ. θεο-, κατα-, τρι-σκότεινος. ΑΝΤ. φωτεινός (2) 2. σκούρος, χωρίς φωτεινότητα: ~ή: εικόνα/οθόνη (υπολογιστή)/φωτογραφία. ~ό: πλάνο/φόντο. ~οί: τόνοι (στη ζωγραφική).|| (ειδικότ. για χρώμα) ~ό: κίτρινο/κόκκινο/μπλε. 3. (μτφ.) μυστηριώδης, περίπλοκος· άγνωστος ή λιγότερο γνωστός: ~ός: πόθος/πράκτορας/ρόλος/σκοπός. ~ή: ιστορία/προσωπικότητα/υπόθεση/φυσιογνωμία. ~ό: βλέμμα/θρίλερ/κίνητρο/παρασκήνιο/παρελθόν/σχέδιο. Απρόσωπος ~ μηχανισμός. Για ~ούς λόγους.|| ~ό: έγκλημα. Το ~ό τοπίο της διαπλοκής. Πβ. δυσεξιχνίαστος.|| ~ή προέλευση λέξης. Αιώνας που παραμένει ~. Πβ. απροσδιόριστος. 4. (μτφ.) δυσνόητος, δυσερμήνευτος, ασαφής: ~ός: συγγραφέας/χρησμός. ~ή: γραφή/λέξη/φράση. ~ό: μήνυμα/ποίημα/σημείο/ύφος/χωρίο. ~ό και ακατανόητο κείμενο. Γεγονός ~ό και αμφίσημο. 5. (μτφ.) καταχθόνιος, δόλιος, ύπουλος: ~ός: εχθρός. ~ή: ψυχή. ~ό: κύκλωμα/μυαλό. ~ές: δυνάμεις. ~ά: ένστικτα. ~οί κύκλοι και συμφέροντα απειλούν τη ζωή του. ~ές σκέψεις για εκδίκηση. 6. (μτφ.) ζοφερός, δυσοίωνος, δυστυχισμένος: ~οί: καιροί. Η ~ή εποχή/περίοδος της δικτατορίας.|| ~ό: μέλλον (πβ. αβέβαιο)/προαίσθημα. ~ές: προβλέψεις.|| ~ή: ζωή. Μαύρα και ~ά χρόνια. ● Υποκ.: σκοτεινούτσικος , η, ο ● επίρρ.: σκοτεινά ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτεινή ενέργεια: ΦΥΣ. που θεωρείται ότι δρα αντίθετα από τη βαρύτητα και αναγκάζει τα ουράνια σώματα να απομακρύνονται μεταξύ τους: Η ~ ~ επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος. Βλ. αντιβαρύτητα. [< αγγλ. dark energy, 1998] , σκοτεινή ύλη: ΑΣΤΡΟΝ. αόρατη ύλη που πιστεύεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν, καθώς η ορατή ύλη δεν επαρκεί, για να εξηγήσει διάφορα βαρυτικά φαινόμενα. Βλ. αντιύλη. [< αγγλ. dark matter, 1933] , σκοτεινοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. ιστορική φάση, κατά την οποία παρατηρείται δημογραφική συρρίκνωση και κοινωνικο-οικονομική εσωστρέφεια με υποχώρηση του εμπορίου, επικράτηση της κλειστής αγροτικής οικονομίας και πνευματική-πολιτιστική ένδεια: πρώιμοι/ύστεροι ~ ~. Οι ~ ~ της Αρχαιότητας (11ος-8ος αι., πβ. γεωμετρική εποχή)/του Βυζαντίου (7ος-μέσα 9ου αι.)/της Δύσης(6ος-13ος αι.). Πβ. Μεσαίωνας., σκοτεινές αίθουσες βλ. αίθουσα, σκοτεινός θάλαμος βλ. θάλαμος ● ΦΡ.: στα σκοτεινά: στο σκοτάδι: Κάθεται/κρύβεται ~ ~.|| (μτφ.) Πηγαίνουμε/προχωρούμε ~ ~ (ΑΝΤ. στα σίγουρα). [< αρχ. σκοτεινός, γαλλ. obscur, sombre, αγγλ. dark] | |
| 56007 | σκοτεινότητα | φω-τει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του φωτεινού: εξαιρετική/μέτρια/ρυθμιζόμενη/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ της εικόνας/οθόνης. Η ~ του φακού. Αύξηση/έλεγχος/μείωση/μεταβολές/μέτρηση/ρύθμιση/σήμα της ~ας.|| ~ του δωματίου/χώρου.|| Η ~ του δέρματος/του προσώπου/των χρωμάτων.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Η ~ των άστρων/του Ήλιου (: η ενέργεια που εκλύεται από το σύνολο της επιφάνειας ανά μονάδα χρόνου). Πβ. λαμπρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. σκοτεινότητα [< γαλλ. luminosité] | |
| 46321 | σκοτεινότητα | σκο-τει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκοτεινού: ~ του ουρανού/χρώματος. Βαθμός/επίπεδο ~ας. ΑΝΤ. φωτεινότητα.|| (μτφ.) Η ~ της ποίησής του (πβ. αμφισημία, ασάφεια). Βλ. -ότητα. [< αρχ. σκοτεινότης 'σκοτάδι'] | |
| 46322 | σκοτεινόχρωμος | , η, ο σκο-τει-νό-χρω-μος επίθ.: σκουρόχρωμος: ~ος: αστεροειδής. ~ο: μέλι. Βλ. -χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος | |
| 51942 | σκοτία | τρό-χι-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυλακωτός τροχός για την ανύψωση βάρους. Πβ. καρούλι, μακαράς, τροχαλία. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. {κυρ. στον τ. τροχίλος} η κοίλη εσοχή της βάσης ιωνικού κίονα. Πβ. σκοτία. Βλ. σπείρα. 3. ΖΩΟΛ. (σπάν.) είδος μικρού πτηνού (επιστ. ονομασ. Trochilus). [< 1,3: αρχ. τροχίλος 2: μτγν. ~] | |
| 46323 | σκοτία | σκο-τί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. κοίλη, διαχωριστική εσοχή: οριζόντιες ~ες. ~ες αλουμινίου. Πβ. αρμός.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ ιωνικού κίονα. Βλ. γλυφή. [< μτγν. σκοτία, γαλλ. scotie, αγγλ. scotia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ