| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46324 | σκοτίδι | σκο-τί-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): σκοτάδι. Βλ. -ίδι. [< μεσν. σκοτίδι(ν)] | |
| 46325 | σκοτιδιάζει | σκο-τι-διά-ζει ρ. (αμτβ.) {σκοτίδια-σε, -σμένος} (σπάν.-λαϊκό): σκοτεινιάζει. | |
| 46326 | σκοτίζω | σκο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {σκότι-σα, σκοτί-στηκα, -σμένος, σκοτίζ-οντας} (προφ.): ενοχλώ κάποιον με έγνοιες, σκοτούρες που δεν τον αφορούν: Δεν θέλω να ~ τους ανθρώπους με τα προβλήματά μου. Αρκετά σας ~σα. Μη με ~εις! Πβ. πρήζω. Βλ. συ~. ΣΥΝ. ζαλίζω (2), πονοκεφαλιάζω (1) ● σκοτίζει: (για σκέψη, συναίσθημα) απασχολεί έντονα, βασανίζει, κατατρώει: Η αμφιβολία/ο εγωισμός/το μίσος ~ τον νου και την καρδιά. Πάθος που ~ το μυαλό. Πβ. κατατρύχει. Βλ. θολώνω. ● Παθ.: σκοτίζομαι: προβληματίζομαι, ανησυχώ, στενοχωριέμαι για κάποιον ή κάτι: Μη (μου) ~εσαι! Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο κάθεται και ~εται.|| (με άρνηση) Δεν ~ (= ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι) και πολύ να μάθω τι έγινε. ● ΦΡ.: σκοτίστηκα & πολύ που σκοτίστηκα (ειρων.): αδιαφορώ πλήρως (για κάτι): Άσε τους άλλους να λένε, ~ ~. ~ ~ για τη δημοσιότητα. Πβ. σκορδοκαΐλα μου! [< μτγν. σκοτίζω 'καλύπτω με σκοτάδι'] | |
| 46327 | σκοτισμός | σκο-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & σκότιση (η) (σπάν., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): σύγχυση, θόλωμα: ~ του νου. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σκοτισμός] | |
| 46328 | σκοτοδίνη | σκο-το-δί-νη ουσ. (θηλ.): ζάλη και προσωρινή μείωση της όρασης: απότομη/ξαφνική ~. Μου ήρθε μια/με πιάνει ~. Πβ. ζαλάδα, ίλιγγος. Βλ. λιποθυμία. [< μεσν. σκοτοδίνη] | |
| 46329 | σκότος | σκό-τος ουσ. (ουδ.) {σκότ-ους | -η} (λόγ.): σκοτάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, άρχοντας του σκότους βλ. άρχοντας [< αρχ. σκότος] | |
| 46330 | σκοτούρα | σκο-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ενοχλητική έγνοια, μπελάς: ~ες της δουλειάς/καθημερινότητας. Πρόσθεσε άλλη μια ~ στο κεφάλι του. Χωρίς ~ες (= ανέμελα). Με τόσες ~ες πού να ησυχάσω (πβ. ζόρια, στενοχώριες). Έχω πολλές/ένα σωρό/χίλιες δυο ~ες. Μακριά από τις ~ες και το άγχος. Πβ. βάσανο, πονοκέφαλος, φροντίδα. Βλ. -ούρα1. ΑΝΤ. ξενοιασιά ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα βλ. φαγούρα [< μεσν. σκοτούρα] | |
| 46331 | σκοτσέζικος | , η, ο βλ. σκωτσέζικος | |
| 46332 | σκότωμα | σκό-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) κούραση, ταλαιπωρία, ξεθέωμα: Είναι (σκέτο) ~ για μένα να έρθω αυθημερόν. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, μαρτύριο. 2. θανάτωση: ~ του θηράματος. Πβ. φόνος. 3. (μτφ.-επιτατ.) σκληρή τιμωρία: Χρειάζονται ~! ● ΣΥΜΠΛ.: σκότωμα του χρόνου/της ώρας (μτφ.-προφ.): άσκοπη, ανούσια απασχόληση, για να περάσει η ώρα. Πβ. χαζολόγημα, χασομέρι. ● ΦΡ.: για σκότωμα (μτφ.-προφ.): για χάσιμο ή ξεπούλημα: Δεν έχω καιρό/χρόνο/ώρα ~ ~.|| Άσε, το αυτοκίνητο πάει ~ ~. Δεν το 'χω ~ ~ το ακίνητο!, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα [< μτγν. σκότωμα 'ζαλάδα, σκοτοδίνη' 2: ~, 14ος αι.] | |
| 46333 | σκοτωμός | σκο-τω-μός ουσ. (αρσ.) 1. φόνος, δολοφονία: ~οί αμάχων. Θρηνούν τον άδικο ~ό του. Ας πάψουν οι ~οί. Χωρίς πολέμους και ~ούς. Πβ. ανθρωποσφαγή, έγκλημα, εκατόμβη, θανάτωση, φονικό. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.-προφ.) συνωστισμός που συνοδεύεται από λογομαχίες και σπρωξίματα· έντονος ανταγωνισμός, τσακωμός, καβγάς: ~ για τα εισιτήρια/μια καλή θέση. Πβ. στρίμωγμα. Βλ. πολυκοσμία.|| (κατ' επέκτ.) ~ για τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Θα γίνει ~! ● ΦΡ.: του σκοτωμού (μτφ.-προφ.): πάρα πολύ γρήγορα: Πηγαίνουν/τρέχουν ~ ~. Γύρισα ~ ~ στο σπίτι. [< μεσν. σκοτωμός] | |
| 46334 | σκοτώνω | σκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ). ● σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer] | |
| 46335 | σκοτώστρα | σκο-τώ-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. παλιό και κακοσυντηρημένο όχημα που μπορεί να προκαλέσει ατύχημα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μπορεί να προξενήσει τροχαίο: κινητές ~ες. ~ της δεκαετίας του '70. Μηχανάκια-~ες.|| Γέφυρα/δρόμος-~. Πβ. καρμανιόλα. 2. σκληρός παίκτης, συνήθ. αμυντικός ποδοσφαιριστής, που ενεργεί αντιαθλητικά. 3. μυγοσκοτώστρα. | |
| 46336 | σκούζω | σκού-ζω ρ. (αμτβ.) {έσκου-ξα} (προφ.): ξεφωνίζω, ουρλιάζω: ~ από τον πόνο/στο κλάμα. ~ξε δυνατά. Τι έπαθες και ~εις; Πβ. στριγκλίζω, τσιρίζω. [< σκούζω, 17ος αι. < αρχ. σκύζομαι ‘είμαι θυμωμένος ή εξοργισμένος’] | |
| 46337 | σκουλαρίκι | σκου-λα-ρί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κόσμημα κυρ. του αυτιού: ασημένια/διαμαντένια/καρφωτά/κρεμαστά/χρυσά ~ια. Ένα ζευγάρι ~ια με κλιπ. ~ στον αφαλό/στη μύτη. Βλ. πίρσινγκ. ΣΥΝ. ενώτιο (1) ● Υποκ.: σκουλαρικάκι (το) [< μεσν. σκουλαρίκι(ον) < σχολαρίκιον < μτγν. σχολάριος ‘αυτοκρατορικός φρουρός’ < μτγν. λατ. scholaris ‘σχολικός’] | |
| 46338 | σκουλαρικιά | σκου-λα-ρι-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΒΟΤ. φούξια. | |
| 46339 | σκουληκαντέρα | σκου-λη-κα-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μεγάλο σκουλήκι που ζει σε υγρά χώματα. Πβ. γεωσκώληκας. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο αισχρό και τιποτένιο: βρομερή/σιχαμερή ~. (υβριστ.) Α, να χαθείς ~! Πβ. σκουλήκι. | |
| 46340 | σκουλήκι | σκου-λή-κι ουσ. (ουδ.) {σκουληκ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. μικρό ασπόνδυλο ζώο με μακρύ κυλινδρικό σώμα, χωρίς σκελετό και άκρα, που έρπει: άσπρο/γλοιώδες/νηματώδες/πράσινο ~. ~ του καλαμποκιού/των κερασιών/της λάσπης/του ξύλου (: σαράκι)/των σταφυλιών (: κάμπια, προνύμφη). Παρασιτικά ~ια. ~ για δόλωμα. (Οι πατάτες) έχουν πιάσει ~ια (: έχουν χαλάσει). Τον έχουν φάει τα ~ια (: για κάποιον που ζει σε συνθήκες βρομιάς και ακαταστασίας). Πβ. σκώληκας. Βλ. ταινία. 2. (μτφ.-μειωτ.) τιποτένιος, σιχαμερός άνθρωπος: βδελυρό/βρομερό/διπρόσωπο/ελεεινό ~. (υβριστ.) Φύγε, ~! Πβ. ανθρωπάριο, σκουληκαντέρα, υποκείμενο. 3. (μτφ.) σκέψη, ιδέα, συναίσθημα που βασανίζει και φθείρει τον άνθρωπο: το ~ της διχόνοιας (πβ. δηλητήριο)/πολιτικής (πβ. μικρόβιο). Τον έφαγε το ~ της ζήλιας. ΣΥΝ. σαράκι (2) 4. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που αναπαράγεται σε πολλά αντίτυπα μέσα σε δίκτυο· κατ' επέκτ. ιός: διαδικτυακό ~. ~ που μολύνει υπολογιστές. ● Υποκ.: σκουληκάκι (το) ● Μεγεθ.: σκούληκας (ο) [< μεσν. σκουλήκι < αρχ. σκωλήκιον < σκώληξ 4: αμερικ. worm, 1975 – σπανιότ. απλοποιημένη ορθογρ. σκουλίκι] | |
| 46341 | σκουληκιάζω | σκου-λη-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σκουλήκια-σε, -σμένος, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): (κυρ. για τρόφιμα) γεμίζω σκουλήκια, σαπίζω: ~σμένα: κρέατα/φρούτα (πβ. σάπια).|| (για πρόσ.) Καθάριζε και λίγο, θα ~σεις από τη βρόμα! [< μεσν. σκωληκιάζω, σκουληκιάζω, 17ος αι.] | |
| 46342 | σκουληκομυρμηγκότρυπα | σκου-λη-κο-μυρ-μη-γκό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα (προφ.): για να δηλωθεί δυσκολία στην προφορά λέξης. | |
| 46343 | σκουληκότρυπα | σκου-λη-κό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. υποθετικό χωροχρονικό τούνελ που συντομεύει την απόσταση ανάμεσα σε δύο απομακρυσμένα σημεία του Σύμπαντος. Βλ. μαύρη τρύπα. [< αγγλ. wormhole, 1957] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ