| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46318 | σκοτεινιάζω | σκο-τει-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκοτείνια-σε, -σμένος, σκοτεινιάζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. συσκοτίζω· για χώρο που δεν φωτίζεται ή για πηγή φωτός που χάνει τη φωτεινότητά της: Τα σύννεφα ~σαν τον ουρανό. ΑΝΤ. φωτίζω.|| ~σε το δωμάτιο/ο ήλιος (ΑΝΤ. λάμπει)/η μέρα/η πλάση/ο τόπος. ~σμένος: ορίζοντας. Πβ. μαυρίζω. 2. (μτφ.) (για χαρακτηριστικά προσώπου) εκφράζω μεγάλη λύπη, στενοχώρια: ~ει το πρόσωπό του. ~σμένη: έκφραση/όψη. ~σμένο: βλέμμα. Πβ. κατσουφ-, σκυθρωπ-ιάζω. 3. (μτφ.) θολώνω· μαυρίζω: Μαύρες σκέψεις ~σαν το μυαλό του. ~σμένος: νους. ~σμένη: σκέψη.|| Προβλήματα που ~ουν τη ζωή μας. ● σκοτεινιάζει: βραδιάζει, νυχτώνει. ΑΝΤ. φέγγει (2), χαράζει [< μεσν. σκοτεινιάζω] | |
| 46319 | σκοτείνιασμα | σκο-τεί-νια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκοτεινιάζω: ~ της οθόνης/του ουρανού. Το ~ του ήλιου/της σελήνης (πβ. έκλειψη). Πβ. συσκότιση.|| (μτφ.) ~ του μυαλού (πβ. θολούρα, σύγχυση). ~ στα μάτια (πβ. θλίψη). | |
| 46320 | σκοτεινός | , ή, ό σκο-τει-νός επίθ. 1. που δεν έχει φως (στιγμιαία, γενικά ή κατά περιόδους): ~ός: βυθός/γαλαξίας/δρόμος/λαβύρινθος/ουρανός/χώρος. ~ή: νύχτα. ~ό: δάσος/διαμέρισμα/δωμάτιο/κελί/στενό/τούνελ/υπόγειο. ~οί: διάδρομοι. Ο ~ και ήσυχος κόσμος των σπηλαίων. ~ή γωνιά που δεν τη βλέπει ο ήλιος. Βροχερή και ~ή μέρα. Η ~ή πλευρά της Σελήνης. Βλ. θεο-, κατα-, τρι-σκότεινος. ΑΝΤ. φωτεινός (2) 2. σκούρος, χωρίς φωτεινότητα: ~ή: εικόνα/οθόνη (υπολογιστή)/φωτογραφία. ~ό: πλάνο/φόντο. ~οί: τόνοι (στη ζωγραφική).|| (ειδικότ. για χρώμα) ~ό: κίτρινο/κόκκινο/μπλε. 3. (μτφ.) μυστηριώδης, περίπλοκος· άγνωστος ή λιγότερο γνωστός: ~ός: πόθος/πράκτορας/ρόλος/σκοπός. ~ή: ιστορία/προσωπικότητα/υπόθεση/φυσιογνωμία. ~ό: βλέμμα/θρίλερ/κίνητρο/παρασκήνιο/παρελθόν/σχέδιο. Απρόσωπος ~ μηχανισμός. Για ~ούς λόγους.|| ~ό: έγκλημα. Το ~ό τοπίο της διαπλοκής. Πβ. δυσεξιχνίαστος.|| ~ή προέλευση λέξης. Αιώνας που παραμένει ~. Πβ. απροσδιόριστος. 4. (μτφ.) δυσνόητος, δυσερμήνευτος, ασαφής: ~ός: συγγραφέας/χρησμός. ~ή: γραφή/λέξη/φράση. ~ό: μήνυμα/ποίημα/σημείο/ύφος/χωρίο. ~ό και ακατανόητο κείμενο. Γεγονός ~ό και αμφίσημο. 5. (μτφ.) καταχθόνιος, δόλιος, ύπουλος: ~ός: εχθρός. ~ή: ψυχή. ~ό: κύκλωμα/μυαλό. ~ές: δυνάμεις. ~ά: ένστικτα. ~οί κύκλοι και συμφέροντα απειλούν τη ζωή του. ~ές σκέψεις για εκδίκηση. 6. (μτφ.) ζοφερός, δυσοίωνος, δυστυχισμένος: ~οί: καιροί. Η ~ή εποχή/περίοδος της δικτατορίας.|| ~ό: μέλλον (πβ. αβέβαιο)/προαίσθημα. ~ές: προβλέψεις.|| ~ή: ζωή. Μαύρα και ~ά χρόνια. ● Υποκ.: σκοτεινούτσικος , η, ο ● επίρρ.: σκοτεινά ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτεινή ενέργεια: ΦΥΣ. που θεωρείται ότι δρα αντίθετα από τη βαρύτητα και αναγκάζει τα ουράνια σώματα να απομακρύνονται μεταξύ τους: Η ~ ~ επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος. Βλ. αντιβαρύτητα. [< αγγλ. dark energy, 1998] , σκοτεινή ύλη: ΑΣΤΡΟΝ. αόρατη ύλη που πιστεύεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν, καθώς η ορατή ύλη δεν επαρκεί, για να εξηγήσει διάφορα βαρυτικά φαινόμενα. Βλ. αντιύλη. [< αγγλ. dark matter, 1933] , σκοτεινοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. ιστορική φάση, κατά την οποία παρατηρείται δημογραφική συρρίκνωση και κοινωνικο-οικονομική εσωστρέφεια με υποχώρηση του εμπορίου, επικράτηση της κλειστής αγροτικής οικονομίας και πνευματική-πολιτιστική ένδεια: πρώιμοι/ύστεροι ~ ~. Οι ~ ~ της Αρχαιότητας (11ος-8ος αι., πβ. γεωμετρική εποχή)/του Βυζαντίου (7ος-μέσα 9ου αι.)/της Δύσης(6ος-13ος αι.). Πβ. Μεσαίωνας., σκοτεινές αίθουσες βλ. αίθουσα, σκοτεινός θάλαμος βλ. θάλαμος ● ΦΡ.: στα σκοτεινά: στο σκοτάδι: Κάθεται/κρύβεται ~ ~.|| (μτφ.) Πηγαίνουμε/προχωρούμε ~ ~ (ΑΝΤ. στα σίγουρα). [< αρχ. σκοτεινός, γαλλ. obscur, sombre, αγγλ. dark] | |
| 56007 | σκοτεινότητα | φω-τει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του φωτεινού: εξαιρετική/μέτρια/ρυθμιζόμενη/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ της εικόνας/οθόνης. Η ~ του φακού. Αύξηση/έλεγχος/μείωση/μεταβολές/μέτρηση/ρύθμιση/σήμα της ~ας.|| ~ του δωματίου/χώρου.|| Η ~ του δέρματος/του προσώπου/των χρωμάτων.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Η ~ των άστρων/του Ήλιου (: η ενέργεια που εκλύεται από το σύνολο της επιφάνειας ανά μονάδα χρόνου). Πβ. λαμπρότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. σκοτεινότητα [< γαλλ. luminosité] | |
| 46321 | σκοτεινότητα | σκο-τει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκοτεινού: ~ του ουρανού/χρώματος. Βαθμός/επίπεδο ~ας. ΑΝΤ. φωτεινότητα.|| (μτφ.) Η ~ της ποίησής του (πβ. αμφισημία, ασάφεια). Βλ. -ότητα. [< αρχ. σκοτεινότης 'σκοτάδι'] | |
| 46322 | σκοτεινόχρωμος | , η, ο σκο-τει-νό-χρω-μος επίθ.: σκουρόχρωμος: ~ος: αστεροειδής. ~ο: μέλι. Βλ. -χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος | |
| 51942 | σκοτία | τρό-χι-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυλακωτός τροχός για την ανύψωση βάρους. Πβ. καρούλι, μακαράς, τροχαλία. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. {κυρ. στον τ. τροχίλος} η κοίλη εσοχή της βάσης ιωνικού κίονα. Πβ. σκοτία. Βλ. σπείρα. 3. ΖΩΟΛ. (σπάν.) είδος μικρού πτηνού (επιστ. ονομασ. Trochilus). [< 1,3: αρχ. τροχίλος 2: μτγν. ~] | |
| 46323 | σκοτία | σκο-τί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. κοίλη, διαχωριστική εσοχή: οριζόντιες ~ες. ~ες αλουμινίου. Πβ. αρμός.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ ιωνικού κίονα. Βλ. γλυφή. [< μτγν. σκοτία, γαλλ. scotie, αγγλ. scotia] | |
| 46324 | σκοτίδι | σκο-τί-δι ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): σκοτάδι. Βλ. -ίδι. [< μεσν. σκοτίδι(ν)] | |
| 46325 | σκοτιδιάζει | σκο-τι-διά-ζει ρ. (αμτβ.) {σκοτίδια-σε, -σμένος} (σπάν.-λαϊκό): σκοτεινιάζει. | |
| 46326 | σκοτίζω | σκο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {σκότι-σα, σκοτί-στηκα, -σμένος, σκοτίζ-οντας} (προφ.): ενοχλώ κάποιον με έγνοιες, σκοτούρες που δεν τον αφορούν: Δεν θέλω να ~ τους ανθρώπους με τα προβλήματά μου. Αρκετά σας ~σα. Μη με ~εις! Πβ. πρήζω. Βλ. συ~. ΣΥΝ. ζαλίζω (2), πονοκεφαλιάζω (1) ● σκοτίζει: (για σκέψη, συναίσθημα) απασχολεί έντονα, βασανίζει, κατατρώει: Η αμφιβολία/ο εγωισμός/το μίσος ~ τον νου και την καρδιά. Πάθος που ~ το μυαλό. Πβ. κατατρύχει. Βλ. θολώνω. ● Παθ.: σκοτίζομαι: προβληματίζομαι, ανησυχώ, στενοχωριέμαι για κάποιον ή κάτι: Μη (μου) ~εσαι! Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο κάθεται και ~εται.|| (με άρνηση) Δεν ~ (= ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι) και πολύ να μάθω τι έγινε. ● ΦΡ.: σκοτίστηκα & πολύ που σκοτίστηκα (ειρων.): αδιαφορώ πλήρως (για κάτι): Άσε τους άλλους να λένε, ~ ~. ~ ~ για τη δημοσιότητα. Πβ. σκορδοκαΐλα μου! [< μτγν. σκοτίζω 'καλύπτω με σκοτάδι'] | |
| 46327 | σκοτισμός | σκο-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & σκότιση (η) (σπάν., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): σύγχυση, θόλωμα: ~ του νου. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σκοτισμός] | |
| 46328 | σκοτοδίνη | σκο-το-δί-νη ουσ. (θηλ.): ζάλη και προσωρινή μείωση της όρασης: απότομη/ξαφνική ~. Μου ήρθε μια/με πιάνει ~. Πβ. ζαλάδα, ίλιγγος. Βλ. λιποθυμία. [< μεσν. σκοτοδίνη] | |
| 46329 | σκότος | σκό-τος ουσ. (ουδ.) {σκότ-ους | -η} (λόγ.): σκοτάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, άρχοντας του σκότους βλ. άρχοντας [< αρχ. σκότος] | |
| 46330 | σκοτούρα | σκο-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ενοχλητική έγνοια, μπελάς: ~ες της δουλειάς/καθημερινότητας. Πρόσθεσε άλλη μια ~ στο κεφάλι του. Χωρίς ~ες (= ανέμελα). Με τόσες ~ες πού να ησυχάσω (πβ. ζόρια, στενοχώριες). Έχω πολλές/ένα σωρό/χίλιες δυο ~ες. Μακριά από τις ~ες και το άγχος. Πβ. βάσανο, πονοκέφαλος, φροντίδα. Βλ. -ούρα1. ΑΝΤ. ξενοιασιά ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα βλ. φαγούρα [< μεσν. σκοτούρα] | |
| 46331 | σκοτσέζικος | , η, ο βλ. σκωτσέζικος | |
| 46332 | σκότωμα | σκό-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) κούραση, ταλαιπωρία, ξεθέωμα: Είναι (σκέτο) ~ για μένα να έρθω αυθημερόν. Πβ. εξάντληση, εξουθένωση, μαρτύριο. 2. θανάτωση: ~ του θηράματος. Πβ. φόνος. 3. (μτφ.-επιτατ.) σκληρή τιμωρία: Χρειάζονται ~! ● ΣΥΜΠΛ.: σκότωμα του χρόνου/της ώρας (μτφ.-προφ.): άσκοπη, ανούσια απασχόληση, για να περάσει η ώρα. Πβ. χαζολόγημα, χασομέρι. ● ΦΡ.: για σκότωμα (μτφ.-προφ.): για χάσιμο ή ξεπούλημα: Δεν έχω καιρό/χρόνο/ώρα ~ ~.|| Άσε, το αυτοκίνητο πάει ~ ~. Δεν το 'χω ~ ~ το ακίνητο!, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα [< μτγν. σκότωμα 'ζαλάδα, σκοτοδίνη' 2: ~, 14ος αι.] | |
| 46333 | σκοτωμός | σκο-τω-μός ουσ. (αρσ.) 1. φόνος, δολοφονία: ~οί αμάχων. Θρηνούν τον άδικο ~ό του. Ας πάψουν οι ~οί. Χωρίς πολέμους και ~ούς. Πβ. ανθρωποσφαγή, έγκλημα, εκατόμβη, θανάτωση, φονικό. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.-προφ.) συνωστισμός που συνοδεύεται από λογομαχίες και σπρωξίματα· έντονος ανταγωνισμός, τσακωμός, καβγάς: ~ για τα εισιτήρια/μια καλή θέση. Πβ. στρίμωγμα. Βλ. πολυκοσμία.|| (κατ' επέκτ.) ~ για τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Θα γίνει ~! ● ΦΡ.: του σκοτωμού (μτφ.-προφ.): πάρα πολύ γρήγορα: Πηγαίνουν/τρέχουν ~ ~. Γύρισα ~ ~ στο σπίτι. [< μεσν. σκοτωμός] | |
| 46334 | σκοτώνω | σκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ). ● σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer] | |
| 46335 | σκοτώστρα | σκο-τώ-στρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. παλιό και κακοσυντηρημένο όχημα που μπορεί να προκαλέσει ατύχημα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μπορεί να προξενήσει τροχαίο: κινητές ~ες. ~ της δεκαετίας του '70. Μηχανάκια-~ες.|| Γέφυρα/δρόμος-~. Πβ. καρμανιόλα. 2. σκληρός παίκτης, συνήθ. αμυντικός ποδοσφαιριστής, που ενεργεί αντιαθλητικά. 3. μυγοσκοτώστρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ