| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46344 | σκουληκοφαγωμένος | , η, ο σκου-λη-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): φαγωμένος, διαβρωμένος από σκουλήκια: ~ο: ξύλο/πάτωμα. Βλ. σκοροφαγωμένος. [< 17ος αι.] | |
| 46345 | σκουμπρί | σκου-μπρί ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μακρόστενο σώμα (επιστ. ονομασ. Scomber scombrus), πρασινωπή ράχη, σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις, ασημένια κοιλιά και πολύ νόστιμο κρέας. Βλ. κολιός, τσίρος. ΣΥΝ. σκόμβρος [< μεσν. σκουμπρίν] | |
| 46346 | σκούνα | σκού-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. δικάταρτο ιστιοφόρο. Βλ. μπρίκι. [< ιταλ. scuna] | |
| 46347 | σκουντάω | βλ. σκουντώ | |
| 46348 | σκούντημα | σκού-ντη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σπρώξιμο με το σώμα, συνήθ. τον αγκώνα: απαλό/δυνατό/ελαφρό ~. Ένιωσα ένα ~ στον ώμο. Ξύπνησε απότομα από ένα ~. Πβ. σκουντιά, ώθηση. 2. (μτφ.) παρότρυνση, ενθάρρυνση, πίεση: Ήθελε ~, για να κάτσει να δουλέψει. Πβ. τσίγκλισμα. | |
| 46349 | σκουντιά | σκου-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκούντημα: Έφαγε/του έδωσε μια γερή ~. | |
| 46350 | σκουντουφλάω | βλ. σκουντουφλώ | |
| 46351 | σκουντούφλημα | σκου-ντού-φλη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σκουντουφλώ. Πβ. σκόνταμμα. Βλ. παραπάτημα. | |
| 46352 | σκουντούφλης | , α, ικο σκου-ντού-φλης επίθ. (προφ.) 1. κακόκεφος, κατσούφης. Πβ. βλοσυρός, σκυθρωπός. 2. που έχει την τάση να σκουντουφλά. Πβ. αδέξιος. | |
| 46353 | σκουντουφλώ | [σκουντουφλῶ] σκου-ντου-φλώ ρ. (αμτβ.) {σκουντουφλ-άς ..., -ώντας | σκουντούφλ-ησα} & σκουντουφλάω: σκοντάφτω και παραπατώ, συνήθ. λόγω νύστας, μέθης, ζάλης: ~ησα στα σκαλιά. ~ούσαν ο ένας πάνω στον άλλο. | |
| 46354 | σκουντώ | [σκουντῶ] σκου-ντώ ρ. (μτβ.) {σκουντ-άς ..., -ώντας | σκούντ-ησα κ. σκούντ-ηξα} & σκουντάω (προφ.) 1. σπρώχνω απότομα κάποιον με το σώμα μου, συνήθ. με τον αγκώνα: Με ~ησε δυνατά/ελαφρά/κατά λάθος στην πλάτη/στον ώμο. Τον ~ησε, για να ξυπνήσει. 2. (σπάν.-μτφ.) παρακινώ, παροτρύνω, πιέζω: Έπρεπε να τον ~ήσεις, για να ασχοληθεί με την υπόθεση. Πβ. τσιγκλάω. [< 1: μεσν. σκουντρώ < παλαιότ. ιταλ. scuntrare] | |
| 46355 | σκούξιμο | σκού-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ξεφωνητό, ουρλιαχτό: το ~ των γουρουνιών. Πβ. στριγκλιά, τσιρίδα. | |
| 46356 | σκουός | σκου-ός ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που παίζεται σε κλειστό χώρο από δύο ή τέσσερις παίκτες, οι οποίοι πετούν εναλλάξ ένα μπαλάκι πάνω σε τοίχο, χρησιμοποιώντας ρακέτες: γήπεδα/εθνική ομάδα/πρωτάθλημα ~. [< αγγλ. squash] | |
| 46357 | σκούπα | σκού-πα ουσ. (θηλ.) 1. εργαλείο που αποτελείται από βούρτσα με σκληρές τρίχες προσαρμοσμένη στο άκρο κονταριού για τον καθαρισμό κυρ. δαπέδων από σκόνες και σκουπίδια: ξύλινη/πλαστική/ψάθινη ~. ~ και φαράσι. Από πότε έχει να μπει ~ εδώ (: έχεις να σκουπίσεις); Βλ. ταβανό-, τσουγκρανό-σκουπα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μηχανική ~ (: μηχάνημα με κινούμενες βούρτσες, προσαρμοσμένο σε όχημα). 2. (μτφ.) ως παραθετικό σύνθετο με την έννοια της σαρωτικής, καταλυτικής παρέμβασης, συνήθ. επίσημης Αρχής: Νομοσχέδιο-~, που ρυθμίζει εκκρεμή ασφαλιστικά ζητήματα. Ρύθμιση-~ για χρέη. ● Υποκ.: σκουπίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση-σκούπα: εκκαθαριστική ενέργεια των Αρχών με σκοπό τον δραστικό έλεγχο της εφαρμογής συγκεκριμένου νόμου: ~ ~ της Αστυνομίας., ηλεκτρική σκούπα & (προφ.) σκούπα: συσκευή που λειτουργεί με ρεύμα και απορροφά σκόνη, υγρά και στερεά απορρίμματα: επαγγελματική/οικιακή ~ ~. Καθαρίζω τα χαλιά με ~ ~. Βάζω ~ ~. Σακούλα/σωλήνας ~ής ~ας. [< γαλλ. balai électrique, αγγλ. vacuum cleaner/sweeper, 1903] ● ΦΡ.: (τα) σούρνω/σέρνω (σε κάποιον) βλ. σέρνω [< 12ος αι. < λατ. scopa ‘δέσμη από θαμνώδη φυτά ή χόρτα σε μορφή σκούπας’] | |
| 46358 | σκουπάκι | σκου-πά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. μικρή σκούπα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. & ηλεκτρικό σκουπάκι: μικρή ηλεκτρική συσκευή καθαρισμού που απορροφά σκόνες και σκουπίδια: επαναφορτιζόμενο/φορητό ~. ~ κουζίνας/μπαταρίας/πληκτρολογίου/χειρός. | |
| 46359 | σκουπιδαριό | σκου-πι-δα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος γεμάτος σκουπίδια· συνεκδ. τα ίδια τα σκουπίδια: Η πόλη, με την απεργία των οδοκαθαριστών, έγινε ένα απέραντο ~. ΣΥΝ. σκουπιδότοπος.|| Απερίγραπτο/διαφημιστικό ~. Πήξαμε στο ~. (μτφ.) Τηλεοπτικό ~. Πβ. σκουπιδομάνι. | |
| 46360 | σκουπίδια | σκου-πί-δια ουσ. (ουδ.) {σκουπιδ-ιού | -ιών} 1. {σπανιότ. στον εν.} κάθε άχρηστο, περιττό, ανεπιθύμητο ή βρόμικο υλικό που επιβαρύνει το περιβάλλον: ανακυκλώσιμα/βιοδιασπώμενα/βιομηχανικά/οικιακά/πλαστικά/συσσωρευμένα/χύμα ~ια. Βουνά/σωροί από ~ια. Κάδος/καλάθια/σακούλες ~ιών. Ανακυκλώνουμε τα ~ια μας. Μαζεύουμε τα ~ια σε σακούλες απορριμμάτων. Μην αφήνετε/πετάτε ~ια στο δάσος/στην παραλία. ~ια που μεταφέρονται στις χωματερές. Αποκομιδή/απόρριψη/καύση/(υγειονομική) ταφή ~ιών. Επεξεργασία των ~ιών, ώστε να μη ρυπαίνεται το περιβάλλον.|| (περιληπτ.) Πόλη πνιγμένη στο ~ (: γεμάτη ~ια). Πβ. απόβλητα, απορρίμματα. Βλ. -ίδι, κομποστοποίηση, μπάζα, ΧΥΤΑ. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο ή πράγμα με μηδαμινή αξία: ανθρώπινο ~. Με έκαναν να αισθάνομαι/νιώθω ~. Μου φέρθηκαν σαν να ήμουν ~. Πβ. σκύβαλο.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Εκπομπή-/πληροφόρηση-/ταινία-~. ● Υποκ.: σκουπιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά σκουπίδια 1. απόβλητα ηλεκτρονικού και ηλεκτρικού εξοπλισμού. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. (σπάν.) σπαμ. [< αγγλ. electronic garbage/trash] , τηλεοπτικά σκουπίδια: τηλεσκουπίδια. [< αγγλ. trash television, 1983] ● ΦΡ.: για τα σκουπίδια (μτφ.-μειωτ.): (για κάτι) άχρηστο, τιποτένιο: λύση/σχέδιο/φαγητό ~ ~. Πβ. για (τα) παλιοσίδερα. ΣΥΝ. για πέταμα, κάνω κάποιον σκουπίδι {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): τον ταπεινώνω, προσβάλλω, εξευτελίζω., στα σκουπίδια (προφ.) 1. στο καλάθι, στον κάδο όπου πετιούνται τα σκουπίδια: Εφημερίδες που καταλήγουν/πετιούνται ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι απορρίπτεται ως ασήμαντο ή δεν αξιοποιείται ούτε στο ελάχιστο: Πέταξαν ~ ~ τον σεβασμό στην ανθρώπινη προσωπικότητα.|| Έριξαν ~ ~ τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν. [< σκουπίδι, 16ος αι., γαλλ. ordure, αγγλ. garbage, trash] | |
| 46361 | σκουπιδιάρα | σκου-πι-διά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκουπιδιάρικο: η ~ του δήμου/στρατοπέδου. ΣΥΝ. απορριμματοφόρο | |
| 46362 | σκουπιδιάρης | σκου-πι-διά-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες (λαϊκό) -αίοι | σπάν. θηλ. σκουπιδιάρισσα} (προφ.): υπάλληλος του Δήμου που έχει ως κύρια ευθύνη την αποκομιδή των σκουπιδιών. Πβ. οδοκαθαριστής. Βλ. -ιάρης. | |
| 46363 | σκουπιδιάρικο | σκου-πι-διά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): απορριμματοφόρο. ΣΥΝ. σκουπιδιάρα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ