| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46336 | σκούζω | σκού-ζω ρ. (αμτβ.) {έσκου-ξα} (προφ.): ξεφωνίζω, ουρλιάζω: ~ από τον πόνο/στο κλάμα. ~ξε δυνατά. Τι έπαθες και ~εις; Πβ. στριγκλίζω, τσιρίζω. [< σκούζω, 17ος αι. < αρχ. σκύζομαι ‘είμαι θυμωμένος ή εξοργισμένος’] | |
| 46337 | σκουλαρίκι | σκου-λα-ρί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κόσμημα κυρ. του αυτιού: ασημένια/διαμαντένια/καρφωτά/κρεμαστά/χρυσά ~ια. Ένα ζευγάρι ~ια με κλιπ. ~ στον αφαλό/στη μύτη. Βλ. πίρσινγκ. ΣΥΝ. ενώτιο (1) ● Υποκ.: σκουλαρικάκι (το) [< μεσν. σκουλαρίκι(ον) < σχολαρίκιον < μτγν. σχολάριος ‘αυτοκρατορικός φρουρός’ < μτγν. λατ. scholaris ‘σχολικός’] | |
| 46338 | σκουλαρικιά | σκου-λα-ρι-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΒΟΤ. φούξια. | |
| 46339 | σκουληκαντέρα | σκου-λη-κα-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μεγάλο σκουλήκι που ζει σε υγρά χώματα. Πβ. γεωσκώληκας. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο αισχρό και τιποτένιο: βρομερή/σιχαμερή ~. (υβριστ.) Α, να χαθείς ~! Πβ. σκουλήκι. | |
| 46340 | σκουλήκι | σκου-λή-κι ουσ. (ουδ.) {σκουληκ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. μικρό ασπόνδυλο ζώο με μακρύ κυλινδρικό σώμα, χωρίς σκελετό και άκρα, που έρπει: άσπρο/γλοιώδες/νηματώδες/πράσινο ~. ~ του καλαμποκιού/των κερασιών/της λάσπης/του ξύλου (: σαράκι)/των σταφυλιών (: κάμπια, προνύμφη). Παρασιτικά ~ια. ~ για δόλωμα. (Οι πατάτες) έχουν πιάσει ~ια (: έχουν χαλάσει). Τον έχουν φάει τα ~ια (: για κάποιον που ζει σε συνθήκες βρομιάς και ακαταστασίας). Πβ. σκώληκας. Βλ. ταινία. 2. (μτφ.-μειωτ.) τιποτένιος, σιχαμερός άνθρωπος: βδελυρό/βρομερό/διπρόσωπο/ελεεινό ~. (υβριστ.) Φύγε, ~! Πβ. ανθρωπάριο, σκουληκαντέρα, υποκείμενο. 3. (μτφ.) σκέψη, ιδέα, συναίσθημα που βασανίζει και φθείρει τον άνθρωπο: το ~ της διχόνοιας (πβ. δηλητήριο)/πολιτικής (πβ. μικρόβιο). Τον έφαγε το ~ της ζήλιας. ΣΥΝ. σαράκι (2) 4. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που αναπαράγεται σε πολλά αντίτυπα μέσα σε δίκτυο· κατ' επέκτ. ιός: διαδικτυακό ~. ~ που μολύνει υπολογιστές. ● Υποκ.: σκουληκάκι (το) ● Μεγεθ.: σκούληκας (ο) [< μεσν. σκουλήκι < αρχ. σκωλήκιον < σκώληξ 4: αμερικ. worm, 1975 – σπανιότ. απλοποιημένη ορθογρ. σκουλίκι] | |
| 46341 | σκουληκιάζω | σκου-λη-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σκουλήκια-σε, -σμένος, κυρ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): (κυρ. για τρόφιμα) γεμίζω σκουλήκια, σαπίζω: ~σμένα: κρέατα/φρούτα (πβ. σάπια).|| (για πρόσ.) Καθάριζε και λίγο, θα ~σεις από τη βρόμα! [< μεσν. σκωληκιάζω, σκουληκιάζω, 17ος αι.] | |
| 46342 | σκουληκομυρμηγκότρυπα | σκου-λη-κο-μυρ-μη-γκό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα (προφ.): για να δηλωθεί δυσκολία στην προφορά λέξης. | |
| 46343 | σκουληκότρυπα | σκου-λη-κό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. υποθετικό χωροχρονικό τούνελ που συντομεύει την απόσταση ανάμεσα σε δύο απομακρυσμένα σημεία του Σύμπαντος. Βλ. μαύρη τρύπα. [< αγγλ. wormhole, 1957] | |
| 46344 | σκουληκοφαγωμένος | , η, ο σκου-λη-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): φαγωμένος, διαβρωμένος από σκουλήκια: ~ο: ξύλο/πάτωμα. Βλ. σκοροφαγωμένος. [< 17ος αι.] | |
| 46345 | σκουμπρί | σκου-μπρί ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μακρόστενο σώμα (επιστ. ονομασ. Scomber scombrus), πρασινωπή ράχη, σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις, ασημένια κοιλιά και πολύ νόστιμο κρέας. Βλ. κολιός, τσίρος. ΣΥΝ. σκόμβρος [< μεσν. σκουμπρίν] | |
| 46346 | σκούνα | σκού-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. δικάταρτο ιστιοφόρο. Βλ. μπρίκι. [< ιταλ. scuna] | |
| 46347 | σκουντάω | βλ. σκουντώ | |
| 46348 | σκούντημα | σκού-ντη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σπρώξιμο με το σώμα, συνήθ. τον αγκώνα: απαλό/δυνατό/ελαφρό ~. Ένιωσα ένα ~ στον ώμο. Ξύπνησε απότομα από ένα ~. Πβ. σκουντιά, ώθηση. 2. (μτφ.) παρότρυνση, ενθάρρυνση, πίεση: Ήθελε ~, για να κάτσει να δουλέψει. Πβ. τσίγκλισμα. | |
| 46349 | σκουντιά | σκου-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκούντημα: Έφαγε/του έδωσε μια γερή ~. | |
| 46350 | σκουντουφλάω | βλ. σκουντουφλώ | |
| 46351 | σκουντούφλημα | σκου-ντού-φλη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σκουντουφλώ. Πβ. σκόνταμμα. Βλ. παραπάτημα. | |
| 46352 | σκουντούφλης | , α, ικο σκου-ντού-φλης επίθ. (προφ.) 1. κακόκεφος, κατσούφης. Πβ. βλοσυρός, σκυθρωπός. 2. που έχει την τάση να σκουντουφλά. Πβ. αδέξιος. | |
| 46353 | σκουντουφλώ | [σκουντουφλῶ] σκου-ντου-φλώ ρ. (αμτβ.) {σκουντουφλ-άς ..., -ώντας | σκουντούφλ-ησα} & σκουντουφλάω: σκοντάφτω και παραπατώ, συνήθ. λόγω νύστας, μέθης, ζάλης: ~ησα στα σκαλιά. ~ούσαν ο ένας πάνω στον άλλο. | |
| 46354 | σκουντώ | [σκουντῶ] σκου-ντώ ρ. (μτβ.) {σκουντ-άς ..., -ώντας | σκούντ-ησα κ. σκούντ-ηξα} & σκουντάω (προφ.) 1. σπρώχνω απότομα κάποιον με το σώμα μου, συνήθ. με τον αγκώνα: Με ~ησε δυνατά/ελαφρά/κατά λάθος στην πλάτη/στον ώμο. Τον ~ησε, για να ξυπνήσει. 2. (σπάν.-μτφ.) παρακινώ, παροτρύνω, πιέζω: Έπρεπε να τον ~ήσεις, για να ασχοληθεί με την υπόθεση. Πβ. τσιγκλάω. [< 1: μεσν. σκουντρώ < παλαιότ. ιταλ. scuntrare] | |
| 46355 | σκούξιμο | σκού-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ξεφωνητό, ουρλιαχτό: το ~ των γουρουνιών. Πβ. στριγκλιά, τσιρίδα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ