| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46364 | σκουπιδομάνι | σκου-πι-δο-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλήθος σκουπιδιών: μπόχα και ~. Πβ. σκουπιδαριό. Βλ. -μάνι. | |
| 46365 | σκουπιδοτενεκές | σκου-πι-δο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & σκουπιδοντενεκές: δοχείο σκουπιδιών: μεταλλικός/πλαστικός ~. Ρίχνω/πετάω τις φλούδες στον ~έ. Άδειασε το μπολ στον ~έ της κουζίνας. Πβ. καλάθι των αχρήστων/απορριμμάτων, τενεκές. Βλ. κάδος ανακύκλωσης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Ο ~ της ιστορίας (πβ. χρονοντούλαπο). | |
| 46366 | σκουπιδότοπος | σκου-πι-δό-το-πος ουσ. (αρσ.): τόπος που έχει γεμίσει σκουπίδια: απέραντος/παράνομος ~. Πβ. σκουπιδαριό, χωματερή. Βλ. -τοπος. | |
| 46367 | σκουπιδοτροφή | σκου-πι-δο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): τροφή με υψηλή θερμιδική, αλλά χαμηλή διατροφική αξία: οι ~ές των φαστφουντάδικων. Πβ. τζανκ φουντ. Βλ. γαριδάκια, πατατάκια, -τροφή. ΑΝΤ. υπερτροφή | |
| 46368 | σκουπιδοφάγος | σκου-πι-δο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που εγκαθίσταται κυρ. στην κουζίνα και αλέθει τα υπολείμματα των τροφών, οδηγώντας τα στην αποχέτευση. Βλ. -φάγος. [< αγγλ. waste disposer, 1962] | |
| 46369 | σκουπίζω | σκου-πί-ζω ρ. (μτβ.) {σκούπι-σα, σκουπί-στηκα, -σμένος, σκουπίζ-οντας} 1. καθαρίζω δάπεδο, επιφάνεια, χώρο από σκόνη και βρομιές: ~ την αυλή/την κουζίνα/το πάτωµα/τη σκάλα. ~ τον καθρέφτη/την οθόνη με πανί. ~ το χαλί με την ηλεκτρική σκούπα. Ξεσκόνισα, ~σα και σφουγγάρισα το σπίτι. Μηχανήματα που ~ουν τον δρόμο.|| (προφ.) ~σε τα πόδια σου (: ενν. τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου). 2. στεγνώνω κάτι βρεγμένο ή υγρό, κυρ. με απορροφητικό ύφασμα ή χαρτί: Έπλυνε και ~σε τα πιάτα. ~σε τα μαλλιά/χείλη/χέρια της με την/στην πετσέτα. ~σα τα δάκρυα/τον ιδρώτα/τα μάτια/τη μύτη μου. Πλύθηκα και ~στηκα. Ίδρωσες, σκουπίσου. Πβ. σφουγγίζω. 3. (μτφ.-στην αθλητική αργκό) συντρίβω, κατατροπώνω: ~σε τον αντίπαλό του με 3-0 σετ. Πβ. θριαμβεύω, σαρώνω, σκίζω. ● ΦΡ.: σκουπίζει τον πάγκο (μτφ.-στην αθλητική αργκό): για αναπληρωματικό παίκτη που κάθεται πολύ συχνά ή συνεχώς στον πάγκο. , ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε βλ. ψεκάζω [< 16ος αι.] | |
| 46370 | σκούπισμα | σκού-πι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκουπίζω: ~ δαπέδων/χαλιών. ~ με ηλεκτρική σκούπα. Το σπίτι ήθελε ~ και σφουγγάρισμα.|| ~ πιάτων/χεριών. Χαρτί για ~. Πβ. στέγνωμα. | |
| 46371 | σκουπόξυλο | σκου-πό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): το μακρόστενο κυλινδρικό ξύλο της σκούπας. ● ΦΡ.: κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο & με τα σκουπόξυλα (μτφ.-προφ.): του φέρομαι απότομα, επιθετικά. Πβ. αποπαίρνω, προγκάω. [πβ. σκουπιδόραβδον, 12ος αι.] | |
| 46372 | σκουραίνω | σκου-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκούρυ-νε, σκουρύ-νει}: κάνω κάτι πιο σκουρόχρωμο ή γίνομαι πιο σκούρος: ~νε τα μαλλιά της.|| Φακοί (γυαλιών) που ~ουν ανάλογα με το φως του ήλιου. ΑΝΤ. ξανοίγω (1) ● σκουραίνει (μτφ.): χειροτερεύει, δυσκολεύει: ~ η κατάσταση (= επιδεινώνεται). ~ουν τα πράγματα. | |
| 46373 | σκουρέτο | σκου-ρέ-το ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. πολύ λεπτή σανίδα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή παραθύρων, πατωμάτων, οροφών, επίπλων. [< ιταλ. scuretto] | |
| 46374 | σκουριά | σκου-ριά ουσ. (θηλ.) 1. & (λόγ.) σκωρία: οξείδιο που διαβρώνει την επιφάνεια των μετάλλων, κυρ. του σιδήρου, και δημιουργείται με την επίδραση του νερού και του αέρα: προστασία από τη ~. Αλουμίνιο ανθεκτικό στη ~. Εργαλείο/υλικό που αφαιρεί/εξουδετερώνει τη ~. Τα κάγκελα έχουν βγάλει ~ (= έχουν οξειδωθεί).|| (μτφ.-προφ.) Θα πιάσεις ~ από το καθισιό (= θα σκουριάσεις). 2. ΓΕΩΠ. σκωρίαση. [< 16ος αι. < αρχ. σκωρία] | |
| 46375 | σκουριάζει | σκου-ριά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκούρια-σε, -σμένος}: (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) οξειδώνεται· (για υλικό ή άλλο παράγοντα) προκαλεί σκουριά: Ανοξείδωτο ατσάλι, που δεν ~. Τα κάγκελα έχουν περαστεί με μίνιο, για να μη ~σουν. Η πόρτα έχει ~σει (= πιάσει σκουριά).|| Καθαριστικό που δεν ~ (= οξειδώνει) τα μέταλλα. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (1) ● σκουριάζω (μτφ.-προφ.): παραμένω αδρανής με αποτέλεσμα να χάσω τη σωματική μου κυρ. ευελιξία ή την απόδοσή μου: Θα πάω καμιά βόλτα, γιατί ~σα. Παίκτης που ~σε στον πάγκο. Έχω ~σει μπροστά σε μια οθόνη. Πβ. αγκυλώνομαι, αραχν-, λαπαδ-, μουχλ-ιάζω, πιάνομαι, σαπίζω. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (2) [< σκουριάζω, 14ος αι. < μτγν. σκωριάζω ‘γίνομαι σκουριά’] | |
| 46376 | σκούριασμα | σκού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουριάζω: επιφανειακό ~ του σιδήρου. Προϊόν που αποτρέπει το ~ (= αντισκωριακό). Πβ. οξείδωση.|| (μτφ.-προφ.) ~ στον πάγκο (: για αναπληρωματικό παίκτη). ΑΝΤ. ξεσκούριασμα | |
| 46377 | σκουριασμένος | , η, ο σκου-ρια-σμέ-νος επίθ. 1. (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) που έχει υποστεί οξείδωση: ~η: αλυσίδα/βίδα. ~ο: καρφί/λουκέτο. ~α: κάγκελα/σίδερα. 2. (μτφ.) πεπαλαιωμένος, ξεπερασμένος: ~η: νοοτροπία. ~ο: μυαλό/σύστημα. ~οι: μηχανισμοί. ~ες: ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, μουχλιασμένος, συντηρητικός. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) 3. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) λιγότερο ευέλικτος λόγω μακροχρόνιας απραξίας: Νιώθω ~. Οι παίκτες ήταν λίγο ~οι, τόσο καιρό χωρίς επίσημο ματς. | |
| 46378 | σκούρος | , α, ο [σκοῦρος] σκού-ρος επίθ.: που έχει σκοτεινό χρώμα: ~ος: ουρανός. ~α: άμμος/απόχρωση/κηλίδα/σοκολάτα. ~ο: δέρμα. ~οι: τόνοι/φακοί. ~α: γυαλιά/μαλλιά/μάτια/υφάσματα. ~ο: καφέ (= βεγκέ)/μπλε/πράσινο. Πλένετε τα ~α (ενν. ρούχα) χωριστά. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-, σκουρό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτός (7), ανοιχτόχρωμος ● ΦΡ.: σκούρα/ζόρικα τα πράγματα (μτφ.-προφ.): η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη: ~ ~ για τους ... ΣΥΝ. δύσκολοι καιροί για ..., ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω [< μεσν. σκούρος < ιταλ. oscuro] | |
| 46379 | σκουρόχρωμος | , η, ο σκου-ρό-χρω-μος επίθ.: που έχει σκούρο χρώμα ή σκούρα απόχρωση: ~ο: δέρμα. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος | |
| 46380 | σκουτάρι | σκου-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ασπίδα. [< μεσν. σκουτάριν] | |
| 46381 | σκουτέλα | σκου-τέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): γαβάθα, πιατέλα. [< 16ος αι. < λατ. scutella] | |
| 46382 | σκουτέλι | σκου-τέ-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό βαθύ πιάτο: πήλινο ~. Τα ~ια (= πιατικά). [< μτγν. σκουτέλλιον, μεσν. σκουτέλι(ν)] | |
| 46383 | σκούτερ | [σκοῦτερ] σκού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανάκι χαμηλού κυβισμού με μικρές ρόδες και πλατφόρμα για να στηρίζει ο οδηγός τα πόδια του: υβριδικό ~. Βλ. βέσπα, μοτοσικλέτα, παπάκι.|| (κατ' επέκτ., οτιδήποτε μοιάζει με αυτό:) Ηλεκτρικό ~. Θαλάσσιο ~ (πβ. τζετ σκι). ~ χιονιού. ● Υποκ.: σκουτεράκι (το) [< αγγλ. motor-scooter, 1919, γαλλ. scooter, 1919] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ