| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37373 | Σκουξιμο | [οὐρλιαχτό] ουρ-λια-χτό ουσ. (ουδ.) & (λογοτ.) ούρλιασμα: κραυγή, συνήθ. οξεία και μακρόσυρτη· έντονος, συριστικός ήχος ή βουή: ανατριχιαστικό/απόκοσμο/σπαρακτικό/φριχτό ~. Έβγαλε ένα ~ απόγνωσης/πανικού/πόνου/χαράς. Πβ. ξεφωνητό, σκούξιμο, στριγκλιά, τσίριγμα.|| (για ζώο) Το άγριο ~ του τσακαλιού.|| (μτφ.-επιτατ.) (για φυσικό φαινόμενο) ~ του αέρα (βλ. σφύριγμα). ~ των λάστιχων/φρένων (του αυτοκινήτου). [< πβ. μεσν. ούριασμα] | |
| 46356 | σκουός | σκου-ός ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που παίζεται σε κλειστό χώρο από δύο ή τέσσερις παίκτες, οι οποίοι πετούν εναλλάξ ένα μπαλάκι πάνω σε τοίχο, χρησιμοποιώντας ρακέτες: γήπεδα/εθνική ομάδα/πρωτάθλημα ~. [< αγγλ. squash] | |
| 46357 | σκούπα | σκού-πα ουσ. (θηλ.) 1. εργαλείο που αποτελείται από βούρτσα με σκληρές τρίχες προσαρμοσμένη στο άκρο κονταριού για τον καθαρισμό κυρ. δαπέδων από σκόνες και σκουπίδια: ξύλινη/πλαστική/ψάθινη ~. ~ και φαράσι. Από πότε έχει να μπει ~ εδώ (: έχεις να σκουπίσεις); Βλ. ταβανό-, τσουγκρανό-σκουπα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μηχανική ~ (: μηχάνημα με κινούμενες βούρτσες, προσαρμοσμένο σε όχημα). 2. (μτφ.) ως παραθετικό σύνθετο με την έννοια της σαρωτικής, καταλυτικής παρέμβασης, συνήθ. επίσημης Αρχής: Νομοσχέδιο-~, που ρυθμίζει εκκρεμή ασφαλιστικά ζητήματα. Ρύθμιση-~ για χρέη. ● Υποκ.: σκουπίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: επιχείρηση-σκούπα: εκκαθαριστική ενέργεια των Αρχών με σκοπό τον δραστικό έλεγχο της εφαρμογής συγκεκριμένου νόμου: ~ ~ της Αστυνομίας., ηλεκτρική σκούπα & (προφ.) σκούπα: συσκευή που λειτουργεί με ρεύμα και απορροφά σκόνη, υγρά και στερεά απορρίμματα: επαγγελματική/οικιακή ~ ~. Καθαρίζω τα χαλιά με ~ ~. Βάζω ~ ~. Σακούλα/σωλήνας ~ής ~ας. [< γαλλ. balai électrique, αγγλ. vacuum cleaner/sweeper, 1903] ● ΦΡ.: (τα) σούρνω/σέρνω (σε κάποιον) βλ. σέρνω [< 12ος αι. < λατ. scopa ‘δέσμη από θαμνώδη φυτά ή χόρτα σε μορφή σκούπας’] | |
| 46358 | σκουπάκι | σκου-πά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. μικρή σκούπα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. & ηλεκτρικό σκουπάκι: μικρή ηλεκτρική συσκευή καθαρισμού που απορροφά σκόνες και σκουπίδια: επαναφορτιζόμενο/φορητό ~. ~ κουζίνας/μπαταρίας/πληκτρολογίου/χειρός. | |
| 46359 | σκουπιδαριό | σκου-πι-δα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος γεμάτος σκουπίδια· συνεκδ. τα ίδια τα σκουπίδια: Η πόλη, με την απεργία των οδοκαθαριστών, έγινε ένα απέραντο ~. ΣΥΝ. σκουπιδότοπος.|| Απερίγραπτο/διαφημιστικό ~. Πήξαμε στο ~. (μτφ.) Τηλεοπτικό ~. Πβ. σκουπιδομάνι. | |
| 46360 | σκουπίδια | σκου-πί-δια ουσ. (ουδ.) {σκουπιδ-ιού | -ιών} 1. {σπανιότ. στον εν.} κάθε άχρηστο, περιττό, ανεπιθύμητο ή βρόμικο υλικό που επιβαρύνει το περιβάλλον: ανακυκλώσιμα/βιοδιασπώμενα/βιομηχανικά/οικιακά/πλαστικά/συσσωρευμένα/χύμα ~ια. Βουνά/σωροί από ~ια. Κάδος/καλάθια/σακούλες ~ιών. Ανακυκλώνουμε τα ~ια μας. Μαζεύουμε τα ~ια σε σακούλες απορριμμάτων. Μην αφήνετε/πετάτε ~ια στο δάσος/στην παραλία. ~ια που μεταφέρονται στις χωματερές. Αποκομιδή/απόρριψη/καύση/(υγειονομική) ταφή ~ιών. Επεξεργασία των ~ιών, ώστε να μη ρυπαίνεται το περιβάλλον.|| (περιληπτ.) Πόλη πνιγμένη στο ~ (: γεμάτη ~ια). Πβ. απόβλητα, απορρίμματα. Βλ. -ίδι, κομποστοποίηση, μπάζα, ΧΥΤΑ. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο ή πράγμα με μηδαμινή αξία: ανθρώπινο ~. Με έκαναν να αισθάνομαι/νιώθω ~. Μου φέρθηκαν σαν να ήμουν ~. Πβ. σκύβαλο.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Εκπομπή-/πληροφόρηση-/ταινία-~. ● Υποκ.: σκουπιδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά σκουπίδια 1. απόβλητα ηλεκτρονικού και ηλεκτρικού εξοπλισμού. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. (σπάν.) σπαμ. [< αγγλ. electronic garbage/trash] , τηλεοπτικά σκουπίδια: τηλεσκουπίδια. [< αγγλ. trash television, 1983] ● ΦΡ.: για τα σκουπίδια (μτφ.-μειωτ.): (για κάτι) άχρηστο, τιποτένιο: λύση/σχέδιο/φαγητό ~ ~. Πβ. για (τα) παλιοσίδερα. ΣΥΝ. για πέταμα, κάνω κάποιον σκουπίδι {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): τον ταπεινώνω, προσβάλλω, εξευτελίζω., στα σκουπίδια (προφ.) 1. στο καλάθι, στον κάδο όπου πετιούνται τα σκουπίδια: Εφημερίδες που καταλήγουν/πετιούνται ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι απορρίπτεται ως ασήμαντο ή δεν αξιοποιείται ούτε στο ελάχιστο: Πέταξαν ~ ~ τον σεβασμό στην ανθρώπινη προσωπικότητα.|| Έριξαν ~ ~ τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν. [< σκουπίδι, 16ος αι., γαλλ. ordure, αγγλ. garbage, trash] | |
| 46361 | σκουπιδιάρα | σκου-πι-διά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σκουπιδιάρικο: η ~ του δήμου/στρατοπέδου. ΣΥΝ. απορριμματοφόρο | |
| 46362 | σκουπιδιάρης | σκου-πι-διά-ρης ουσ. (αρσ.) {-ηδες (λαϊκό) -αίοι | σπάν. θηλ. σκουπιδιάρισσα} (προφ.): υπάλληλος του Δήμου που έχει ως κύρια ευθύνη την αποκομιδή των σκουπιδιών. Πβ. οδοκαθαριστής. Βλ. -ιάρης. | |
| 46363 | σκουπιδιάρικο | σκου-πι-διά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): απορριμματοφόρο. ΣΥΝ. σκουπιδιάρα | |
| 46364 | σκουπιδομάνι | σκου-πι-δο-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλήθος σκουπιδιών: μπόχα και ~. Πβ. σκουπιδαριό. Βλ. -μάνι. | |
| 46365 | σκουπιδοτενεκές | σκου-πι-δο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & σκουπιδοντενεκές: δοχείο σκουπιδιών: μεταλλικός/πλαστικός ~. Ρίχνω/πετάω τις φλούδες στον ~έ. Άδειασε το μπολ στον ~έ της κουζίνας. Πβ. καλάθι των αχρήστων/απορριμμάτων, τενεκές. Βλ. κάδος ανακύκλωσης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Ο ~ της ιστορίας (πβ. χρονοντούλαπο). | |
| 46366 | σκουπιδότοπος | σκου-πι-δό-το-πος ουσ. (αρσ.): τόπος που έχει γεμίσει σκουπίδια: απέραντος/παράνομος ~. Πβ. σκουπιδαριό, χωματερή. Βλ. -τοπος. | |
| 46367 | σκουπιδοτροφή | σκου-πι-δο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): τροφή με υψηλή θερμιδική, αλλά χαμηλή διατροφική αξία: οι ~ές των φαστφουντάδικων. Πβ. τζανκ φουντ. Βλ. γαριδάκια, πατατάκια, -τροφή. ΑΝΤ. υπερτροφή | |
| 46368 | σκουπιδοφάγος | σκου-πι-δο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που εγκαθίσταται κυρ. στην κουζίνα και αλέθει τα υπολείμματα των τροφών, οδηγώντας τα στην αποχέτευση. Βλ. -φάγος. [< αγγλ. waste disposer, 1962] | |
| 46369 | σκουπίζω | σκου-πί-ζω ρ. (μτβ.) {σκούπι-σα, σκουπί-στηκα, -σμένος, σκουπίζ-οντας} 1. καθαρίζω δάπεδο, επιφάνεια, χώρο από σκόνη και βρομιές: ~ την αυλή/την κουζίνα/το πάτωµα/τη σκάλα. ~ τον καθρέφτη/την οθόνη με πανί. ~ το χαλί με την ηλεκτρική σκούπα. Ξεσκόνισα, ~σα και σφουγγάρισα το σπίτι. Μηχανήματα που ~ουν τον δρόμο.|| (προφ.) ~σε τα πόδια σου (: ενν. τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου). 2. στεγνώνω κάτι βρεγμένο ή υγρό, κυρ. με απορροφητικό ύφασμα ή χαρτί: Έπλυνε και ~σε τα πιάτα. ~σε τα μαλλιά/χείλη/χέρια της με την/στην πετσέτα. ~σα τα δάκρυα/τον ιδρώτα/τα μάτια/τη μύτη μου. Πλύθηκα και ~στηκα. Ίδρωσες, σκουπίσου. Πβ. σφουγγίζω. 3. (μτφ.-στην αθλητική αργκό) συντρίβω, κατατροπώνω: ~σε τον αντίπαλό του με 3-0 σετ. Πβ. θριαμβεύω, σαρώνω, σκίζω. ● ΦΡ.: σκουπίζει τον πάγκο (μτφ.-στην αθλητική αργκό): για αναπληρωματικό παίκτη που κάθεται πολύ συχνά ή συνεχώς στον πάγκο. , ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε βλ. ψεκάζω [< 16ος αι.] | |
| 46370 | σκούπισμα | σκού-πι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκουπίζω: ~ δαπέδων/χαλιών. ~ με ηλεκτρική σκούπα. Το σπίτι ήθελε ~ και σφουγγάρισμα.|| ~ πιάτων/χεριών. Χαρτί για ~. Πβ. στέγνωμα. | |
| 46371 | σκουπόξυλο | σκου-πό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): το μακρόστενο κυλινδρικό ξύλο της σκούπας. ● ΦΡ.: κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο & με τα σκουπόξυλα (μτφ.-προφ.): του φέρομαι απότομα, επιθετικά. Πβ. αποπαίρνω, προγκάω. [πβ. σκουπιδόραβδον, 12ος αι.] | |
| 46372 | σκουραίνω | σκου-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκούρυ-νε, σκουρύ-νει}: κάνω κάτι πιο σκουρόχρωμο ή γίνομαι πιο σκούρος: ~νε τα μαλλιά της.|| Φακοί (γυαλιών) που ~ουν ανάλογα με το φως του ήλιου. ΑΝΤ. ξανοίγω (1) ● σκουραίνει (μτφ.): χειροτερεύει, δυσκολεύει: ~ η κατάσταση (= επιδεινώνεται). ~ουν τα πράγματα. | |
| 46373 | σκουρέτο | σκου-ρέ-το ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. πολύ λεπτή σανίδα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή παραθύρων, πατωμάτων, οροφών, επίπλων. [< ιταλ. scuretto] | |
| 46374 | σκουριά | σκου-ριά ουσ. (θηλ.) 1. & (λόγ.) σκωρία: οξείδιο που διαβρώνει την επιφάνεια των μετάλλων, κυρ. του σιδήρου, και δημιουργείται με την επίδραση του νερού και του αέρα: προστασία από τη ~. Αλουμίνιο ανθεκτικό στη ~. Εργαλείο/υλικό που αφαιρεί/εξουδετερώνει τη ~. Τα κάγκελα έχουν βγάλει ~ (= έχουν οξειδωθεί).|| (μτφ.-προφ.) Θα πιάσεις ~ από το καθισιό (= θα σκουριάσεις). 2. ΓΕΩΠ. σκωρίαση. [< 16ος αι. < αρχ. σκωρία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ