Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46900-46920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46364σκουπιδομάνισκου-πι-δο-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλήθος σκουπιδιών: μπόχα και ~. Πβ. σκουπιδαριό. Βλ. -μάνι.
46365σκουπιδοτενεκέςσκου-πι-δο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & σκουπιδοντενεκές: δοχείο σκουπιδιών: μεταλλικός/πλαστικός ~. Ρίχνω/πετάω τις φλούδες στον ~έ. Άδειασε το μπολ στον ~έ της κουζίνας. Πβ. καλάθι των αχρήστων/απορριμμάτων, τενεκές. Βλ. κάδος ανακύκλωσης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Ο ~ της ιστορίας (πβ. χρονοντούλαπο).
46366σκουπιδότοποςσκου-πι-δό-το-πος ουσ. (αρσ.): τόπος που έχει γεμίσει σκουπίδια: απέραντος/παράνομος ~. Πβ. σκουπιδαριό, χωματερή. Βλ. -τοπος.
46367σκουπιδοτροφήσκου-πι-δο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): τροφή με υψηλή θερμιδική, αλλά χαμηλή διατροφική αξία: οι ~ές των φαστφουντάδικων. Πβ. τζανκ φουντ. Βλ. γαριδάκια, πατατάκια, -τροφή. ΑΝΤ. υπερτροφή
46368σκουπιδοφάγοςσκου-πι-δο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που εγκαθίσταται κυρ. στην κουζίνα και αλέθει τα υπολείμματα των τροφών, οδηγώντας τα στην αποχέτευση. Βλ. -φάγος. [< αγγλ. waste disposer, 1962]
46369σκουπίζωσκου-πί-ζω ρ. (μτβ.) {σκούπι-σα, σκουπί-στηκα, -σμένος, σκουπίζ-οντας} 1. καθαρίζω δάπεδο, επιφάνεια, χώρο από σκόνη και βρομιές: ~ την αυλή/την κουζίνα/το πάτωµα/τη σκάλα. ~ τον καθρέφτη/την οθόνη με πανί. ~ το χαλί με την ηλεκτρική σκούπα. Ξεσκόνισα, ~σα και σφουγγάρισα το σπίτι. Μηχανήματα που ~ουν τον δρόμο.|| (προφ.) ~σε τα πόδια σου (: ενν. τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου). 2. στεγνώνω κάτι βρεγμένο ή υγρό, κυρ. με απορροφητικό ύφασμα ή χαρτί: Έπλυνε και ~σε τα πιάτα. ~σε τα μαλλιά/χείλη/χέρια της με την/στην πετσέτα. ~σα τα δάκρυα/τον ιδρώτα/τα μάτια/τη μύτη μου. Πλύθηκα και ~στηκα. Ίδρωσες, σκουπίσου. Πβ. σφουγγίζω. 3. (μτφ.-στην αθλητική αργκό) συντρίβω, κατατροπώνω: ~σε τον αντίπαλό του με 3-0 σετ. Πβ. θριαμβεύω, σαρώνω, σκίζω. ● ΦΡ.: σκουπίζει τον πάγκο (μτφ.-στην αθλητική αργκό): για αναπληρωματικό παίκτη που κάθεται πολύ συχνά ή συνεχώς στον πάγκο. , ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε βλ. ψεκάζω [< 16ος αι.]
46370σκούπισμασκού-πι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκουπίζω: ~ δαπέδων/χαλιών. ~ με ηλεκτρική σκούπα. Το σπίτι ήθελε ~ και σφουγγάρισμα.|| ~ πιάτων/χεριών. Χαρτί για ~. Πβ. στέγνωμα.
46371σκουπόξυλοσκου-πό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): το μακρόστενο κυλινδρικό ξύλο της σκούπας. ● ΦΡ.: κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο & με τα σκουπόξυλα (μτφ.-προφ.): του φέρομαι απότομα, επιθετικά. Πβ. αποπαίρνω, προγκάω. [πβ. σκουπιδόραβδον, 12ος αι.]
46372σκουραίνωσκου-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σκούρυ-νε, σκουρύ-νει}: κάνω κάτι πιο σκουρόχρωμο ή γίνομαι πιο σκούρος: ~νε τα μαλλιά της.|| Φακοί (γυαλιών) που ~ουν ανάλογα με το φως του ήλιου. ΑΝΤ. ξανοίγω (1) ● σκουραίνει (μτφ.): χειροτερεύει, δυσκολεύει: ~ η κατάσταση (= επιδεινώνεται). ~ουν τα πράγματα.
46373σκουρέτοσκου-ρέ-το ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. πολύ λεπτή σανίδα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή παραθύρων, πατωμάτων, οροφών, επίπλων. [< ιταλ. scuretto]
46374σκουριάσκου-ριά ουσ. (θηλ.) 1. & (λόγ.) σκωρία: οξείδιο που διαβρώνει την επιφάνεια των μετάλλων, κυρ. του σιδήρου, και δημιουργείται με την επίδραση του νερού και του αέρα: προστασία από τη ~. Αλουμίνιο ανθεκτικό στη ~. Εργαλείο/υλικό που αφαιρεί/εξουδετερώνει τη ~. Τα κάγκελα έχουν βγάλει ~ (= έχουν οξειδωθεί).|| (μτφ.-προφ.) Θα πιάσεις ~ από το καθισιό (= θα σκουριάσεις). 2. ΓΕΩΠ. σκωρίαση. [< 16ος αι. < αρχ. σκωρία]
46375σκουριάζεισκου-ριά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκούρια-σε, -σμένος}: (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) οξειδώνεται· (για υλικό ή άλλο παράγοντα) προκαλεί σκουριά: Ανοξείδωτο ατσάλι, που δεν ~. Τα κάγκελα έχουν περαστεί με μίνιο, για να μη ~σουν. Η πόρτα έχει ~σει (= πιάσει σκουριά).|| Καθαριστικό που δεν ~ (= οξειδώνει) τα μέταλλα. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (1) ● σκουριάζω (μτφ.-προφ.): παραμένω αδρανής με αποτέλεσμα να χάσω τη σωματική μου κυρ. ευελιξία ή την απόδοσή μου: Θα πάω καμιά βόλτα, γιατί ~σα. Παίκτης που ~σε στον πάγκο. Έχω ~σει μπροστά σε μια οθόνη. Πβ. αγκυλώνομαι, αραχν-, λαπαδ-, μουχλ-ιάζω, πιάνομαι, σαπίζω. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (2) [< σκουριάζω, 14ος αι. < μτγν. σκωριάζω ‘γίνομαι σκουριά’]
46376σκούριασμασκού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουριάζω: επιφανειακό ~ του σιδήρου. Προϊόν που αποτρέπει το ~ (= αντισκωριακό). Πβ. οξείδωση.|| (μτφ.-προφ.) ~ στον πάγκο (: για αναπληρωματικό παίκτη). ΑΝΤ. ξεσκούριασμα
46377σκουριασμένος, η, ο σκου-ρια-σμέ-νος επίθ. 1. (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) που έχει υποστεί οξείδωση: ~η: αλυσίδα/βίδα. ~ο: καρφί/λουκέτο. ~α: κάγκελα/σίδερα. 2. (μτφ.) πεπαλαιωμένος, ξεπερασμένος: ~η: νοοτροπία. ~ο: μυαλό/σύστημα. ~οι: μηχανισμοί. ~ες: ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, μουχλιασμένος, συντηρητικός. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) 3. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) λιγότερο ευέλικτος λόγω μακροχρόνιας απραξίας: Νιώθω ~. Οι παίκτες ήταν λίγο ~οι, τόσο καιρό χωρίς επίσημο ματς.
46378σκούρος, α, ο [σκοῦρος] σκού-ρος επίθ.: που έχει σκοτεινό χρώμα: ~ος: ουρανός. ~α: άμμος/απόχρωση/κηλίδα/σοκολάτα. ~ο: δέρμα. ~οι: τόνοι/φακοί. ~α: γυαλιά/μαλλιά/μάτια/υφάσματα. ~ο: καφέ (= βεγκέ)/μπλε/πράσινο. Πλένετε τα ~α (ενν. ρούχα) χωριστά. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-, σκουρό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτός (7), ανοιχτόχρωμος ● ΦΡ.: σκούρα/ζόρικα τα πράγματα (μτφ.-προφ.): η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη: ~ ~ για τους ... ΣΥΝ. δύσκολοι καιροί για ..., ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω [< μεσν. σκούρος < ιταλ. oscuro]
46379σκουρόχρωμος, η, ο σκου-ρό-χρω-μος επίθ.: που έχει σκούρο χρώμα ή σκούρα απόχρωση: ~ο: δέρμα. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος
46380σκουτάρισκου-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ασπίδα. [< μεσν. σκουτάριν]
46381σκουτέλασκου-τέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): γαβάθα, πιατέλα. [< 16ος αι. < λατ. scutella]
46382σκουτέλισκου-τέ-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό βαθύ πιάτο: πήλινο ~. Τα ~ια (= πιατικά). [< μτγν. σκουτέλλιον, μεσν. σκουτέλι(ν)]
46383σκούτερ[σκοῦτερ] σκού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανάκι χαμηλού κυβισμού με μικρές ρόδες και πλατφόρμα για να στηρίζει ο οδηγός τα πόδια του: υβριδικό ~. Βλ. βέσπα, μοτοσικλέτα, παπάκι.|| (κατ' επέκτ., οτιδήποτε μοιάζει με αυτό:) Ηλεκτρικό ~. Θαλάσσιο ~ (πβ. τζετ σκι). ~ χιονιού. ● Υποκ.: σκουτεράκι (το) [< αγγλ. motor-scooter, 1919, γαλλ. scooter, 1919]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.