Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [46920-46940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46375σκουριάζεισκου-ριά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκούρια-σε, -σμένος}: (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) οξειδώνεται· (για υλικό ή άλλο παράγοντα) προκαλεί σκουριά: Ανοξείδωτο ατσάλι, που δεν ~. Τα κάγκελα έχουν περαστεί με μίνιο, για να μη ~σουν. Η πόρτα έχει ~σει (= πιάσει σκουριά).|| Καθαριστικό που δεν ~ (= οξειδώνει) τα μέταλλα. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (1) ● σκουριάζω (μτφ.-προφ.): παραμένω αδρανής με αποτέλεσμα να χάσω τη σωματική μου κυρ. ευελιξία ή την απόδοσή μου: Θα πάω καμιά βόλτα, γιατί ~σα. Παίκτης που ~σε στον πάγκο. Έχω ~σει μπροστά σε μια οθόνη. Πβ. αγκυλώνομαι, αραχν-, λαπαδ-, μουχλ-ιάζω, πιάνομαι, σαπίζω. ΑΝΤ. ξεσκουριάζω (2) [< σκουριάζω, 14ος αι. < μτγν. σκωριάζω ‘γίνομαι σκουριά’]
46376σκούριασμασκού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουριάζω: επιφανειακό ~ του σιδήρου. Προϊόν που αποτρέπει το ~ (= αντισκωριακό). Πβ. οξείδωση.|| (μτφ.-προφ.) ~ στον πάγκο (: για αναπληρωματικό παίκτη). ΑΝΤ. ξεσκούριασμα
46377σκουριασμένος, η, ο σκου-ρια-σμέ-νος επίθ. 1. (για μεταλλικό αντικείμενο ή επιφάνεια) που έχει υποστεί οξείδωση: ~η: αλυσίδα/βίδα. ~ο: καρφί/λουκέτο. ~α: κάγκελα/σίδερα. 2. (μτφ.) πεπαλαιωμένος, ξεπερασμένος: ~η: νοοτροπία. ~ο: μυαλό/σύστημα. ~οι: μηχανισμοί. ~ες: ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, μουχλιασμένος, συντηρητικός. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) 3. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) λιγότερο ευέλικτος λόγω μακροχρόνιας απραξίας: Νιώθω ~. Οι παίκτες ήταν λίγο ~οι, τόσο καιρό χωρίς επίσημο ματς.
46378σκούρος, α, ο [σκοῦρος] σκού-ρος επίθ.: που έχει σκοτεινό χρώμα: ~ος: ουρανός. ~α: άμμος/απόχρωση/κηλίδα/σοκολάτα. ~ο: δέρμα. ~οι: τόνοι/φακοί. ~α: γυαλιά/μαλλιά/μάτια/υφάσματα. ~ο: καφέ (= βεγκέ)/μπλε/πράσινο. Πλένετε τα ~α (ενν. ρούχα) χωριστά. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-, σκουρό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτός (7), ανοιχτόχρωμος ● ΦΡ.: σκούρα/ζόρικα τα πράγματα (μτφ.-προφ.): η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη: ~ ~ για τους ... ΣΥΝ. δύσκολοι καιροί για ..., ζορίζουν/στενεύουν τα πράγματα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω [< μεσν. σκούρος < ιταλ. oscuro]
46379σκουρόχρωμος, η, ο σκου-ρό-χρω-μος επίθ.: που έχει σκούρο χρώμα ή σκούρα απόχρωση: ~ο: δέρμα. Πβ. βαθύ-, σκοτεινό-χρωμος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος
46380σκουτάρισκου-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ασπίδα. [< μεσν. σκουτάριν]
46381σκουτέλασκου-τέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): γαβάθα, πιατέλα. [< 16ος αι. < λατ. scutella]
46382σκουτέλισκου-τέ-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό βαθύ πιάτο: πήλινο ~. Τα ~ια (= πιατικά). [< μτγν. σκουτέλλιον, μεσν. σκουτέλι(ν)]
46383σκούτερ[σκοῦτερ] σκού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανάκι χαμηλού κυβισμού με μικρές ρόδες και πλατφόρμα για να στηρίζει ο οδηγός τα πόδια του: υβριδικό ~. Βλ. βέσπα, μοτοσικλέτα, παπάκι.|| (κατ' επέκτ., οτιδήποτε μοιάζει με αυτό:) Ηλεκτρικό ~. Θαλάσσιο ~ (πβ. τζετ σκι). ~ χιονιού. ● Υποκ.: σκουτεράκι (το) [< αγγλ. motor-scooter, 1919, γαλλ. scooter, 1919]
46384σκουτίσκου-τί ουσ. (ουδ.) {σκουτ-ιού | -ιά} (παλαιότ.-λαϊκό): χοντρό ύφασμα από μαλλί· (συνεκδ. στον πληθ.) τα ρούχα που φτιάχνονται από αυτό. [< 16ος αι. < μτγν. σκυτίον < σκῦτος ‘δέρμα’]
46385σκουφίσκου-φί ουσ. (ουδ.): (μικρός) σκούφος: Φοράει πλεκτό ~.
46386σκούφιασκού-φια ουσ. (θηλ.): σκούφος. ● Υποκ.: σκουφίτσα (η) ● ΦΡ.: από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; (λαϊκό): ποια είναι η καταγωγή ή προέλευσή του: Δεν ξέρω ~ ~., βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με (προφ.): για κάποιον που κατακρίνει τους άλλους για πράξεις που κάνει και ο ίδιος. Πβ. είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα., πετώ τη σκούφια μου (για κάτι) (μτφ.-προφ.): έχω πάντα διάθεση για κάτι: ~ει ~ της για βόλτα/χορό. ~άνε ~ τους για καβγά. Πβ. ψοφώ. [< 14ος αι. < ιταλ. scuffia]
46387σκούφος[σκοῦφος] σκού-φος ουσ. (αρσ.): εφαρμοστό κάλυμμα του κεφαλιού χωρίς γείσο, το οποίο κυρ. προστατεύει από το κρύο ή το νερό: μάλλινος/πλεκτός ~. ~ κολύμβησης/του σκι. Σετ ~, γάντια, κασκόλ.|| ~ του σεφ. Χρυσός ~ (: βραβείο μαγειρικής). ● Υποκ.: σκουφάκι (το)
46388σκραμπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ήπιο απολεπιστικό προϊόν που καθαρίζει βαθιά την επιδερμίδα: ~ προσώπου/σώματος. [< αγγλ. scrub, 1966]
46389σκραμπλουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν με πλακίδια, τα οποία φέρουν γράμματα, να σχηματίσουν λέξεις πάνω σε πίνακα χωρισμένο σε τετραγωνάκια· το αντίστοιχο άθλημα: Παίζω ~.|| Αγώνας/όμιλος/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. σουντόκου, σταυρόλεξο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. scrabble, 1948, γαλλ. ~, 1962, ιταλ. ~, 1984]
46390σκραπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: άχρηστα μέταλλα που ανακυκλώνονται για παραγωγή μετάλλων και κραμάτων: ~ αλουμινίου/σιδήρου (βλ. παλιοσίδερα)/χαλκού. Μονάδα ανακύκλωσης ~. Βλ. σαβούρα. [< αγγλ. scrap]
46391σκράπαςσκρά-πας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αδύνατος μαθητής· γενικότ. άσχετος, ανεπίδεκτος μαθήσεως: Ήταν ~ στα αρχαία/μαθηματικά. Πβ. κουμπούρας.|| Είμαι ~ (= δεν σκαμπάζω) από μουσική (: έχω μαύρα μεσάνυχτα). Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, στουρνάρι, τούβλο. [< αγγλ. scrap]
46392σκρατςουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. στιγμιαίο κρατικό λαχείο (από το 2014) του ΟΠΑΠ, σε διαφορετικές μορφές, το οποίο ξύνοντάς το ο αγοραστής του μαθαίνει αμέσως τα πιθανά κέρδη. 2. (προφ.) αυτοκόλλητο κούμπωμα: κλείσιμο ~. Παπούτσια με ~ αντί για κορδόνια. Πβ. βέλκρο. Βλ. κλιπ. 3. ηχητικά παράσιτα λόγω φθοράς: (παλαιότ., για δίσκο βινυλίου) τα ~ πικάπ.|| (ειδικότ., τεχνική παραμόρφωσης του ήχου που χρησιμοποιούν οι ντιτζέι) Μιξαρίσματα και ~. 4. ΑΘΛ. αγώνισμα της ποδηλασίας πίστας: ~ ανδρών/γυναικών. [< 1: αγγλ. scratch (card), 1982 2: πβ. γαλλ. ~, 1985 3: πβ. γαλλ. ~, 1983 4: αγγλ.- γαλλ. ~]
46393σκρινουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) ενέργεια παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας, ο οποίος μπλοκάρει με το σώμα του αμυνόμενο αντίπαλο, για να ξεμαρκαριστεί ο συμπαίκτης του που έχει τη μπάλα: εξωτερικό/εσωτερικό/κινητό (: εν κινήσει) ~. Κάνει ~ (= σκρινάρει). Σουτάρει μετά από ~. Βλ. ριμπάουντ. [< αμερικ. screen, 1961]
46394σκρινάρωσκρι-νά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΑΘΛ. (για μπασκετμπολίστα) κάνω σκριν: ~ει για να δώσει χώρο στον συμπαίκτη του.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.