| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46384 | σκουτί | σκου-τί ουσ. (ουδ.) {σκουτ-ιού | -ιά} (παλαιότ.-λαϊκό): χοντρό ύφασμα από μαλλί· (συνεκδ. στον πληθ.) τα ρούχα που φτιάχνονται από αυτό. [< 16ος αι. < μτγν. σκυτίον < σκῦτος ‘δέρμα’] | |
| 46385 | σκουφί | σκου-φί ουσ. (ουδ.): (μικρός) σκούφος: Φοράει πλεκτό ~. | |
| 46386 | σκούφια | σκού-φια ουσ. (θηλ.): σκούφος. ● Υποκ.: σκουφίτσα (η) ● ΦΡ.: από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; (λαϊκό): ποια είναι η καταγωγή ή προέλευσή του: Δεν ξέρω ~ ~., βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με (προφ.): για κάποιον που κατακρίνει τους άλλους για πράξεις που κάνει και ο ίδιος. Πβ. είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα., πετώ τη σκούφια μου (για κάτι) (μτφ.-προφ.): έχω πάντα διάθεση για κάτι: ~ει ~ της για βόλτα/χορό. ~άνε ~ τους για καβγά. Πβ. ψοφώ. [< 14ος αι. < ιταλ. scuffia] | |
| 46387 | σκούφος | [σκοῦφος] σκού-φος ουσ. (αρσ.): εφαρμοστό κάλυμμα του κεφαλιού χωρίς γείσο, το οποίο κυρ. προστατεύει από το κρύο ή το νερό: μάλλινος/πλεκτός ~. ~ κολύμβησης/του σκι. Σετ ~, γάντια, κασκόλ.|| ~ του σεφ. Χρυσός ~ (: βραβείο μαγειρικής). ● Υποκ.: σκουφάκι (το) | |
| 46388 | σκραμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ήπιο απολεπιστικό προϊόν που καθαρίζει βαθιά την επιδερμίδα: ~ προσώπου/σώματος. [< αγγλ. scrub, 1966] | |
| 46389 | σκραμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν με πλακίδια, τα οποία φέρουν γράμματα, να σχηματίσουν λέξεις πάνω σε πίνακα χωρισμένο σε τετραγωνάκια· το αντίστοιχο άθλημα: Παίζω ~.|| Αγώνας/όμιλος/πρωτάθλημα/τουρνουά ~. Βλ. σουντόκου, σταυρόλεξο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. scrabble, 1948, γαλλ. ~, 1962, ιταλ. ~, 1984] | |
| 46390 | σκραπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: άχρηστα μέταλλα που ανακυκλώνονται για παραγωγή μετάλλων και κραμάτων: ~ αλουμινίου/σιδήρου (βλ. παλιοσίδερα)/χαλκού. Μονάδα ανακύκλωσης ~. Βλ. σαβούρα. [< αγγλ. scrap] | |
| 46391 | σκράπας | σκρά-πας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αδύνατος μαθητής· γενικότ. άσχετος, ανεπίδεκτος μαθήσεως: Ήταν ~ στα αρχαία/μαθηματικά. Πβ. κουμπούρας.|| Είμαι ~ (= δεν σκαμπάζω) από μουσική (: έχω μαύρα μεσάνυχτα). Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, στουρνάρι, τούβλο. [< αγγλ. scrap] | |
| 46392 | σκρατς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. στιγμιαίο κρατικό λαχείο (από το 2014) του ΟΠΑΠ, σε διαφορετικές μορφές, το οποίο ξύνοντάς το ο αγοραστής του μαθαίνει αμέσως τα πιθανά κέρδη. 2. (προφ.) αυτοκόλλητο κούμπωμα: κλείσιμο ~. Παπούτσια με ~ αντί για κορδόνια. Πβ. βέλκρο. Βλ. κλιπ. 3. ηχητικά παράσιτα λόγω φθοράς: (παλαιότ., για δίσκο βινυλίου) τα ~ πικάπ.|| (ειδικότ., τεχνική παραμόρφωσης του ήχου που χρησιμοποιούν οι ντιτζέι) Μιξαρίσματα και ~. 4. ΑΘΛ. αγώνισμα της ποδηλασίας πίστας: ~ ανδρών/γυναικών. [< 1: αγγλ. scratch (card), 1982 2: πβ. γαλλ. ~, 1985 3: πβ. γαλλ. ~, 1983 4: αγγλ.- γαλλ. ~] | |
| 46393 | σκριν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) ενέργεια παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας, ο οποίος μπλοκάρει με το σώμα του αμυνόμενο αντίπαλο, για να ξεμαρκαριστεί ο συμπαίκτης του που έχει τη μπάλα: εξωτερικό/εσωτερικό/κινητό (: εν κινήσει) ~. Κάνει ~ (= σκρινάρει). Σουτάρει μετά από ~. Βλ. ριμπάουντ. [< αμερικ. screen, 1961] | |
| 46394 | σκρινάρω | σκρι-νά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΑΘΛ. (για μπασκετμπολίστα) κάνω σκριν: ~ει για να δώσει χώρο στον συμπαίκτη του. | |
| 46395 | σκρίνιο | σκρί-νιο ουσ. (ουδ.): ξύλινο έπιπλο με βιτρίνα, ράφια και συρτάρια ή ντουλάπια από κάτω, όπου φυλάσσονται σερβίτσια, ασημικά ή διακοσμητικά αντικείμενα: νησιώτικο/παλιό/σκαλιστό/χειροποίητο ~. [< μτγν. σκρίνιον] | |
| 46396 | σκριπτ | ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} ΚΙΝΗΜ.-ΤΗΛΕΟΡ. 1. βοηθός σκηνοθέτη που φροντίζει για την τήρηση του ημερολογίου γυρισμάτων, την καταγραφή των σκηνών και τη σύνδεση των πλάνων ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς: Δουλεύει ως ~ σε κινηματογραφικό συνεργείο. 2. {ουδ.} σενάριο. [< αγγλ. script (girl), 1931, γαλλ. scripte, 1958] | |
| 46397 | σκρόφα | σκρό-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (υβριστ.) βρόμα, παλιοθήλυκο. Πβ. γύναιο. 2. ΖΩΟΛ. θηλυκό γουρούνι. ΣΥΝ. γουρούνα (4) ● Υποκ.: σκροφίτσα (η) [< μεσν. σκρόφα < ιταλ. scrofa] | |
| 46398 | σκύβαλο | σκύ-βα-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μειωτ.) άνθρωπος ασήμαντος, τιποτένιος ή πράγμα χωρίς αξία. Πβ. κάθαρμα, σκουλήκι, σκουπίδι. 2. (στην Κύπρο) {κυρ. στον πληθ.} σκουπίδια, απορρίμματα. [< 2: μτγν. σκύβαλον] | |
| 46399 | σκυβαλοφόρο | σκυ-βα-λο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): (στην Κύπρο) απορριματοφόρο. | |
| 46400 | σκύβω | σκύ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκυ-ψα, σκυ-μμένος, σκύβ-οντας} & (λογοτ.) σκύφτω 1. κλίνω το κεφάλι ή το σώμα προς τα εμπρός και κάτω: ~ από το παράθυρο/προς το μέρος κάποιου/πάνω από το κάγκελο. ~ψε με δέος και προσκύνησε την εικόνα/και μάζεψε την επιστολή/και του φίλησε το χέρι/και ψιθύρισε κάτι στ' αυτί του. Δεν πρέπει να ~εις (= καμπουριάζεις). Καθόταν ~μμένος (= σκυφτός). Πβ. γέρνω, χαμηλώνω. Βλ. κύπτω. 2. (μτφ.) ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι με ζήλο και αφοσίωση: ~ουν με ενδιαφέρον πάνω από τα προβλήματα των συνανθρώπων τους. ~ψαν με αγάπη/προσοχή (πάνω) στο έργο του. ~μμένος στα βιβλία του (: μελετηρός). Πβ. εγκύπτω. ● ΦΡ.: η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, σκύβω το κεφάλι βλ. κεφάλι [< μεσν. σκύπτω, σκύφτω < αρχ. κύπτω] | |
| 46401 | σκυθικός | , ή, ό σκυ-θι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Σκύθες και τη Σκυθία. [< αρχ. σκυθικός] | |
| 46402 | σκυθρωπιάζω | σκυ-θρω-πιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σκυθρώπια-σε} & (σπάν.) σκυθρωπάζω (απαιτ. λεξιλόγ.): γίνομαι σκυθρωπός: Το πρόσωπό του ~σε. Πβ. σκοτεινιάζω, συνοφρυώνομαι. ΣΥΝ. κατσουφιάζω [< αρχ. σκυθρωπάζω] | |
| 46403 | σκυθρωπός | , ή, ό σκυ-θρω-πός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει θλιμμένη όψη, μελαγχολικός: ~ή: έκφραση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: πρόσωπα. Στεκόταν ~ και αμίλητος. Πβ. κακόκεφος, κατηφής, μουρτζούφλης, συνοφρυωμένος. Βλ. -ωπός. ΣΥΝ. κατσούφης ΑΝΤ. γελαστός ● επίρρ.: σκυθρωπά [< αρχ. σκυθρωπός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ