Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [46940-46960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46395σκρίνιοσκρί-νιο ουσ. (ουδ.): ξύλινο έπιπλο με βιτρίνα, ράφια και συρτάρια ή ντουλάπια από κάτω, όπου φυλάσσονται σερβίτσια, ασημικά ή διακοσμητικά αντικείμενα: νησιώτικο/παλιό/σκαλιστό/χειροποίητο ~. [< μτγν. σκρίνιον]
46396σκριπτουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} ΚΙΝΗΜ.-ΤΗΛΕΟΡ. 1. βοηθός σκηνοθέτη που φροντίζει για την τήρηση του ημερολογίου γυρισμάτων, την καταγραφή των σκηνών και τη σύνδεση των πλάνων ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς: Δουλεύει ως ~ σε κινηματογραφικό συνεργείο. 2. {ουδ.} σενάριο. [< αγγλ. script (girl), 1931, γαλλ. scripte, 1958]
46397σκρόφασκρό-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (υβριστ.) βρόμα, παλιοθήλυκο. Πβ. γύναιο. 2. ΖΩΟΛ. θηλυκό γουρούνι. ΣΥΝ. γουρούνα (4) ● Υποκ.: σκροφίτσα (η) [< μεσν. σκρόφα < ιταλ. scrofa]
46398σκύβαλοσκύ-βα-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μειωτ.) άνθρωπος ασήμαντος, τιποτένιος ή πράγμα χωρίς αξία. Πβ. κάθαρμα, σκουλήκι, σκουπίδι. 2. (στην Κύπρο) {κυρ. στον πληθ.} σκουπίδια, απορρίμματα. [< 2: μτγν. σκύβαλον]
46399σκυβαλοφόροσκυ-βα-λο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): (στην Κύπρο) απορριματοφόρο.
46400σκύβωσκύ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκυ-ψα, σκυ-μμένος, σκύβ-οντας} & (λογοτ.) σκύφτω 1. κλίνω το κεφάλι ή το σώμα προς τα εμπρός και κάτω: ~ από το παράθυρο/προς το μέρος κάποιου/πάνω από το κάγκελο. ~ψε με δέος και προσκύνησε την εικόνα/και μάζεψε την επιστολή/και του φίλησε το χέρι/και ψιθύρισε κάτι στ' αυτί του. Δεν πρέπει να ~εις (= καμπουριάζεις). Καθόταν ~μμένος (= σκυφτός). Πβ. γέρνω, χαμηλώνω. Βλ. κύπτω. 2. (μτφ.) ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι με ζήλο και αφοσίωση: ~ουν με ενδιαφέρον πάνω από τα προβλήματα των συνανθρώπων τους. ~ψαν με αγάπη/προσοχή (πάνω) στο έργο του. ~μμένος στα βιβλία του (: μελετηρός). Πβ. εγκύπτω. ● ΦΡ.: η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, σκύβω το κεφάλι βλ. κεφάλι [< μεσν. σκύπτω, σκύφτω < αρχ. κύπτω]
46401σκυθικός, ή, ό σκυ-θι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Σκύθες και τη Σκυθία. [< αρχ. σκυθικός]
46402σκυθρωπιάζωσκυ-θρω-πιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σκυθρώπια-σε} & (σπάν.) σκυθρωπάζω (απαιτ. λεξιλόγ.): γίνομαι σκυθρωπός: Το πρόσωπό του ~σε. Πβ. σκοτεινιάζω, συνοφρυώνομαι. ΣΥΝ. κατσουφιάζω [< αρχ. σκυθρωπάζω]
46403σκυθρωπός, ή, ό σκυ-θρω-πός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει θλιμμένη όψη, μελαγχολικός: ~ή: έκφραση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: πρόσωπα. Στεκόταν ~ και αμίλητος. Πβ. κακόκεφος, κατηφής, μουρτζούφλης, συνοφρυωμένος. Βλ. -ωπός. ΣΥΝ. κατσούφης ΑΝΤ. γελαστός ● επίρρ.: σκυθρωπά [< αρχ. σκυθρωπός]
46404σκυθρωπότητασκυ-θρω-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκυθρωπού. Πβ. κατήφεια, κατσούφιασμα, συνοφρύωση. Βλ. -ότητα. [< αρχ. σκυθρωπότης]
46405σκύλασκύ-λα ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό σκυλί: στειρωμένη/χαριτωμένη ~. 2. (μτφ.-υβριστ.) κακότροπη γυναίκα: Έγινε ~ (: έξαλλη, έξω φρενών). Πβ. λάμια, μέγαιρα, στρίγκλα. 3. μεταλλικό εργαλείο, συνδυασμός πένσας και κάβουρα, που χρησιμοποιείται κυρ. από υδραυλικούς και τεχνίτες συνεργείων. Βλ. κατσαβίδι. ● Υποκ.: σκυλίτσα (η) ● Μεγεθ.: σκυλάρα (η) ● ΦΡ.: σαν (το) σκυλί βλ. σκυλί ● βλ. σκύλος [< μεσν. σκύλα]
46406σκυλάδικοσκυ-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): νυχτερινό κέντρο όπου παίζονται βαριά λαϊκά τραγούδια χαμηλής ποιότητας· (συνεκδ., κυρ. στον πληθ.) τα αντίστοιχα τραγούδια: επαρχιακό ~. Διασκεδάζει/εκτονώνεται/μερακλώνει/τα σπάει σε ~. ΣΥΝ. σκυλομάγαζο. Πβ. μπουζουξίδικο. Βλ. -άδικο.|| (ως επίθ.) ~ τραγούδι. Πβ. καψουρο-, σκυλο-τράγουδο.|| Ακούει ~α.
46407σκυλάκισκυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό σκυλί. 2. ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Antirrhinum majus) με άνθη διαφόρων χρωμάτων. [< 1: 17ος αι., αρχ. σκυλάκιον]
46408σκυλάραπαςσκυ-λά-ρα-πας ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ρατσιστικός χαρακτηρισμός για άντρα που ανήκει στη μαύρη φυλή. Πβ. αράπης, έγχρωμος, νέγρος.
46409σκυλάςσκυ-λάς ουσ. (αρσ.) , σκυλού (η) (αργκό) 1. λαϊκός τραγουδιστής σε σκυλάδικο. Βλ. -άς, μπουζουξής, τραγουδιάρης. 2. πρόσωπο που συχνάζει σε σκυλάδικα ή του αρέσουν τα αντίστοιχα τραγούδια.
46410σκύλευσησκύ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκυλεύω: ~ των νεκρών/του πτώματος. Πβ. λαφυραγώγηση, σύληση.|| (μτφ.) ~ του έργου/της μνήμης του. Πβ. βεβήλωση, λεηλασία. [< μτγν. σκύλευσις]
46411σκυλεύωσκυ-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {σκύλ-εψα κ. -ευσα, -εύτηκε (λόγ.) -εύθηκε, -ευμένος κ. -εμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. αρπάζω τα όπλα νεκρού στρατιώτη: ~ουν τους νεκρούς/το πτώμα. Πβ. λαφυραγωγώ, συλώ. 2. (μτφ.) λεηλατώ, βεβηλώνω: ~ουν την ιστορία. ~εται η μνήμη τους. [< αρχ. σκυλεύω]
46412σκυλίσκυ-λί ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ο αρσενικός ή θηλυκός σκύλος: άγριο/αδέσποτο/γέρικο/καθαρόαιμο/κυνηγετικό/λυσσασμένο/ψόφιο ~. ~ συντροφιάς/φύλαξης. ~ του δρόμου/καναπέ/σαλονιού. ~ ράτσας. Περιλαίμιο/τροφές για ~ιά. 2. (μτφ.-προφ.) άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δύναμη και αντοχή, ακαταπόνητος: Είναι ~ στη δουλειά του/της.|| (για πολύ ανθεκτικό μηχάνημα, συσκευή, όχημα) Πραγματικό/σκέτο ~. 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άσχημη συνήθ. γυναίκα με κακόγουστη, προκλητική εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. σκύλα, σκυλομούρης. 4. (μτφ.-υβριστ.-παλαιότ.) άσπλαχνος, σκληρόκαρδος. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι. ● ΣΥΜΠΛ.: σκυλί μονάχο (μτφ.-προφ.): για πολύ σκληραγωγημένο άνθρωπο ή για ανθεκτικό μηχάνημα. ● ΦΡ.: γίνομαι σκυλί & γίνομαι σκύλος (σπάν.-μτφ.-προφ.): γίνομαι σκληρός, ανθεκτικός· θυμώνω, εξοργίζομαι: Πρέπει να γίνεις ~, να αντέχεις.|| Όταν μας αδικούν, γινόμαστε ~ιά, φωνάζουμε., κακό σκυλί ψόφο δεν έχει (παροιμ.): ο κακός, ο δύστροπος έχει γερή κράση: (ειρων.) Νομίσατε πως θα με ξεφορτωθείτε; ~ ~., πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι (λαϊκό): πέθανε χωρίς να τον φροντίσει κανείς, βρήκε ανάξιο ή άδικο θάνατο, είχε κακό τέλος., ρεζίλι των σκυλιών (εμφατ.): για κάποιον που ντροπιάζεται πολύ, εξευτελίζεται εντελώς: Έγινε ~ ~.|| Μας έκανε ~ ~ (: μας ρεζίλεψε)., σαν (το) σκυλάκι (προφ.): για υπάκουη, δουλική συμπεριφορά: Ακολουθεί το αφεντικό του ~ ~., σαν (το) σκυλί & σαν (τη) σκύλα (προφ.): σε εμφατικές εκφράσεις: Δουλεύει ~ ~ (= εντατικά, σκληρά). Σκοτώθηκε ~ ~ (= άδικα). Είναι πιστός ~ ~. Τρώγονται/τσακώνονται ~ τα ~ιά (= συνεχώς)., σαν δαρμένο σκυλί & (σπάν.) σαν δαρμένος σκύλος: ταπεινωμένος, προσβεβλημένος: Έφυγα ~ ~., τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα (μτφ.-προφ.): πέρασε η παλιά, καλή εποχή που υπήρχε ευμάρεια. Βλ. περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων., βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα βλ. διαταγή, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παιδιά, σκυλιά βλ. παιδί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μεσν. σκυλί]
46413σκυλιάζωσκυ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σκύλια-σα, σκυλιά-σει, -σμένος} (προφ.): γίνομαι έξαλλος, εξοργίζομαι, λυσσώ: ~σε από θυμό/το κακό του. ~σε που δεν έβρισκε αυτό που ήθελε. Έχουν ~σει με τον ... Έχει ~σει (: ζηλεύει πολύ), γιατί είμαι καλύτερός της. Πβ. αφρίζω, βράζω, εξαγριώνομαι, μανιάζω.|| (σπάν.) Αυτό που με ~ει (= εξοργίζει) περισσότερο είναι ... [< μεσν. σκυλιάζω]
46414σκύλιασμασκύ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): οργή, λύσσα. Πβ. μανία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.