Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46960-46980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46424σκυλοκαβγάςσκυ-λο-κα-βγάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) άγριος καβγάς: πολιτικός/τρικούβερτος ~. Έγινε/ξέσπασε/στήθηκε ~. Επιδίδονται σε ανόητους/τηλεοπτικούς ~άδες. Πβ. διαπληκτισμός. 2. τσακωμός μεταξύ σκυλιών.
46425σκυλολόισκυ-λο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-περιληπτ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) πλήθος αισχρών, τιποτένιων ανθρώπων: άθλιο ~. Όλο το ~ των ... Πβ. αληταρία, η σάρα (και) η μάρα. 2. αγέλη σκύλων, συνήθ. αδέσποτων: Δεν μας άφησε να κοιμηθούμε το ~ της γειτονιάς. Βλ. -λόι. [< 2: σκυλολόγι, 14ος αι.]
46426σκυλομάγαζοσκυ-λο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): νυχτερινό κέντρο όπου παίζονται σκυλάδικα τραγούδια. Πβ. μπουζουκομάγαζο.
46427σκυλομαχίασκυ-λο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κυνομαχία. Βλ. -μαχία.
46428σκυλομετανιώνωσκυ-λο-με-τα-νιώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκυλομετάνιω-σα} (προφ.-επιτατ.): μετανιώνω πικρά: Το 'χω ~σει που σου μίλησα τόσο άσχημα.
46429σκυλομούρης, α, ικο σκυ-λο-μού-ρης επίθ./ουσ. {κυρ. στο αρσ. κ. θηλ.} (υβριστ.): πολύ άσχημος και συνήθ. αχώνευτος άνθρωπος. Πβ. σκυλί, σκυλόφατσα. [< πβ. μεσν. σκυλοπρόσωπος]
46430σκυλοπνίγομαισκυ-λο-πνί-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {σκυλοπνίγ-εται | κυρ. στον ενεστ.} (προφ.-επιτατ.): κινδυνεύω να πνιγώ λόγω παλαιότητας ή ακαταλληλότητας του πλοίου, κυρ. σε περιπτώσεις θαλασσοταραχής· (ειδικότ. για ναυτικό) ταλαιπωρούμαι, διατρέχω κίνδυνο ταξιδεύοντας στη θάλασσα: ~εται στα σαπιοκάραβα. Πβ. θαλασσοπνίγομαι. [< μεσν. σκυλοπνίγομαι]
46431σκυλοπνίχτηςσκυ-λο-πνί-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): παλιό ή ακατάλληλο πλοίο που δεν εμπνέει ασφάλεια. ΣΥΝ. σαπιοκάραβο
46432σκύλοςσκύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τετράποδο σαρκοφάγο κατοικίδιο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Canis familiaris), που γαβγίζει και διαθέτει οξεία όσφρηση· ειδικότ. το αρσενικό του: αδέσποτος/ανυπάκουος/εκπαιδευμένος/επιθετικός (βλ. αγριόσκυλο)/ημίαιμος/καθαρόαιμος/κυνηγετικός/ποιμενικός/στειρωμένος ~. ~-συνοδός/-φύλακας. ~ εργασίας/καθοδήγησης τυφλών/συντροφιάς. Αστυνομικοί ~οι ανίχνευσης εκρηκτικών/ναρκωτικών. ~οι αναζήτησης και διάσωσης. Εκπαιδευτής/εκτροφείο/ράτσες ~ων (: κανίς, κόκερ, λαμπραντόρ, μπιγκλ, μπόξερ, μπουλντόγκ, ντόπερμαν, πεκινουά, πόιντερ, ροτβάιλερ, σέτερ). Ξενοδοχείο/ξενώνας/πανσιόν ~ων (πβ. κυνοκομείο). (σε πινακίδα) Προσοχή, ο ~ δαγκώνει.|| (μτφ., για πρόσ.) Παίκτης που μάχεται/τρέχει σαν ~ (: με όλες του τις δυνάμεις). Δουλεύω σαν ~ (= σκληρά). Πιστός σαν ~.|| (υβριστ., για κακό, άπονο άνθρωπο) Φύγε από μπροστά μου, ~ε! ΣΥΝ. σκυλί. 2. ΙΧΘΥΟΛ. σκυλόψαρο. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι., σκυλάκος (ο) ● Μεγεθ.: σκύλαρος (ο) ● ΦΡ.: άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά & άσπροι σκύλοι, μαύροι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι μια γενιά (γνωμ.): για περιπτώσεις αρνητικής κρίσης, χωρίς διάκριση ή διαβάθμιση. , εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του (παροιμ.): για μετάθεση της ευθύνης σχετικά με την εκτέλεση μιας πράξης., μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι σε κάποιον χώρο επικρατεί πλήρης αυθαιρεσία, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: Έχουμε γίνει/καταντήσει ~ ~. Η κατάσταση είναι ~ ~. Πβ. ξέφραγο αμπέλι., σαν τον σκύλο με τη γάτα (προφ.): για έντονη και συνεχή διαμάχη μεταξύ δύο ανθρώπων ή ομάδων, παρατάξεων: Διαπληκτίζονται/μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι βλ. κρέας, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ ‘κουτάβι’]
46433σκυλοτράγουδοσκυ-λο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): σκυλάδικο τραγούδι: φτηνά ~α. Πβ. καψουρο-, μπουζουκο-τράγουδο.
46434σκυλοτροφήσκυ-λο-τρο-φή ουσ. (θηλ.): ζωοτροφή για σκύλους: ξηρή ~. Κονσέρβα/σακούλα ~ής. Βλ. -τροφή.
46435σκυλοτρώγομαισκυ-λο-τρώ-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {(σπάν.) σκυλοφαγώ-θηκαν, κυρ. στο γ' πληθ. πρόσ.} (προφ.-επιτατ.): τσακώνομαι άσχημα και διαρκώς: ~ονται στα τηλεπαράθυρα. Πβ. διαπληκτίζομαι, μαλώνω.
46436σκυλόφατσασκυ-λό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. στον πληθ.} (υβριστ.): πολύ άσχημο πρόσωπο· (κυρ. κατ' επέκτ.) σκυλομούρης: Έχει ~.|| Είναι ~. Πβ. κακ-, παν-άσχημος.
46437σκυλόψαροσκυ-λό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία για κάποια είδη μικρόσωμων καρχαριών (οικογ. Squalidae, Galeorhinidae, Scylliidae). Πβ. γάτος. Βλ. ζύγαινα, -ψαρο. ΣΥΝ. σκύλος (2) [< μεσν. σκυλόψαρο]
46438σκύμνοςσκύ-μνος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. νεογέννητο λιονταράκι. [< αρχ. σκύμνος]
46439σκυριανός, ή, ό σκυ-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκύρο ή/και τους Σκυριανούς: ~ά: αλογάκια. Βλ. -ιανός.
46440Σκυριανός, ΣκυριανήΣκυ-ρια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σκύρο.
46441σκύροσκύ-ρο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μικρό θραύσμα ασβεστολιθικού πετρώματος, χαλίκι: θραυστά ~α. ~α γραμμής/λατομείου/οδοστρωσίας. Στρώση ~ων (= σκυρόστρωση). Τα ~α χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σκυροδέματος. [< μτγν. σκῦρος]
46442σκυρόδεμασκυ-ρό-δε-μα ουσ. (ουδ.) {σκυροδέμ-ατος | -ατα} (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. μπετόν: άοπλο/ασφαλτικό/νωπό/προεντεταμένο ~. Αναμικτήρας (= μπετονιέρα)/διάστρωση ~ατος. Κυψελωτό ~ (= ελαφρομπετόν). Πλάκες από ~. ~ατα υψηλής/χαμηλής αντοχής. ● ΣΥΜΠΛ.: οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα & (σπάν.) ενισχυμένο σκυρόδεμα: που έχει ενισχυθεί με μεταλλικές ράβδους, συνήθ. από χάλυβα, ώστε να είναι πιο ανθεκτικό σε καταπονήσεις: κατασκευές από ~ ~. ΣΥΝ. μπετόν αρμέ (1) [< αγγλ. reinforced concrete, 1902]
46443σκυροδέτησησκυ-ρο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκυροδετώ: ~ δαπέδου/θεμελίωσης/οδοστρώματος/πλάκας/τοίχου. ~ σε υψηλές/χαμηλές θερμοκρασίες. Καλούπωμα και ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.