| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46415 | σκυλίσιος | , ια, ιο σκυ-λί-σιος επίθ. (προφ.) 1. που σχετίζεται με τον σκύλο: ~ιο: γάβγισμα. Βλ. -ίσιος, κυνοειδής. 2. (μτφ.) που είναι σκληρός, γεμάτος ταλαιπωρίες, κακουχίες: ~ια: δουλειά/ζωή (: σκυλοζωή· μαρτυρική, στερημένη). 3. (μτφ.) πολύ γερός και ανθεκτικός: σκούτερ με ~ιο κινητήρα. ● επίρρ.: σκυλίσια: Δουλεύει ~ (= σαν σκυλί). | |
| 46416 | Σκύλλα | Σκύλ-λα ουσ. (θηλ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη (μτφ.): από τη μία δυσκολία ή δυσάρεστη κατάσταση στην άλλη: Η οικονομία πέρασε ~ ~. Οδηγούμαστε ~ ~. Πβ. από τον Άννα στον Καϊάφα., η Σκύλλα ... και η Χάρυβδη ... (+ γεν. ουσ.) (μτφ.): για δύο εξίσου αρνητικές καταστάσεις: ~ της υπερβολής ~ της υποτίμησης., μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης/ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη (μτφ.): σε πολύ δεινή θέση: Οι άνεργοι βρίσκονται ~ ~. Οι βιομηχανίες/επιχειρήσεις κινούνται ~ ~. [< αρχ. Σκύλλα] | |
| 46417 | σκυλο- & σκυλό- | α' συνθετικό λέξεων 1. (μτφ.-προφ.) με επιτατική λειτουργία: σκυλο-βαριέμαι/~βρίζω/~μετανιώνω.|| Σκυλο-λόι. 2. (μτφ.) με μειωτική, υβριστική σημασία, συνήθ. σε χαρακτηρισμούς: σκυλό-φατσα. Βλ. κωλο-, παλιο-, σκατο-.|| Σκυλο-μάγαζο. 3. με αναφορά σε σκύλο ή σκυλιά: σκυλο-τροφή (βλ. γατο-). | |
| 46418 | σκυλοβαριέμαι | σκυ-λο-βα-ριέ-μαι ρ. (αμτβ.) {σκυλοβαρέ-θηκα, -θεί} (προφ.-επιτατ.): βαριέμαι αφόρητα: Τα παράτησα, γιατί είχα ~θεί. | |
| 46419 | σκυλοβρίζω | σκυ-λο-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {σκυλόβρι-σα, σκυλοβρί-στηκε} (προφ.-επιτατ.): βρίζω χυδαία: Τσαντίστηκε και με ~σε. ~στηκαν (: αντάλλαξαν βρισιές) και πιάστηκαν στα χέρια. | |
| 46420 | σκυλοβρίσιμο | σκυ-λο-βρί-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.-επιτατ.): χυδαίο βρίσιμο: Του έριξα ένα ~. Πβ. βρισιά, μπινελίκι. | |
| 46421 | σκυλόδοντο | σκυ-λό-δο-ντο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κυνόδοντας. 2. κάθε μεγάλο και αιχμηρό δόντι. | |
| 46422 | σκυλοδρομίες | σκυ-λο-δρο-μί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): κυνοδρομίες. Βλ. -δρομία. | |
| 46423 | σκυλοζωή | σκυ-λο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.} (προφ.): δύσκολη ζωή, γεμάτη στερήσεις, βάσανα, κακουχίες. ΣΥΝ. σκυλίσια ζωή. [< γαλλ. vie de chien] | |
| 46424 | σκυλοκαβγάς | σκυ-λο-κα-βγάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) άγριος καβγάς: πολιτικός/τρικούβερτος ~. Έγινε/ξέσπασε/στήθηκε ~. Επιδίδονται σε ανόητους/τηλεοπτικούς ~άδες. Πβ. διαπληκτισμός. 2. τσακωμός μεταξύ σκυλιών. | |
| 46425 | σκυλολόι | σκυ-λο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-περιληπτ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) πλήθος αισχρών, τιποτένιων ανθρώπων: άθλιο ~. Όλο το ~ των ... Πβ. αληταρία, η σάρα (και) η μάρα. 2. αγέλη σκύλων, συνήθ. αδέσποτων: Δεν μας άφησε να κοιμηθούμε το ~ της γειτονιάς. Βλ. -λόι. [< 2: σκυλολόγι, 14ος αι.] | |
| 46426 | σκυλομάγαζο | σκυ-λο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): νυχτερινό κέντρο όπου παίζονται σκυλάδικα τραγούδια. Πβ. μπουζουκομάγαζο. | |
| 46427 | σκυλομαχία | σκυ-λο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κυνομαχία. Βλ. -μαχία. | |
| 46428 | σκυλομετανιώνω | σκυ-λο-με-τα-νιώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκυλομετάνιω-σα} (προφ.-επιτατ.): μετανιώνω πικρά: Το 'χω ~σει που σου μίλησα τόσο άσχημα. | |
| 46429 | σκυλομούρης | , α, ικο σκυ-λο-μού-ρης επίθ./ουσ. {κυρ. στο αρσ. κ. θηλ.} (υβριστ.): πολύ άσχημος και συνήθ. αχώνευτος άνθρωπος. Πβ. σκυλί, σκυλόφατσα. [< πβ. μεσν. σκυλοπρόσωπος] | |
| 46430 | σκυλοπνίγομαι | σκυ-λο-πνί-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {σκυλοπνίγ-εται | κυρ. στον ενεστ.} (προφ.-επιτατ.): κινδυνεύω να πνιγώ λόγω παλαιότητας ή ακαταλληλότητας του πλοίου, κυρ. σε περιπτώσεις θαλασσοταραχής· (ειδικότ. για ναυτικό) ταλαιπωρούμαι, διατρέχω κίνδυνο ταξιδεύοντας στη θάλασσα: ~εται στα σαπιοκάραβα. Πβ. θαλασσοπνίγομαι. [< μεσν. σκυλοπνίγομαι] | |
| 46431 | σκυλοπνίχτης | σκυ-λο-πνί-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): παλιό ή ακατάλληλο πλοίο που δεν εμπνέει ασφάλεια. ΣΥΝ. σαπιοκάραβο | |
| 46432 | σκύλος | σκύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τετράποδο σαρκοφάγο κατοικίδιο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Canis familiaris), που γαβγίζει και διαθέτει οξεία όσφρηση· ειδικότ. το αρσενικό του: αδέσποτος/ανυπάκουος/εκπαιδευμένος/επιθετικός (βλ. αγριόσκυλο)/ημίαιμος/καθαρόαιμος/κυνηγετικός/ποιμενικός/στειρωμένος ~. ~-συνοδός/-φύλακας. ~ εργασίας/καθοδήγησης τυφλών/συντροφιάς. Αστυνομικοί ~οι ανίχνευσης εκρηκτικών/ναρκωτικών. ~οι αναζήτησης και διάσωσης. Εκπαιδευτής/εκτροφείο/ράτσες ~ων (: κανίς, κόκερ, λαμπραντόρ, μπιγκλ, μπόξερ, μπουλντόγκ, ντόπερμαν, πεκινουά, πόιντερ, ροτβάιλερ, σέτερ). Ξενοδοχείο/ξενώνας/πανσιόν ~ων (πβ. κυνοκομείο). (σε πινακίδα) Προσοχή, ο ~ δαγκώνει.|| (μτφ., για πρόσ.) Παίκτης που μάχεται/τρέχει σαν ~ (: με όλες του τις δυνάμεις). Δουλεύω σαν ~ (= σκληρά). Πιστός σαν ~.|| (υβριστ., για κακό, άπονο άνθρωπο) Φύγε από μπροστά μου, ~ε! ΣΥΝ. σκυλί. 2. ΙΧΘΥΟΛ. σκυλόψαρο. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι., σκυλάκος (ο) ● Μεγεθ.: σκύλαρος (ο) ● ΦΡ.: άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά & άσπροι σκύλοι, μαύροι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι μια γενιά (γνωμ.): για περιπτώσεις αρνητικής κρίσης, χωρίς διάκριση ή διαβάθμιση. , εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του (παροιμ.): για μετάθεση της ευθύνης σχετικά με την εκτέλεση μιας πράξης., μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι σε κάποιον χώρο επικρατεί πλήρης αυθαιρεσία, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: Έχουμε γίνει/καταντήσει ~ ~. Η κατάσταση είναι ~ ~. Πβ. ξέφραγο αμπέλι., σαν τον σκύλο με τη γάτα (προφ.): για έντονη και συνεχή διαμάχη μεταξύ δύο ανθρώπων ή ομάδων, παρατάξεων: Διαπληκτίζονται/μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι βλ. κρέας, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ ‘κουτάβι’] | |
| 46433 | σκυλοτράγουδο | σκυ-λο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): σκυλάδικο τραγούδι: φτηνά ~α. Πβ. καψουρο-, μπουζουκο-τράγουδο. | |
| 46434 | σκυλοτροφή | σκυ-λο-τρο-φή ουσ. (θηλ.): ζωοτροφή για σκύλους: ξηρή ~. Κονσέρβα/σακούλα ~ής. Βλ. -τροφή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ