Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4680-4700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3743ανεμότρατα[ἀνεμότρατα] α-νε-μό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο σκάφος με συρόμενα, κωνικά συνήθ., δίχτυα, για ψάρεμα σε ανοιχτή θάλασσα και συνεκδ. τα ίδια τα δίχτυα. Βλ. μηχανότρατα.
3744ανεμούριο[ἀνεμούριο] α-νε-μού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & ανεμούρι: ΑΕΡΟΝ. υφασμάτινος συνήθ. σάκος, κωνικού σχήματος, ανοιχτός και στα δύο άκρα, που χρησιμοποιείται ως ανεμοδείκτης: φωτεινό ~. ~α σε αεροδρόμια, ελικοδρόμια και αυτοκινητόδρομους. [< μεσν. ανεμούριον]
3745ανεμοφράκτης[ἀνεμοφράκτης] α-νε-μο-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ανεμοφράχτης: κάθε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο που προφυλάσσει από τον άνεμο, μειώνει την ταχύτητά του: ζωντανοί (: από δέντρα, θάμνους)/νεκροί (: από ξερά κλαδιά, πασσάλους) ~ες. ~ες για την προστασία του εδάφους και των καλλιεργειών.|| Αυτόματος ρυθμιζόμενος ~ στο κάτω μέρος πόρτας. Βλ. αλεξήνεμο. [< γαλλ. brise-vent]
3746ανέμπνευστος, η, ο [ἀνέμπνευστος] α-νέ-μπνευ-στος επίθ. (λόγ.): που στερείται έμπνευσης, κοινότοπος: (για πρόσ.) ~ος: συγγραφέας. ~οι: τεχνοκράτες. ~οι, ατάλαντοι σκηνοθέτες.|| ~ος: τίτλος (ΑΝΤ. ασυνήθιστος, πρωτότυπος). ~η: εποχή (: πεζή)/ερμηνεία/μουσική/παράσταση/ποίηση (: ρηχή)/προσπάθεια (βλ. ανούσιος). ~ο: σενάριο. ~οι: διάλογοι (βλ. κλισέ)/στίχοι (: άτεχνοι). Προβλέψιμος και ~ (: ανιαρός, κενός, τετριμμένος) λόγος. Κοντόφθαλμη, ~η πολιτική. Xιλιοειπωμένες, εντελώς ~ες (: μονότονες) ιστορίες. ΑΝΤ. εμπνευσμένος (1) ● επίρρ.: ανέμπνευστα [< αγγλ. uninspired]
3747ανεμπόδιστος, η, ο [ἀνεμπόδιστος] α-νε-μπό-δι-στος επίθ.: που δεν εμποδίζεται ή δεν εμποδίστηκε: ~ος: διάλογος/έλεγχος. ~η: ανάπτυξη/άσκηση (π.χ. καθηκόντων)/κυκλοφορία (των οχημάτων)/λειτουργία/πληροφόρηση/πρόσβαση (σε αγαθά)/ροή (ενέργειας)/χρήση (χώρων). Βίλα με ~η θέα στη θάλασσα. (για πρόσ.) Συνεχίζει ~ το έργο του. Οι διαρρήκτες/εγκληματίες ενήργησαν ~οι. Πβ. (αδι)ακώλυτος, ανενόχλητος, απρόσκοπτος, ελεύθερος. ● επίρρ.: ανεμπόδιστα [< αρχ. ἀνεμπόδιστος]
3748ανεμώνη[ἀνεμώνη] α-νε-μώ-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ανεμώνα: ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (οικογ. Ranunculaceae) με μεγάλα, πολύχρωμα άνθη, συνήθ. κόκκινα, μπλε ή λευκά· συνεκδ. το άνθος τους. Βλ. νεραγκούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσια ανεμώνη & ανεμώνη της θάλασσας: ΖΩΟΛ. μοναχικός και συνήθ. πολύχρωμος πολύποδας με πολλές κεραίες, ο οποίος ζει προσκολλημένος σε κοχύλια, πέτρες ή βράχους του βυθού. Βλ. κοιλεντερωτά. [< γαλλ. anémone de mer, αγγλ. sea anemone] [< αρχ. ἀνεμώνη]
3749ανενδοίαστος, η, ο [ἀνενδοίαστος] α-νεν-δοί-α-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει ή γίνεται χωρίς κανένα δισταγμό: ~η: απάντηση/εκμετάλλευση (π.χ των θαλάσσιων πόρων).|| (για πρόσ.) ~ος: εγκληματίας. Πβ. αδίστακτος. ● επίρρ.: ανενδοίαστα [< μτγν. ἀνενδοίαστος ‘αυτός που δεν διστάζει, αναμφίβολος’]
3750ανένδοτος, η, ο [ἀνένδοτος] α-νέν-δο-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν συμβιβάζεται, δεν υποχωρεί: ~η: στάση. Είναι/στάθηκε ~ στην απόφασή του. Παραμένει ~ στα αιτήματα των ... (πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, αμετάπειστος). Δηλώνουν ~οι (= αμετακίνητοι) στις θέσεις τους. ΣΥΝ. ανυποχώρητος ΑΝΤ. ενδοτικός, υποχωρητικός (1) ● επίρρ.: ανένδοτα & (σπάν.-λόγ.) -ότως ● ΣΥΜΠΛ.: ανένδοτος αγώνας: ΠΟΛΙΤ. ασυμβίβαστος, επίμονος: Κλιμακώνεται/ξεκίνησε ο ~ ~ εναντίον/κατά της διαπλοκής. [< μτγν. ἀνένδοτος]
3751ανενεργός, ή/ός, ό [ἀνενεργός] α-νε-νερ-γός επίθ. 1. που δεν έχει ενεργοποιηθεί ή δεν ισχύει, δεν λειτουργεί, δεν χρησιμοποιείται: ~ός: λογαριασμός/νόμος. ~ή: γραμμή (τηλεφώνου). ~ές: συνδέσεις. (Κάτι) καθίσταται/(παρα)μένει ~ό (πβ. αναποτελεσματικό, ανίσχυρο. ΑΝΤ. αποτελεσματικό, δραστικό).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα. ~ό: παράθυρο. ΑΝΤ. ενεργοποιημένος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ιός. ~ή/ός: νόσος (: που δεν παρουσιάζει συμπτώματα). ΑΝΤ. ενεργός (2) 2. (για πρόσ.) που δεν δραστηριοποιείται, δεν κάνει ή δεν χρησιμοποιεί κάτι, αδρανής: ~ός: σύλλογος. ~οί: συνδρομητές. ~ά: μέλη (ΑΝΤ. ενεργά). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργός χρόνος: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο ένας εργαζόμενος ή ένα μηχάνημα δεν δουλεύει ή δεν μπορεί να δουλέψει: μέγιστος επιτρεπόμενος ~ ~. [< αγγλ. ineffective time] , ανενεργό ηφαίστειο βλ. ηφαίστειο [< γαλλ. inactif, αγγλ. inactive, πβ. μτγν. ἀνενεργής]
3752ανενημέρωτος, η, ο [ἀνενημέρωτος] α-νε-νη-μέ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν είναι επαρκώς ή καθόλου ενημερωμένος για κάτι: ~ος: καταναλωτής (= μη ενημερωμένος). ~οι: αγοραστές/χρήστες. Δεν φτάνει που είναι ~, το παίζει και έξυπνος! Σε βρίσκω (λιγάκι) ~η. ΣΥΝ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ΑΝΤ. ενήμερος (1) 2. στον οποίο δεν έχουν προστεθεί νέα στοιχεία: ~ο: σάιτ. ~α: λογιστικά βιβλία. ΑΝΤ. ενημερωμένος (2)
3753ανένηψεβλ. ανανήφω
3754ανενόχλητος, η, ο [ἀνενόχλητος] α-νε-νό-χλη-τος επίθ.: που δεν ενοχλείται ή δεν ενοχλήθηκε, δεν εμποδίστηκε από κανέναν: ~η: δράση. Κακοποιός που συνεχίζει να δρα ~. Άφησέ την να κάνει τη δουλειά της ~η. ΣΥΝ. ανεμπόδιστος, απερίσπαστος ● επίρρ.: ανενόχλητα [< μτγν. ἀνενόχλητος]
3755ανένταχτος, η, ο [ἀνένταχτος] α-νέ-ντα-χτος επίθ. & ανέντακτος 1. (για πρόσ.) που δεν είναι ενταγμένος, οργανωμένος σε πολιτικό κόμμα: ~ος: αγωνιστής. ~οι: πολίτες/φοιτητές. Ιδεολογικά/κοινωνικά/κομματικά/πολιτικά ~. ~ο και επαναστατικό πνεύμα. Πβ. ανεξάρτητος.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της Αριστεράς. Πβ. ανοργάνωτος, άστεγος. ΑΝΤ. ενταγμένος 2. που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη κατηγορία: ~ο: στιλ. ~α: άρθρα/θέματα.
3756ανέντιμος, η, ο [ἀνέντιμος] α-νέ-ντι-μος επίθ.: που δεν είναι έντιμος: ~ος: ανταγωνισμός/συμβιβασμός. ~η: εκμετάλλευση/ενέργεια/επίθεση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: κέρδος/παιχνίδι (σε βάρος κάποιου). ~ες: μέθοδοι/συναλλαγές. ~α: μέσα. Κερδίζει τα προς το ζην με ~ο τρόπο. Πβ. αισχρός, ανήθικος, ασυνείδητος, φαύλος. ΣΥΝ. άτιμος (1) ΑΝΤ. έντιμος, τίμιος (1) ● επίρρ.: ανέντιμα & (σπάν.-λόγ.) -ίμως
3757ανεντιμότητα[ἀνεντιμότητα] α-νε-ντι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία εντιμότητας: ~ και αναξιοπιστία/ανειλικρίνεια/υποκρισία. ΣΥΝ. ατιμία (1) ΑΝΤ. εντιμότητα, τιμιότητα [< γαλλ. malhonnêteté]
3759ανεξαιρέτως[ἀνεξαιρέτως] α-νε-ξαι-ρέ-τως επίρρ. & ανεξαίρετα (λόγ.): χωρίς εξαίρεση ή διάκριση: ~ φύλου και ηλικίας. Όλοι ~ ήταν παρόντες. Πβ. αδιακρίτως. [< μεσν. ανεξαιρέτως]
3760ανεξακρίβωτος, η, ο [ἀνεξακρίβωτος] α-νε-ξα-κρί-βω-τος επίθ.: που δεν εξακριβώθηκε ή δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί: ~ος: αριθμός θυμάτων. ~η: είδηση/ταυτότητα/φήμη. ~ες: συνθήκες. ~α: στοιχεία. Συγκεχυμένες και ~ες πληροφορίες. ~α τα αίτια της πτώσης του αεροσκάφους. Πβ. αδιερεύνητος, ανεξιχνίαστος. ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανεξέλεγκτος (2), ανεπιβεβαίωτος [< γαλλ. non vérifié , invérifiabl e]
3761ανεξάλειπτος, η, ο [ἀνεξάλειπτος] α-νε-ξά-λει-πτος επίθ. (κυρ. μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί, να σβήσει: ~ες: μνήμες/αναμνήσεις. ~α: ίχνη/σημάδια. ΣΥΝ. ανεξίτηλος (1), άσβηστος ● επίρρ.: ανεξάλειπτα [< αρχ. ἀνεξάλειπτος]
3762ανεξάντλητος, η, ο [ἀνεξάντλητος] α-νε-ξά-ντλη-τος επίθ. 1. που δεν εξαντλείται, δεν τελειώνει, δεν στερεύει: ~ος: θησαυρός/κατάλογος/πλούτος. ~η: έμπνευση/ενέργεια/θεματολογία/πηγή/υπομονή. ~ο: ταλέντο/χιούμορ. ~οι: (οικονομικοί/φυσικοί) πόροι. ~ες: δημιουργικές δυνάμεις/δυνατότητες. ~α: αποθέματα/κοιτάσματα/όρια (ανοχής)/περιθώρια (ανάπτυξης). Πβ. ακένωτος, αστείρευτος.|| (για πρόσ.) ~ος: δημιουργός/ερευνητής (πβ. ατελείωτος). ΑΝΤ. εξαντλημένος (2), εξαντλήσιμος, πεπερασμένος, περιορισμένος (1) 2. που δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί, να ερευνηθεί διεξοδικά: Επειδή το θέμα είναι ~ο, θα επανέλθω σε αυτό σε επόμενο άρθρο. ● επίρρ.: ανεξάντλητα [< 1: μτγν. ἀνεξάντλητος]
3763ανεξαργύρωτος, η, ο [ἀνεξαργύρωτος] α-νε-ξαρ-γύ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν εξαργυρώθηκε, δεν εισπράχθηκε: ~η: επιταγή/μετοχή/συναλλαγματική. ~ο: γραμμάτιο/λαχείο. ΑΝΤ. εξαργυρωμένος, πληρωμένος. 2. (σπάν.-μτφ.) που δεν ανταμείφθηκε: ~ος: αγώνας. ~η: προσφορά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.