Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4680-4700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3753ανένηψεβλ. ανανήφω
3754ανενόχλητος, η, ο [ἀνενόχλητος] α-νε-νό-χλη-τος επίθ.: που δεν ενοχλείται ή δεν ενοχλήθηκε, δεν εμποδίστηκε από κανέναν: ~η: δράση. Κακοποιός που συνεχίζει να δρα ~. Άφησέ την να κάνει τη δουλειά της ~η. ΣΥΝ. ανεμπόδιστος, απερίσπαστος ● επίρρ.: ανενόχλητα [< μτγν. ἀνενόχλητος]
3755ανένταχτος, η, ο [ἀνένταχτος] α-νέ-ντα-χτος επίθ. & ανέντακτος 1. (για πρόσ.) που δεν είναι ενταγμένος, οργανωμένος σε πολιτικό κόμμα: ~ος: αγωνιστής. ~οι: πολίτες/φοιτητές. Ιδεολογικά/κοινωνικά/κομματικά/πολιτικά ~. ~ο και επαναστατικό πνεύμα. Πβ. ανεξάρτητος.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της Αριστεράς. Πβ. ανοργάνωτος, άστεγος. ΑΝΤ. ενταγμένος 2. που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη κατηγορία: ~ο: στιλ. ~α: άρθρα/θέματα.
3756ανέντιμος, η, ο [ἀνέντιμος] α-νέ-ντι-μος επίθ.: που δεν είναι έντιμος: ~ος: ανταγωνισμός/συμβιβασμός. ~η: εκμετάλλευση/ενέργεια/επίθεση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: κέρδος/παιχνίδι (σε βάρος κάποιου). ~ες: μέθοδοι/συναλλαγές. ~α: μέσα. Κερδίζει τα προς το ζην με ~ο τρόπο. Πβ. αισχρός, ανήθικος, ασυνείδητος, φαύλος. ΣΥΝ. άτιμος (1) ΑΝΤ. έντιμος, τίμιος (1) ● επίρρ.: ανέντιμα & (σπάν.-λόγ.) -ίμως
3757ανεντιμότητα[ἀνεντιμότητα] α-νε-ντι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία εντιμότητας: ~ και αναξιοπιστία/ανειλικρίνεια/υποκρισία. ΣΥΝ. ατιμία (1) ΑΝΤ. εντιμότητα, τιμιότητα [< γαλλ. malhonnêteté]
3758ανεξαίρετος, η, ο [ἀνεξαίρετος] α-νε-ξαί-ρε-τος επίθ. (επίσ.): που γίνεται, εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις: ~ος: κανόνας. ~η: απαγόρευση. ΑΝΤ. εξαιρέσιμος (3), εξαιρετέος
3759ανεξαιρέτως[ἀνεξαιρέτως] α-νε-ξαι-ρέ-τως επίρρ. & ανεξαίρετα (λόγ.): χωρίς εξαίρεση ή διάκριση: ~ φύλου και ηλικίας. Όλοι ~ ήταν παρόντες. Πβ. αδιακρίτως. [< μεσν. ανεξαιρέτως]
3760ανεξακρίβωτος, η, ο [ἀνεξακρίβωτος] α-νε-ξα-κρί-βω-τος επίθ.: που δεν εξακριβώθηκε ή δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί: ~ος: αριθμός θυμάτων. ~η: είδηση/ταυτότητα/φήμη. ~ες: συνθήκες. ~α: στοιχεία. Συγκεχυμένες και ~ες πληροφορίες. ~α τα αίτια της πτώσης του αεροσκάφους. Πβ. αδιερεύνητος, ανεξιχνίαστος. ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανεξέλεγκτος (2), ανεπιβεβαίωτος [< γαλλ. non vérifié , invérifiabl e]
3761ανεξάλειπτος, η, ο [ἀνεξάλειπτος] α-νε-ξά-λει-πτος επίθ. (κυρ. μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί, να σβήσει: ~ες: μνήμες/αναμνήσεις. ~α: ίχνη/σημάδια. ΣΥΝ. ανεξίτηλος (1), άσβηστος ● επίρρ.: ανεξάλειπτα [< αρχ. ἀνεξάλειπτος]
3762ανεξάντλητος, η, ο [ἀνεξάντλητος] α-νε-ξά-ντλη-τος επίθ. 1. που δεν εξαντλείται, δεν τελειώνει, δεν στερεύει: ~ος: θησαυρός/κατάλογος/πλούτος. ~η: έμπνευση/ενέργεια/θεματολογία/πηγή/υπομονή. ~ο: ταλέντο/χιούμορ. ~οι: (οικονομικοί/φυσικοί) πόροι. ~ες: δημιουργικές δυνάμεις/δυνατότητες. ~α: αποθέματα/κοιτάσματα/όρια (ανοχής)/περιθώρια (ανάπτυξης). Πβ. ακένωτος, αστείρευτος.|| (για πρόσ.) ~ος: δημιουργός/ερευνητής (πβ. ατελείωτος). ΑΝΤ. εξαντλημένος (2), εξαντλήσιμος, πεπερασμένος, περιορισμένος (1) 2. που δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί, να ερευνηθεί διεξοδικά: Επειδή το θέμα είναι ~ο, θα επανέλθω σε αυτό σε επόμενο άρθρο. ● επίρρ.: ανεξάντλητα [< 1: μτγν. ἀνεξάντλητος]
3763ανεξαργύρωτος, η, ο [ἀνεξαργύρωτος] α-νε-ξαρ-γύ-ρω-τος επίθ. 1. που δεν εξαργυρώθηκε, δεν εισπράχθηκε: ~η: επιταγή/μετοχή/συναλλαγματική. ~ο: γραμμάτιο/λαχείο. ΑΝΤ. εξαργυρωμένος, πληρωμένος. 2. (σπάν.-μτφ.) που δεν ανταμείφθηκε: ~ος: αγώνας. ~η: προσφορά.
3764ανεξαρτησία[ἀνεξαρτησία] α-νε-ξαρ-τη-σί-α ουσ. (θηλ.): απουσία εξάρτησης και γενικότ. κάθε είδους περιορισμού, δέσμευσης: εθνική/δικαστική/ιδεολογική/οικονομική/πολιτική ~. ~ γνώμης/σκέψης. Η ~ της δικαιοσύνης. Διασφάλιση/κατοχύρωση/σεβασμός της ~ας. Αγώνας για την ~ (= απελευθέρωση) ενός έθνους/λαού. Η χώρα διακήρυξε/επανέκτησε την ~ της. Γιορτάστηκε η επέτειος της ~ας. Πβ. αυτο-νομία, -τέλεια, ελευθερία. ΑΝΤ. εξάρτηση (1), υποτέλεια [< γαλλ. indépendance]
3765ανεξάρτητα[ἀνεξάρτητα] α-νε-ξάρ-τη-τα επίρρ. 1. χωρίς να υπάρχει σύνδεση, σχέση, άσχετα: ~ από τον αριθμό των παρόντων μελών. ΣΥΝ. αδιακρίτως, ανεξαρτήτως 2. χωρίς εξάρτηση, δέσμευση: Ενεργεί/λειτουργεί ~. Πβ. αδέσμευτα, ελεύθερα.
3767ανεξαρτητοποιούμαι[ἀνεξαρτητοποιοῦμαι] α-νε-ξαρ-τη-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ανεξαρτητοποι-είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} & (προφ.) ανεξαρτοποιούμαι: γίνομαι ανεξάρτητος: ~ήθηκαν από το κόμμα. Η θυγατρική εταιρεία ~ήθηκε από τη μητρική. Ήρθε η ώρα να ~ηθείς (= να ανοίξεις τα φτερά σου). ~ημένο: κράτος. Πβ. απαγκιστρώνομαι, απελευθερώνω, αποδεσμεύω, αυτονομώ, χειραφετώ. Βλ. -ποιώ.
3768ανεξάρτητος, η, ο [ἀνεξάρτητος] α-νε-ξάρ-τη-τος επίθ. 1. που είναι ελεύθερος από εξωτερική, ξένη επιρροή, καθοδήγηση, έλεγχο, που δεν έχει εξάρτηση από κάποιον ή κάτι άλλο, στηρίζεται στον εαυτό του: ~ος: παράγοντας. ~η: άποψη/διαβίωση (: για άτομα με ειδικές ανάγκες)/ζωή/πρωτοβουλία/σκέψη (πβ. ελεύθερη). Είναι δυναμική και ~η. Θα πρέπει να δουλέψεις, για να γίνεις οικονομικά ~. Πβ. αυτάρκης, αυτεξούσιος, αυτόνομος. Βλ. ημι~.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ο: ερέθισμα. ΑΝΤ. εξαρτημένος (1) 2. (ειδικότ.) που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κόμμα, οργάνωση ή δεν υπάγεται σε ανώτερη Αρχή: ~ος: βουλευτής/δημοτικός σύμβουλος/συνδυασμός. Κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές ως ~ υποψήφιος. Πβ. αδέσμευτος, ανένταχτος.|| ~ος: αξιολογητής/ασφαλιστικός πράκτορας/δημοσιογράφος/εμπειρογνώμονας/επιθεωρητής/παραγωγός/σύμβουλος-συνεργάτης επιχειρήσεων.|| ~ος: οργανισμός (= μη κυβερνητικός)/φορέας. ~ο: νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. 3. (+ από/γεν.) που δεν επηρεάζεται, δεν προσδιορίζεται από άλλον παράγοντα, όρο, προϋπόθεση: Χρέωση σταθερή και ~η από τον χρόνο σύνδεσης. Η δικαστική εξουσία είναι ~η από τη νομοθετική και την εκτελεστική. Λόγοι ~οι από τη θέλησή μου με εμποδίζουν να ... Πβ. άσχετος. ΑΝΤ. αλληλένδετος, συναφής, σχετικός (1) 4. που έχει ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: διακόπτης/εκτυπωτής/καταψύκτης.|| ~η: είσοδος. ~ο: διαμέρισμα. ~ες: κατοικίες/μεζονέτες. 5. ΜΑΘ. που δεν εξαρτάται από άλλες μεταβλητές ή σχετίζεται με ή ανήκει σε σύστημα εξισώσεων, από τις οποίες καμία δεν μπορεί να προκύψει από άλλη του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη Αρχή: ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία φορέα, οργάνου, υπηρεσίας: σύσταση ~ης ~ής για την επιλογή προσωπικού (βλ. ΑΣΕΠ). Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι ανεξάρτητη διοικητική Αρχή. Βλ. ΕΣΡ. [< γαλλ. autorité indépendante] , ανεξάρτητη μεταβλητή: ΜΑΘ. της οποίας η τιμή δεν καθορίζεται από τις τιμές των άλλων μεταβλητών σε μία συνάρτηση. ΑΝΤ. εξαρτημένη μεταβλητή, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος: ΠΟΛΙΤ. που είναι νομικά ισότιμο με τα υπόλοιπα κράτη και δεν υπάγεται σε κανέναν άλλο φορέα εκτός από τον εαυτό του. Βλ. προτεκτοράτο., κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος [< γαλλ. indépendant]
3769ανεξαρτήτως[ἀνεξαρτήτως] α-νε-ξαρ-τή-τως επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): χωρίς να υπάρχει εξάρτηση, σχέση, αδιακρίτως: ~ αντιλήψεων/εθνικότητας/θρησκείας/καταγωγής/περιεχομένου/χρώματος.|| (καταχρ.) Ανεξαρτήτου κόμματος/φύλου. ΣΥΝ. ανεξάρτητα (1), άσχετα [< γαλλ. indépendamment]
3770ανεξέλεγκτος, η, ο [ἀνεξέλεγκτος] α-νε-ξέ-λε-γκτος επίθ. 1. που δεν είναι δυνατόν ή εύκολο να ελεγχθεί, που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο: ~ος: ανταγωνισμός/πληθωρισμός/πολλαπλασιασμός (π.χ. κυττάρων). ~η: βία/δόμηση/δράση/εγκληματικότητα/κυκλοφορία/πυρκαγιά. ~ο: πάθος. ~ες: δαπάνες/καταστάσεις/τιμές. Η επιδημία έλαβε ~ες διαστάσεις (: ανησυχητικά μεγάλη έκταση).|| (για πρόσ.) Μην αφήνεις τα παιδιά ~α. Πβ. ασύδοτος, αχαλίνωτος. ΑΝΤ. ελεγχόμενος 2. του οποίου η εγκυρότητα δεν ελέγχθηκε: ~η: άποψη/υπόθεση. ~ες: (ιστορικές) πηγές/πληροφορίες (ΑΝΤ. εξακριβωμένες). ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανέλεγκτος, ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος ΑΝΤ. ελεγμένος ● επίρρ.: ανεξέλεγκτα [< αρχ. ἀνεξέλεγκτος, γαλλ. incontrôlable]
3771ανεξερεύνητος, η, ο [ἀνεξερεύνητος] α-νε-ξε-ρεύ-νη-τος επίθ. 1. που δεν εξερευνήθηκε ακόμη: ~ος: βιότοπος/βυθός/πλανήτης. ~η: διαδρομή. ~ο: θέμα/σπήλαιο. ~α: εδάφη. Αποδράσεις σε τόπους που παραμένουν ~οι. ΑΝΤ. εξερευνημένος. 2. (μτφ.) που δεν ερευνήθηκε, δεν εξιχνιάστηκε ακόμη ή δεν είναι δυνατόν να ερευνηθεί: ~ος: ανθρώπινος νους. ~ο: μυστήριο/φαινόμενο. ~ες: δυνατότητες. Πβ. αδιερεύνητος, αδιευκρίνιστος, ανεξιχνίαστος, σκοτεινός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η μαγεία και το μυστήριο του ~ου. Πβ. άγνωστο. [< 1: γαλλ. inexploré 2: αρχ. ἀνεξερεύνητος]
3772ανεξεταστέος, α, ο [ἀνεξεταστέος] α-νε-ξε-τα-στέ-ος επίθ. (επίσ.): (για μαθητή) που πρέπει να επανεξεταστεί σε μαθήματα που δεν πέρασε, για να προβιβαστεί ή να απολυθεί: Έμεινε ~ για τον Σεπτέμβρη.|| (ως ουσ.) Εντατικά τμήματα για ~ους. Βλ. στάσιμος. ΣΥΝ. μετεξεταστέος (1)
3773ανεξήγητος, η, ο [ἀνεξήγητος] α-νε-ξή-γη-τος επίθ.: που δεν είναι δυνατόν ή εύκολο να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί: ~ος: θυμός/φόβος. ~η: ανησυχία/ασθένεια/καθυστέρηση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/μυστήριο/φαινόμενο. ~οι: θόρυβοι/φόνοι. ~α: αίτια/συμπτώματα. Κατά έναν περίεργο και ~ο τρόπο ... Κάτι (παρα)μένει/φαίνεται ~ο. Σειρά ~ων εξαφανίσεων. Οι αρμόδιοι για ~ους λόγους αρνούνται να ... Συμβαίνουν ~α πράγματα. Πβ. αλλόκοτος, ανεξιχνίαστος, ανερμήνευτος, μυστηριώδης, παράξενος. Βλ. δυσεξήγητος.|| (ως ουσ.) Ο φόβος του ανθρώπου για το ~ο. Πβ. άγνωστο. ΣΥΝ. ακατανόητος (1) ● επίρρ.: ανεξήγητα [< μτγν. ἀνεξήγητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.