Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46980-47000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46444σκυροδετώ[σκυροδετῶ] σκυ-ρο-δε-τώ ρ. (μτβ.) {σκυροδετ-ήθηκε, -ηθεί} (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. (για δομικό έργο) καλύπτω με σκυρόδεμα: Η πλάκα/τμήμα του φέροντος οργανισμού έχει ~ηθεί.
46445σκυροκονίαμασκυ-ρο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. τσιμέντο. Βλ. μπετόν.
46446σκυρόστρωμασκυ-ρό-στρω-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): οδόστρωμα που έχει καλυφθεί με σκυρόδεμα: εργασίες τοποθέτησης ~ώματος.
46447σκυρόστρωσησκυ-ρό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διάστρωση τεχνικού έργου με χαλίκι: ~ δασικού δρόμου/πλατειών/σιδηροδρομικής γραμμής. Βλ. -στρωση.
46448σκυτάλησκυ-τά-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μακρόστενος κύλινδρος που χρησιμοποιείται στη σκυταλοδρομία: Του έπεσε η ~. Οι δρομείς αντάλλαξαν ταχύτατα τη ~. 2. (μτφ.) συνέχιση έργου, αποστολής: Παραχωρώ τη ~ σε κάποιον. Πήρε τη ~ από τον ... Η ~ της ηγεσίας του κόμματος πέρασε στον ... ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή σκυτάλης 1. (μτφ.) διαδοχή, μεταβίβαση θέσης, αξιώματος: ~ ~ στην κορυφή (του βαθμολογικού πίνακα)/στον πάγκο/στην πολιτική σκηνή (της χώρας)/στην προεδρία/στο πρωτάθλημα. Αναμένεται/πραγματοποιείται/προβλέπεται/συντελείται ~ ~. ~ διοικητικής ~. Πβ. αλλαγή φρουράς. 2. ΑΘΛ. παράδοσή της από τον έναν αθλητή στον άλλο κατά τη διάρκεια της σκυταλοδρομίας: επιτυχημένη ~ ~. ● ΦΡ.: παραδίδω τη σκυτάλη βλ. παραδίδω [< αρχ. σκυτάλη]
46449σκυταλοδρομίασκυ-τα-λο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνας δρόμου μεταξύ ομάδων (τεσσάρων αθλητών), κατά τον οποίο κάθε δρομέας διανύει ένα τμήμα της συνολικής απόστασης, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον επόμενο συναθλητή του, μέχρι τον τέταρτο που φτάνει στο τέρμα της διαδρομής· αντίστοιχο αγώνισμα στην κολύμβηση: ~ 4 x 100/4 x 400 μέτρα ανδρών/γυναικών. ~ 4 x 200 μέτρα ελεύθερο. Μικτή ~. Βλ. -δρομία.|| (μτφ.) ~ αγάπης/ανάγνωσης/ζωής (: προγράμματα που προωθούν τη φιλανθρωπία, τη φιλαναγνωσία, τις μεταμοσχεύσεις). [< γαλλ. course de relais, 1905, αγγλ. relay race, medley relay, 1924]
46450σκυφόζωασκυ-φό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. θαλάσσια ασπόνδυλα κοιλεντερωτά (τάξη Scyphozoa) μεγάλων συνήθ. διαστάσεων. Βλ. μέδουσα, υδρόζωα. [< αγγλ. scyphozoan, περ. 1909, γαλλ. scyphozoaires, 1933]
46451σκύφοςσκύ-φος ουσ. (αρσ.) {σπάν. κ. ουδ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. πήλινο ποτήρι με μεγάλο στόμιο και δύο οριζόντιες λαβές: ερυθρόμορφος/μελανόμορφος ~. ~οι με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεγαρικός ~ (: αγγείο πόσης της ελληνιστικής εποχής, χωρίς λαβές). Βλ. αμφορέας, κοτύλη, κρατήρας, κρατηρίσκος, κύλικα. [< αρχ. σκύφος]
46452σκυφτός, ή, ό σκυ-φτός επίθ.: που το σώμα του γέρνει προς τα εμπρός: Καθόταν/περπατούσε/στεκόταν ~ (πβ. καμπουριασμένος).|| ~ή: θέση οδήγησης/πλάτη/στάση (σώματος, βλ. κύφωση). Με ~ό το κεφάλι (= σκυμμένο). ● επίρρ.: σκυφτά [< 17ος αι.]
46453σκύφτωβλ. σκύβω
46454σκύψιμοσκύ-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκύβω. Βλ. επίκυψη.
46455σκώληκαςσκώ-λη-κας ουσ. (αρσ.) {σκωλήκων} (λόγ.): ΖΩΟΛ. σκουλήκι. ● ΣΥΜΠΛ.: τρηματώδης σκώληκας βλ. τρηματώδης [< αρχ. σκώληξ]
46456σκωληκόβρωτος, η, ο σκω-λη-κό-βρω-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): σκουληκοφαγωμένος. [< μτγν. σκωληκόβρωτος]
46457σκωληκοειδεκτομήσκω-λη-κο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επέμβαση για την αφαίρεση της σκωληκοειδούς απόφυσης: λαπαροσκοπική/ρομποτική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. appendicectomie]
46458σκωληκοειδής, ής, ές σκω-λη-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σκουληκιού, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σκωληκοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μικρός, στενός σωλήνας του τυφλού εντέρου με άφθονο λεμφικό ιστό: αφαίρεση (= σκωληκοειδεκτομή)/φλεγμονή της ~ούς ~ης (= σκωληκοειδίτιδα). Βλ. -ειδής. [< γαλλ. appendice vermiforme] [< αρχ. σκωληκοειδής]
46459σκωληκοειδίτιδασκω-λη-κο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σκωληκοειδίτης (ο): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης πάθηση της σκωληκοειδούς απόφυσης: οξεία/χρόνια ~. Εγχείρηση ~ας (= σκωληκοειδεκτομή). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. appendicite]
46460σκώμμα[σκῶμμα] σκώμ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πείραγμα, κοροϊδία: τα ~ατα των κωμικών. Πβ. αστεϊσμός, καζούρα, σαρκασμός, χλευασμός. Βλ. σάτιρα. [< αρχ. σκῶμμα]
46461σκώπτηςσκώ-πτης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που πειράζει και κοροϊδεύει τους άλλους με στόχο τη διακωμώδησή τους: δεινός ~ και βωμολόχος. [< μτγν. σκώπτης 'χλευαστής']
46462σκωπτικός, ή, ό σκω-πτι-κός επίθ. (λόγ.): κοροϊδευτικός, περιπαικτικός: ~ός: λόγος/χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/έκφραση. ~ό: κείμενο/πνεύμα/σχόλιο/τραγούδι/ύφος. Ανέφερε με ~ό τόνο ότι ... Πβ. παρωδιακός, σαρκαστικός, χλευαστικός. ● επίρρ.: σκωπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. σκωπτικός]
46463σκωπτικότητασκω-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκωπτικού: η ~ της σάτιρας. Περιγράφει/σχολιάζει με χιούμορ και ~ τα κακώς κείμενα. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.