| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46435 | σκυλοτρώγομαι | σκυ-λο-τρώ-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {(σπάν.) σκυλοφαγώ-θηκαν, κυρ. στο γ' πληθ. πρόσ.} (προφ.-επιτατ.): τσακώνομαι άσχημα και διαρκώς: ~ονται στα τηλεπαράθυρα. Πβ. διαπληκτίζομαι, μαλώνω. | |
| 46436 | σκυλόφατσα | σκυ-λό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ. στον πληθ.} (υβριστ.): πολύ άσχημο πρόσωπο· (κυρ. κατ' επέκτ.) σκυλομούρης: Έχει ~.|| Είναι ~. Πβ. κακ-, παν-άσχημος. | |
| 46437 | σκυλόψαρο | σκυ-λό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία για κάποια είδη μικρόσωμων καρχαριών (οικογ. Squalidae, Galeorhinidae, Scylliidae). Πβ. γάτος. Βλ. ζύγαινα, -ψαρο. ΣΥΝ. σκύλος (2) [< μεσν. σκυλόψαρο] | |
| 46438 | σκύμνος | σκύ-μνος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. νεογέννητο λιονταράκι. [< αρχ. σκύμνος] | |
| 46439 | σκυριανός | , ή, ό σκυ-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκύρο ή/και τους Σκυριανούς: ~ά: αλογάκια. Βλ. -ιανός. | |
| 46440 | Σκυριανός, Σκυριανή | Σκυ-ρια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σκύρο. | |
| 46441 | σκύρο | σκύ-ρο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μικρό θραύσμα ασβεστολιθικού πετρώματος, χαλίκι: θραυστά ~α. ~α γραμμής/λατομείου/οδοστρωσίας. Στρώση ~ων (= σκυρόστρωση). Τα ~α χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σκυροδέματος. [< μτγν. σκῦρος] | |
| 46442 | σκυρόδεμα | σκυ-ρό-δε-μα ουσ. (ουδ.) {σκυροδέμ-ατος | -ατα} (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. μπετόν: άοπλο/ασφαλτικό/νωπό/προεντεταμένο ~. Αναμικτήρας (= μπετονιέρα)/διάστρωση ~ατος. Κυψελωτό ~ (= ελαφρομπετόν). Πλάκες από ~. ~ατα υψηλής/χαμηλής αντοχής. ● ΣΥΜΠΛ.: οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα & (σπάν.) ενισχυμένο σκυρόδεμα: που έχει ενισχυθεί με μεταλλικές ράβδους, συνήθ. από χάλυβα, ώστε να είναι πιο ανθεκτικό σε καταπονήσεις: κατασκευές από ~ ~. ΣΥΝ. μπετόν αρμέ (1) [< αγγλ. reinforced concrete, 1902] | |
| 46443 | σκυροδέτηση | σκυ-ρο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκυροδετώ: ~ δαπέδου/θεμελίωσης/οδοστρώματος/πλάκας/τοίχου. ~ σε υψηλές/χαμηλές θερμοκρασίες. Καλούπωμα και ~. | |
| 46444 | σκυροδετώ | [σκυροδετῶ] σκυ-ρο-δε-τώ ρ. (μτβ.) {σκυροδετ-ήθηκε, -ηθεί} (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. (για δομικό έργο) καλύπτω με σκυρόδεμα: Η πλάκα/τμήμα του φέροντος οργανισμού έχει ~ηθεί. | |
| 46445 | σκυροκονίαμα | σκυ-ρο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. τσιμέντο. Βλ. μπετόν. | |
| 46446 | σκυρόστρωμα | σκυ-ρό-στρω-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): οδόστρωμα που έχει καλυφθεί με σκυρόδεμα: εργασίες τοποθέτησης ~ώματος. | |
| 46447 | σκυρόστρωση | σκυ-ρό-στρω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διάστρωση τεχνικού έργου με χαλίκι: ~ δασικού δρόμου/πλατειών/σιδηροδρομικής γραμμής. Βλ. -στρωση. | |
| 46448 | σκυτάλη | σκυ-τά-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μακρόστενος κύλινδρος που χρησιμοποιείται στη σκυταλοδρομία: Του έπεσε η ~. Οι δρομείς αντάλλαξαν ταχύτατα τη ~. 2. (μτφ.) συνέχιση έργου, αποστολής: Παραχωρώ τη ~ σε κάποιον. Πήρε τη ~ από τον ... Η ~ της ηγεσίας του κόμματος πέρασε στον ... ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή σκυτάλης 1. (μτφ.) διαδοχή, μεταβίβαση θέσης, αξιώματος: ~ ~ στην κορυφή (του βαθμολογικού πίνακα)/στον πάγκο/στην πολιτική σκηνή (της χώρας)/στην προεδρία/στο πρωτάθλημα. Αναμένεται/πραγματοποιείται/προβλέπεται/συντελείται ~ ~. ~ διοικητικής ~. Πβ. αλλαγή φρουράς. 2. ΑΘΛ. παράδοσή της από τον έναν αθλητή στον άλλο κατά τη διάρκεια της σκυταλοδρομίας: επιτυχημένη ~ ~. ● ΦΡ.: παραδίδω τη σκυτάλη βλ. παραδίδω [< αρχ. σκυτάλη] | |
| 46449 | σκυταλοδρομία | σκυ-τα-λο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνας δρόμου μεταξύ ομάδων (τεσσάρων αθλητών), κατά τον οποίο κάθε δρομέας διανύει ένα τμήμα της συνολικής απόστασης, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον επόμενο συναθλητή του, μέχρι τον τέταρτο που φτάνει στο τέρμα της διαδρομής· αντίστοιχο αγώνισμα στην κολύμβηση: ~ 4 x 100/4 x 400 μέτρα ανδρών/γυναικών. ~ 4 x 200 μέτρα ελεύθερο. Μικτή ~. Βλ. -δρομία.|| (μτφ.) ~ αγάπης/ανάγνωσης/ζωής (: προγράμματα που προωθούν τη φιλανθρωπία, τη φιλαναγνωσία, τις μεταμοσχεύσεις). [< γαλλ. course de relais, 1905, αγγλ. relay race, medley relay, 1924] | |
| 46450 | σκυφόζωα | σκυ-φό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. θαλάσσια ασπόνδυλα κοιλεντερωτά (τάξη Scyphozoa) μεγάλων συνήθ. διαστάσεων. Βλ. μέδουσα, υδρόζωα. [< αγγλ. scyphozoan, περ. 1909, γαλλ. scyphozoaires, 1933] | |
| 46451 | σκύφος | σκύ-φος ουσ. (αρσ.) {σπάν. κ. ουδ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. πήλινο ποτήρι με μεγάλο στόμιο και δύο οριζόντιες λαβές: ερυθρόμορφος/μελανόμορφος ~. ~οι με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεγαρικός ~ (: αγγείο πόσης της ελληνιστικής εποχής, χωρίς λαβές). Βλ. αμφορέας, κοτύλη, κρατήρας, κρατηρίσκος, κύλικα. [< αρχ. σκύφος] | |
| 46452 | σκυφτός | , ή, ό σκυ-φτός επίθ.: που το σώμα του γέρνει προς τα εμπρός: Καθόταν/περπατούσε/στεκόταν ~ (πβ. καμπουριασμένος).|| ~ή: θέση οδήγησης/πλάτη/στάση (σώματος, βλ. κύφωση). Με ~ό το κεφάλι (= σκυμμένο). ● επίρρ.: σκυφτά [< 17ος αι.] | |
| 46453 | σκύφτω | βλ. σκύβω | |
| 46454 | σκύψιμο | σκύ-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του σκύβω. Βλ. επίκυψη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ