Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47000-47020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46455σκώληκαςσκώ-λη-κας ουσ. (αρσ.) {σκωλήκων} (λόγ.): ΖΩΟΛ. σκουλήκι. ● ΣΥΜΠΛ.: τρηματώδης σκώληκας βλ. τρηματώδης [< αρχ. σκώληξ]
46456σκωληκόβρωτος, η, ο σκω-λη-κό-βρω-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): σκουληκοφαγωμένος. [< μτγν. σκωληκόβρωτος]
46457σκωληκοειδεκτομήσκω-λη-κο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επέμβαση για την αφαίρεση της σκωληκοειδούς απόφυσης: λαπαροσκοπική/ρομποτική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. appendicectomie]
46458σκωληκοειδής, ής, ές σκω-λη-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα σκουληκιού, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σκωληκοειδής απόφυση: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μικρός, στενός σωλήνας του τυφλού εντέρου με άφθονο λεμφικό ιστό: αφαίρεση (= σκωληκοειδεκτομή)/φλεγμονή της ~ούς ~ης (= σκωληκοειδίτιδα). Βλ. -ειδής. [< γαλλ. appendice vermiforme] [< αρχ. σκωληκοειδής]
46459σκωληκοειδίτιδασκω-λη-κο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σκωληκοειδίτης (ο): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης πάθηση της σκωληκοειδούς απόφυσης: οξεία/χρόνια ~. Εγχείρηση ~ας (= σκωληκοειδεκτομή). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. appendicite]
46460σκώμμα[σκῶμμα] σκώμ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πείραγμα, κοροϊδία: τα ~ατα των κωμικών. Πβ. αστεϊσμός, καζούρα, σαρκασμός, χλευασμός. Βλ. σάτιρα. [< αρχ. σκῶμμα]
46461σκώπτηςσκώ-πτης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που πειράζει και κοροϊδεύει τους άλλους με στόχο τη διακωμώδησή τους: δεινός ~ και βωμολόχος. [< μτγν. σκώπτης 'χλευαστής']
46462σκωπτικός, ή, ό σκω-πτι-κός επίθ. (λόγ.): κοροϊδευτικός, περιπαικτικός: ~ός: λόγος/χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/έκφραση. ~ό: κείμενο/πνεύμα/σχόλιο/τραγούδι/ύφος. Ανέφερε με ~ό τόνο ότι ... Πβ. παρωδιακός, σαρκαστικός, χλευαστικός. ● επίρρ.: σκωπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. σκωπτικός]
46463σκωπτικότητασκω-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σκωπτικού: η ~ της σάτιρας. Περιγράφει/σχολιάζει με χιούμορ και ~ τα κακώς κείμενα. Βλ. -ότητα.
46464σκώπτωσκώ-πτω ρ. (μτβ.) {έσκωπτε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): περιγελώ, κοροϊδεύω, εμπαίζω. Πβ. λοιδορώ, σαρκάζω, χλευάζω. [< αρχ. σκώπτω]
46465σκωρίαβλ. σκουριά
46466σκωρίασησκω-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κάθε ασθένεια των φυτών που προκαλείται από μύκητες οι οποίοι προσβάλλουν τον βλαστό και τα φύλλα τους, δημιουργώντας κηλίδες: καστανή/κίτρινη/μαύρη ~. ~ της ροδακινιάς/των σιτηρών. Βλ. άνθρακας, ίσκα, κηλίδωση, σεπτορίωση, -ίαση. ΣΥΝ. σκουριά (2) [< γαλλ. rouille]
46467σκώτιβλ. συκώτι
46468σκωτικός, ή, ό σκω-τι-κός επίθ. (επίσ.): σκωτσέζικος: ~ή: γαελική (: κελτική γλώσσα της Σκωτίας).
46469σκωτσέζικος, η, ο σκω-τσέ-ζι-κος επίθ. & σκοτσέζικος: που σχετίζεται με τη Σκωτία ή/και τους Σκωτσέζους: ~η: γκάιντα/φούστα (: κιλτ ή κάθε πολύχρωμη καρό φούστα με πιέτες, που μοιάζει με αυτό). ~ο: ουίσκι/ύφασμα (βλ. τάρταν). ΣΥΝ. σκωτικός ● ΣΥΜΠΛ.: σκωτσέζικο ντους βλ. ντους
46470Σκωτσέζος, ΣκωτσέζαΣκω-τσέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σκωτία. Βλ. Άγγλος, Ουαλός. [< ιταλ. scozzese, αγγλ. Scotch]
46471σλαβικός, ή, ό σλα-βι-κός επίθ. & (προφ.) σλάβικος, η, ο: που σχετίζεται με τους Σλάβους. ● Ουσ.: Σλαβικά (τα) & (προφ.) Σλάβικα & (επίσ.) Σλαβική (η): ενν. γλώσσα: παλαιά εκκλησιαστική ~ή (πβ. Σλαβονική). ● επίρρ.: σλαβικά & (προφ.) σλάβικα
46472σλαβολογίασλα-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη των σλαβικών γλωσσών, της ιστορίας και του πολιτισμού των Σλάβων. Βλ. -λογία.
46473σλαβολόγοςσλα-βο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη σλαβολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. slaviste]
46474σλαβονικός, ή, ό σλα-βο-νι-κός επίθ. & (προφ.) σλαβόνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλαβονία (περιοχή της Κροατίας) ή τη Σλαβονική: ~ό: χωριό.|| ~ό: χειρόγραφο. ● Ουσ.: Σλαβονική (η) & Σλαβονικά (τα): ΓΛΩΣΣ. λειτουργική γλώσσα των Ορθόδοξων σλαβικών λαών που βασίστηκε στην αρχαία Σλαβική. [< γαλλ. slavon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.