| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46464 | σκώπτω | σκώ-πτω ρ. (μτβ.) {έσκωπτε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): περιγελώ, κοροϊδεύω, εμπαίζω. Πβ. λοιδορώ, σαρκάζω, χλευάζω. [< αρχ. σκώπτω] | |
| 46465 | σκωρία | βλ. σκουριά | |
| 46466 | σκωρίαση | σκω-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κάθε ασθένεια των φυτών που προκαλείται από μύκητες οι οποίοι προσβάλλουν τον βλαστό και τα φύλλα τους, δημιουργώντας κηλίδες: καστανή/κίτρινη/μαύρη ~. ~ της ροδακινιάς/των σιτηρών. Βλ. άνθρακας, ίσκα, κηλίδωση, σεπτορίωση, -ίαση. ΣΥΝ. σκουριά (2) [< γαλλ. rouille] | |
| 46467 | σκώτι | βλ. συκώτι | |
| 46468 | σκωτικός | , ή, ό σκω-τι-κός επίθ. (επίσ.): σκωτσέζικος: ~ή: γαελική (: κελτική γλώσσα της Σκωτίας). | |
| 46469 | σκωτσέζικος | , η, ο σκω-τσέ-ζι-κος επίθ. & σκοτσέζικος: που σχετίζεται με τη Σκωτία ή/και τους Σκωτσέζους: ~η: γκάιντα/φούστα (: κιλτ ή κάθε πολύχρωμη καρό φούστα με πιέτες, που μοιάζει με αυτό). ~ο: ουίσκι/ύφασμα (βλ. τάρταν). ΣΥΝ. σκωτικός ● ΣΥΜΠΛ.: σκωτσέζικο ντους βλ. ντους | |
| 46470 | Σκωτσέζος, Σκωτσέζα | Σκω-τσέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σκωτία. Βλ. Άγγλος, Ουαλός. [< ιταλ. scozzese, αγγλ. Scotch] | |
| 46471 | σλαβικός | , ή, ό σλα-βι-κός επίθ. & (προφ.) σλάβικος, η, ο: που σχετίζεται με τους Σλάβους. ● Ουσ.: Σλαβικά (τα) & (προφ.) Σλάβικα & (επίσ.) Σλαβική (η): ενν. γλώσσα: παλαιά εκκλησιαστική ~ή (πβ. Σλαβονική). ● επίρρ.: σλαβικά & (προφ.) σλάβικα | |
| 46472 | σλαβολογία | σλα-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική μελέτη των σλαβικών γλωσσών, της ιστορίας και του πολιτισμού των Σλάβων. Βλ. -λογία. | |
| 46473 | σλαβολόγος | σλα-βο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη σλαβολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. slaviste] | |
| 46474 | σλαβονικός | , ή, ό σλα-βο-νι-κός επίθ. & (προφ.) σλαβόνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλαβονία (περιοχή της Κροατίας) ή τη Σλαβονική: ~ό: χωριό.|| ~ό: χειρόγραφο. ● Ουσ.: Σλαβονική (η) & Σλαβονικά (τα): ΓΛΩΣΣ. λειτουργική γλώσσα των Ορθόδοξων σλαβικών λαών που βασίστηκε στην αρχαία Σλαβική. [< γαλλ. slavon] | |
| 46475 | σλαβόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 46476 | σλάιντ | σλά-ι-ντ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σλάιτ (παλαιότ.): ΦΩΤΟΓΡ. μικρή ημιδιαφανής φωτογραφική διαφάνεια που προστατεύεται από πλαίσιο και προβάλλεται από ειδικό προτζέκτορα: παρουσίαση/προβολή ~. ~ς έργων τέχνης. [< αγγλ. slide] | |
| 46477 | σλάλομ | σλά-λομ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα κατάβασης σε χιονισμένη πίστα με μεγάλη κλίση, που γίνεται με διαδοχικούς ελιγμούς σε ειδικά οριοθετημένο διάδρομο· αντίστοιχο αγώνισμα στο θαλάσσιο σκι και το κανόε-καγιάκ: απλό/γιγαντιαίο ~. Διεθνής αγώνας/ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ~.|| (κατ' επέκτ.) Έκανε ~ με την μπάλα (= ζιγκ-ζαγκ). [< αγγλ. slalom, 1921, γαλλ. ~, 1908, αγγλ. giant ~, 1937] | |
| 46478 | σλανγκ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} & σλαγκ: ΓΛΩΣΣ. αργκό. Πβ. κοινωνιόλεκτος. Βλ. διά-, ιδιό-λεκτος. [< αγγλ. slang] | |
| 46479 | σλάπστικ | σλάπ-στικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κωμωδία στην οποία οι ήρωες συμπεριφέρονται με ανόητο τρόπο και κάνουν συνέχεια γκάφες: ντελιριακό ~. Πβ. φαρσοκωμωδία. Βλ. γκαγκ, μπουρλέσκ.|| (ως επίθ.) ~ χιούμορ. Υπερβολικά ~ αστεία με τούμπες. [< αγγλ. slapstick, 1926] | |
| 46480 | σλέπι | σλέ-πι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. μικρό δεξαμενόπλοιο που τροφοδοτεί με (ναυτιλιακά) καύσιμα πλοίο που βρίσκεται σε λιμάνι. Βλ. μαούνα. [< ρουμ. şlep] | |
| 46481 | σλιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : κοντό, εφαρμοστό εσώρουχο, που αφήνει ακάλυπτους τους μηρούς: ανδρικό (πβ. σώβρακο, βλ. μπόξερ)/γυναικείο (πβ. κιλότα)/παιδικό (πβ. βρακί) ~. Βλ. στρινγκ.|| (κατ' επέκτ.) Μαγιό-~ (: μόνο ανδρικό). ● Υποκ.: σλιπάκι (το) [< γαλλ. slip, 1913] | |
| 46482 | σλίπινγκ μπαγκ | σλί-πιν-γκ μπαγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: υπνόσακος. | |
| 46483 | σλοβακικός | , ή, ό σλο-βα-κι-κός επίθ. & (προφ.) σλοβάκικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλοβακία ή/και τους Σλοβάκους. [< γερμ. slowakisch] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ