Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47020-47040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46484Σλοβάκος, ΣλοβάκαΣλο-βά-κος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβακία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σλοβακική υπηκοότητα. [< γερμ. Slowake]
46485σλοβενικός, ή, ό σλο-βε-νι-κός επίθ. & (προφ.) σλοβένικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλοβενία ή/και τους Σλοβένους. [< γαλλ. slovène]
46486Σλοβένος, ΣλοβέναΣλο-βέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβενία ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει τη σλοβενική υπηκοότητα. [< γαλλ. Slovène]
46487σλόγκανσλό-γκαν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σύνθημα, συνήθ. εμπορικό ή πολιτικό: δημοφιλές/διαφημιστικό (πβ. μήνυμα)/έξυπνο/ευρηματικό/παραπλανητικό/πετυχημένο ~. ~ εταιρείας/κόμματος. Γράφω/επινοώ/προβάλλω/υιοθετώ ένα ~. Έχω ως ~ το ... Κατέβηκε στις εκλογές με το ~ "...". Βλ. μότο, τζινγκλ. [< αγγλ. slogan, γαλλ. ~, 1930]
46488σλότιβλ. ζλότι
46489σλουπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο πλοίο με ένα κάθετο κατάρτι. [< γαλλ. sloop]
46490ΣΜΑ: (η) Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας.
46492σμάλτινος, η, ο σμάλ-τι-νος επίθ.: που είναι κατασκευασμένος από σμάλτο: ~ος: σταυρός. ~ο: δισκοπότηρο. Βλ. -ινος.
46493σμάλτοσμάλ-το ουσ. (ουδ.) 1. υλικό σαν γυαλί, με το οποίο καλύπτονται κεραμικά, μεταλλικά, πορσελάνινα αντικείμενα, για να αποκτήσουν στεγανότητα και λάμψη· συνεκδ. το ίδιο το αντικείμενο: λευκό/μαύρο ~. Σκουλαρίκια με ~. Επίστρωση ~ου. 2. αδαμαντίνη: το ~ των δοντιών. [< ιταλ. smalto]
46494σμαλτώνωσμαλ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σμάλτω-σα, -θηκε, συνήθ. στη μτχ. -μένος}: καλύπτω επιφάνεια με σμάλτο: ~μένα: κεραμικά. Πβ. εφυαλώνω. Βλ. φαγιάνς.
46495σμαραγδένιος, ια, ιο σμα-ρα-γδέ-νιος επίθ. & (σπάν.) σμαράγδινος, η, ο 1. που έχει φτιαχτεί από σμαράγδια ή έχει διακοσμηθεί με αυτά: ~ιο: δαχτυλίδι/κόσμημα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που έχει σμαραγδί χρώμα: ~ια: ακρογιαλιά/λίμνη. ~ιο: δάσος. ~ια: μάτια/νερά. Πβ. βαθυπράσινος. [< μτγν. σμαράγδινος]
46496σμαραγδής, -ιά, -ί σμα-ρα-γδής επίθ. & σμαραγδί {άκλ.} (προφ.): βαθυπράσινος: ~ί: σατέν φόρεμα. ~ιά/~ί: μάτια. Πβ. ζαφειρένιος. ΣΥΝ. σμαραγδένιος.|| ~ί πράσινο (: διαυγές και λαμπερό). ● Ουσ.: σμαραγδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. περλέ, ρουμπινί.
46497σμαράγδισμα-ρά-γδι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. διαφανής, βαθυπράσινος πολύτιμος λίθος, ποικιλία της βηρύλλου: ακατέργαστο ~. Δαχτυλίδι με ~. Βλ. διαμάντι, ζαφείρι, ρουμπίνι. [< σμαράγδι, 16ος αι. < μτγν. σμαράγδιον]
46498σμαραγδίτηςσμα-ρα-γδί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πράσινο, ινώδες πυριτικό ορυκτό. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. σμαραγδίτης, γαλλ.-αγγλ. smaragdite]
46499σμάρισμά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλήθος: ~ μελισσών. Ένα ~ πουλιά. Πβ. σμήνος.|| (μτφ.) Ένα ~ από παιδιά (πβ. παιδομάνι). [< μεσν. σμάρι]
58676σμάρτφονουσ. σμάρτ-φον (ουδ.) &. (σπανιότ.) σμαρτφόουν: ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. κινητό τηλέφωνο με πολλαπλές λειτουργίες, όπως πρόσβαση στο διαδίκτυο και ψηφιακή κάμερα. Πβ. άιφον. [< αγγλ. smartphone ‘έξυπνο τηλέφωνο’, 1984, γαλλ. ~, 1993, ιταλ. ~, 1996]
46500ΣΜΕΑ(οι): Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής. Βλ. ΕΕΕΕΚ.
46502σμεουριάσμε-ου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Rubus idaeus) που συγγενεύει με τη βατομουριά.
46503σμέουροσμέ-ου-ρο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της σμεουριάς, το φραμπουάζ. Βλ. βατόμουρο.
46504σμέρνασμέρ-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο, πολύ επιθετικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Muraena helena) με φιδίσιο σώμα, χωρίς λέπια, που έχει εύγευστο κρέας. Βλ. χέλι. ΣΥΝ. μύραινα [< αρχ. σμύραινα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.