| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46484 | Σλοβάκος, Σλοβάκα | Σλο-βά-κος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβακία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σλοβακική υπηκοότητα. [< γερμ. Slowake] | |
| 46485 | σλοβενικός | , ή, ό σλο-βε-νι-κός επίθ. & (προφ.) σλοβένικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλοβενία ή/και τους Σλοβένους. [< γαλλ. slovène] | |
| 46486 | Σλοβένος, Σλοβένα | Σλο-βέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβενία ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει τη σλοβενική υπηκοότητα. [< γαλλ. Slovène] | |
| 46487 | σλόγκαν | σλό-γκαν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σύνθημα, συνήθ. εμπορικό ή πολιτικό: δημοφιλές/διαφημιστικό (πβ. μήνυμα)/έξυπνο/ευρηματικό/παραπλανητικό/πετυχημένο ~. ~ εταιρείας/κόμματος. Γράφω/επινοώ/προβάλλω/υιοθετώ ένα ~. Έχω ως ~ το ... Κατέβηκε στις εκλογές με το ~ "...". Βλ. μότο, τζινγκλ. [< αγγλ. slogan, γαλλ. ~, 1930] | |
| 46488 | σλότι | βλ. ζλότι | |
| 46489 | σλουπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο πλοίο με ένα κάθετο κατάρτι. [< γαλλ. sloop] | |
| 46490 | ΣΜΑ | : (η) Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας. | |
| 46492 | σμάλτινος | , η, ο σμάλ-τι-νος επίθ.: που είναι κατασκευασμένος από σμάλτο: ~ος: σταυρός. ~ο: δισκοπότηρο. Βλ. -ινος. | |
| 46493 | σμάλτο | σμάλ-το ουσ. (ουδ.) 1. υλικό σαν γυαλί, με το οποίο καλύπτονται κεραμικά, μεταλλικά, πορσελάνινα αντικείμενα, για να αποκτήσουν στεγανότητα και λάμψη· συνεκδ. το ίδιο το αντικείμενο: λευκό/μαύρο ~. Σκουλαρίκια με ~. Επίστρωση ~ου. 2. αδαμαντίνη: το ~ των δοντιών. [< ιταλ. smalto] | |
| 46494 | σμαλτώνω | σμαλ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σμάλτω-σα, -θηκε, συνήθ. στη μτχ. -μένος}: καλύπτω επιφάνεια με σμάλτο: ~μένα: κεραμικά. Πβ. εφυαλώνω. Βλ. φαγιάνς. | |
| 46495 | σμαραγδένιος | , ια, ιο σμα-ρα-γδέ-νιος επίθ. & (σπάν.) σμαράγδινος, η, ο 1. που έχει φτιαχτεί από σμαράγδια ή έχει διακοσμηθεί με αυτά: ~ιο: δαχτυλίδι/κόσμημα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που έχει σμαραγδί χρώμα: ~ια: ακρογιαλιά/λίμνη. ~ιο: δάσος. ~ια: μάτια/νερά. Πβ. βαθυπράσινος. [< μτγν. σμαράγδινος] | |
| 46496 | σμαραγδής | , -ιά, -ί σμα-ρα-γδής επίθ. & σμαραγδί {άκλ.} (προφ.): βαθυπράσινος: ~ί: σατέν φόρεμα. ~ιά/~ί: μάτια. Πβ. ζαφειρένιος. ΣΥΝ. σμαραγδένιος.|| ~ί πράσινο (: διαυγές και λαμπερό). ● Ουσ.: σμαραγδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. περλέ, ρουμπινί. | |
| 46497 | σμαράγδι | σμα-ρά-γδι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. διαφανής, βαθυπράσινος πολύτιμος λίθος, ποικιλία της βηρύλλου: ακατέργαστο ~. Δαχτυλίδι με ~. Βλ. διαμάντι, ζαφείρι, ρουμπίνι. [< σμαράγδι, 16ος αι. < μτγν. σμαράγδιον] | |
| 46498 | σμαραγδίτης | σμα-ρα-γδί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πράσινο, ινώδες πυριτικό ορυκτό. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. σμαραγδίτης, γαλλ.-αγγλ. smaragdite] | |
| 46499 | σμάρι | σμά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλήθος: ~ μελισσών. Ένα ~ πουλιά. Πβ. σμήνος.|| (μτφ.) Ένα ~ από παιδιά (πβ. παιδομάνι). [< μεσν. σμάρι] | |
| 58676 | σμάρτφον | ουσ. σμάρτ-φον (ουδ.) &. (σπανιότ.) σμαρτφόουν: ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. κινητό τηλέφωνο με πολλαπλές λειτουργίες, όπως πρόσβαση στο διαδίκτυο και ψηφιακή κάμερα. Πβ. άιφον. [< αγγλ. smartphone ‘έξυπνο τηλέφωνο’, 1984, γαλλ. ~, 1993, ιταλ. ~, 1996] | |
| 46500 | ΣΜΕΑ | (οι): Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής. Βλ. ΕΕΕΕΚ. | |
| 46502 | σμεουριά | σμε-ου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Rubus idaeus) που συγγενεύει με τη βατομουριά. | |
| 46503 | σμέουρο | σμέ-ου-ρο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της σμεουριάς, το φραμπουάζ. Βλ. βατόμουρο. | |
| 46504 | σμέρνα | σμέρ-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο, πολύ επιθετικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Muraena helena) με φιδίσιο σώμα, χωρίς λέπια, που έχει εύγευστο κρέας. Βλ. χέλι. ΣΥΝ. μύραινα [< αρχ. σμύραινα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ