Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47020-47040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46475σλαβόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
46476σλάιντσλά-ι-ντ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σλάιτ (παλαιότ.): ΦΩΤΟΓΡ. μικρή ημιδιαφανής φωτογραφική διαφάνεια που προστατεύεται από πλαίσιο και προβάλλεται από ειδικό προτζέκτορα: παρουσίαση/προβολή ~. ~ς έργων τέχνης. [< αγγλ. slide]
46477σλάλομσλά-λομ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα κατάβασης σε χιονισμένη πίστα με μεγάλη κλίση, που γίνεται με διαδοχικούς ελιγμούς σε ειδικά οριοθετημένο διάδρομο· αντίστοιχο αγώνισμα στο θαλάσσιο σκι και το κανόε-καγιάκ: απλό/γιγαντιαίο ~. Διεθνής αγώνας/ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ~.|| (κατ' επέκτ.) Έκανε ~ με την μπάλα (= ζιγκ-ζαγκ). [< αγγλ. slalom, 1921, γαλλ. ~, 1908, αγγλ. giant ~, 1937]
46478σλανγκουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} & σλαγκ: ΓΛΩΣΣ. αργκό. Πβ. κοινωνιόλεκτος. Βλ. διά-, ιδιό-λεκτος. [< αγγλ. slang]
46479σλάπστικσλάπ-στικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κωμωδία στην οποία οι ήρωες συμπεριφέρονται με ανόητο τρόπο και κάνουν συνέχεια γκάφες: ντελιριακό ~. Πβ. φαρσοκωμωδία. Βλ. γκαγκ, μπουρλέσκ.|| (ως επίθ.) ~ χιούμορ. Υπερβολικά ~ αστεία με τούμπες. [< αγγλ. slapstick, 1926]
46480σλέπισλέ-πι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. μικρό δεξαμενόπλοιο που τροφοδοτεί με (ναυτιλιακά) καύσιμα πλοίο που βρίσκεται σε λιμάνι. Βλ. μαούνα. [< ρουμ. şlep]
46481σλιπουσ. (ουδ.) {άκλ.} : κοντό, εφαρμοστό εσώρουχο, που αφήνει ακάλυπτους τους μηρούς: ανδρικό (πβ. σώβρακο, βλ. μπόξερ)/γυναικείο (πβ. κιλότα)/παιδικό (πβ. βρακί) ~. Βλ. στρινγκ.|| (κατ' επέκτ.) Μαγιό-~ (: μόνο ανδρικό). ● Υποκ.: σλιπάκι (το) [< γαλλ. slip, 1913]
46482σλίπινγκ μπαγκσλί-πιν-γκ μπαγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: υπνόσακος.
46483σλοβακικός, ή, ό σλο-βα-κι-κός επίθ. & (προφ.) σλοβάκικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλοβακία ή/και τους Σλοβάκους. [< γερμ. slowakisch]
46484Σλοβάκος, ΣλοβάκαΣλο-βά-κος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβακία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σλοβακική υπηκοότητα. [< γερμ. Slowake]
46485σλοβενικός, ή, ό σλο-βε-νι-κός επίθ. & (προφ.) σλοβένικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σλοβενία ή/και τους Σλοβένους. [< γαλλ. slovène]
46486Σλοβένος, ΣλοβέναΣλο-βέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σλοβενία ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει τη σλοβενική υπηκοότητα. [< γαλλ. Slovène]
46487σλόγκανσλό-γκαν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σύνθημα, συνήθ. εμπορικό ή πολιτικό: δημοφιλές/διαφημιστικό (πβ. μήνυμα)/έξυπνο/ευρηματικό/παραπλανητικό/πετυχημένο ~. ~ εταιρείας/κόμματος. Γράφω/επινοώ/προβάλλω/υιοθετώ ένα ~. Έχω ως ~ το ... Κατέβηκε στις εκλογές με το ~ "...". Βλ. μότο, τζινγκλ. [< αγγλ. slogan, γαλλ. ~, 1930]
46488σλότιβλ. ζλότι
46489σλουπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο πλοίο με ένα κάθετο κατάρτι. [< γαλλ. sloop]
46490ΣΜΑ: (η) Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας.
46492σμάλτινος, η, ο σμάλ-τι-νος επίθ.: που είναι κατασκευασμένος από σμάλτο: ~ος: σταυρός. ~ο: δισκοπότηρο. Βλ. -ινος.
46493σμάλτοσμάλ-το ουσ. (ουδ.) 1. υλικό σαν γυαλί, με το οποίο καλύπτονται κεραμικά, μεταλλικά, πορσελάνινα αντικείμενα, για να αποκτήσουν στεγανότητα και λάμψη· συνεκδ. το ίδιο το αντικείμενο: λευκό/μαύρο ~. Σκουλαρίκια με ~. Επίστρωση ~ου. 2. αδαμαντίνη: το ~ των δοντιών. [< ιταλ. smalto]
46494σμαλτώνωσμαλ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σμάλτω-σα, -θηκε, συνήθ. στη μτχ. -μένος}: καλύπτω επιφάνεια με σμάλτο: ~μένα: κεραμικά. Πβ. εφυαλώνω. Βλ. φαγιάνς.
46495σμαραγδένιος, ια, ιο σμα-ρα-γδέ-νιος επίθ. & (σπάν.) σμαράγδινος, η, ο 1. που έχει φτιαχτεί από σμαράγδια ή έχει διακοσμηθεί με αυτά: ~ιο: δαχτυλίδι/κόσμημα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-κυρ. λογοτ.) που έχει σμαραγδί χρώμα: ~ια: ακρογιαλιά/λίμνη. ~ιο: δάσος. ~ια: μάτια/νερά. Πβ. βαθυπράσινος. [< μτγν. σμαράγδινος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.