| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46496 | σμαραγδής | , -ιά, -ί σμα-ρα-γδής επίθ. & σμαραγδί {άκλ.} (προφ.): βαθυπράσινος: ~ί: σατέν φόρεμα. ~ιά/~ί: μάτια. Πβ. ζαφειρένιος. ΣΥΝ. σμαραγδένιος.|| ~ί πράσινο (: διαυγές και λαμπερό). ● Ουσ.: σμαραγδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. περλέ, ρουμπινί. | |
| 46497 | σμαράγδι | σμα-ρά-γδι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. διαφανής, βαθυπράσινος πολύτιμος λίθος, ποικιλία της βηρύλλου: ακατέργαστο ~. Δαχτυλίδι με ~. Βλ. διαμάντι, ζαφείρι, ρουμπίνι. [< σμαράγδι, 16ος αι. < μτγν. σμαράγδιον] | |
| 46498 | σμαραγδίτης | σμα-ρα-γδί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πράσινο, ινώδες πυριτικό ορυκτό. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. σμαραγδίτης, γαλλ.-αγγλ. smaragdite] | |
| 46499 | σμάρι | σμά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλήθος: ~ μελισσών. Ένα ~ πουλιά. Πβ. σμήνος.|| (μτφ.) Ένα ~ από παιδιά (πβ. παιδομάνι). [< μεσν. σμάρι] | |
| 58676 | σμάρτφον | ουσ. σμάρτ-φον (ουδ.) &. (σπανιότ.) σμαρτφόουν: ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. κινητό τηλέφωνο με πολλαπλές λειτουργίες, όπως πρόσβαση στο διαδίκτυο και ψηφιακή κάμερα. Πβ. άιφον. [< αγγλ. smartphone ‘έξυπνο τηλέφωνο’, 1984, γαλλ. ~, 1993, ιταλ. ~, 1996] | |
| 46500 | ΣΜΕΑ | (οι): Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής. Βλ. ΕΕΕΕΚ. | |
| 46502 | σμεουριά | σμε-ου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Rubus idaeus) που συγγενεύει με τη βατομουριά. | |
| 46503 | σμέουρο | σμέ-ου-ρο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της σμεουριάς, το φραμπουάζ. Βλ. βατόμουρο. | |
| 46504 | σμέρνα | σμέρ-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. σαρκοφάγο, πολύ επιθετικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Muraena helena) με φιδίσιο σώμα, χωρίς λέπια, που έχει εύγευστο κρέας. Βλ. χέλι. ΣΥΝ. μύραινα [< αρχ. σμύραινα] | |
| 46505 | σμήγμα | [σμῆγμα] σμήγ-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες του δέρματος, ώστε αυτό να διατηρείται εύκαμπτο και ενυδατωμένο: τυρώδες ~. Βλ. ακμή. [< αρχ. σμῆγμα 'καθαριστική αλοιφή', γαλλ.-αγγλ. smegma] | |
| 46506 | σμηγματογόνος | , ος, ο σμηγ-μα-το-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει ή περιέχει σμήγμα: ~ος: σπίλος. ~ος: κύστη.|| ~ος: υπερπλασία. Βλ. -γόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: σμηγματογόνοι αδένες: που εκκρίνουν σμήγμα και βρίσκονται κυρ. στους θύλακες των τριχών του κεφαλιού και του σώματος, εκτός από παλάμες και τις πατούσες. Βλ. κυψελίδα. [< γαλλ. sébacé] | |
| 46507 | σμηγματόρροια | σμηγ-μα-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική έκκριση σμήγματος από τους σμηγματογόνους αδένες: λιπαρή/ξηρή ~. ~ του τριχωτού της κεφαλής. Βλ. ακμή, -ρροια. [< γαλλ. séborrhée, αγγλ. seborrhoea] | |
| 46508 | σμηγματορροϊκός | , ή, ό σμηγ-μα-τορ-ρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σμηγματόρροια: ~ή: βλεφαρίτιδα/δερματίτιδα/υπερκεράτωση. ~ό: έκζεμα. [< γαλλ. séborrhéique, 1904, αγγλ. seborrheic] | |
| 46509 | σμηκτικός | , ή, ό σμη-κτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία τα μόρια των υγρών κρυστάλλων δεν μπορούν να μετακινηθούν παρά μόνο στο εσωτερικό παράλληλων επιπέδων που ισαπέχουν μεταξύ τους: ~ή: φάση. [< μτγν. σμηκτικός 'καθαρ(ισ)τικός', αγγλ. smectic, 1923, γαλλ. smectique, 1924] | |
| 46510 | σμηναγός | σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον υποσμηναγό και κατώτερος από τον επισμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον υποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. (ανθ)υπο~. | |
| 46511 | σμηναρχία | σμη-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): ΣΤΡΑΤ. μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ Εκπαίδευσης/Μάχης. Βλ. -αρχία, σύνταγμα. [< γαλλ. escadre aérienne] | |
| 46512 | σμήναρχος | σμή-ναρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον αντισμήναρχο και κατώτερος από τον ταξίαρχο κατά έναν βαθμό: ~ εν αποστρατεία. Βλ. πλοί-, πύρ-αρχος, συνταγματάρχης. [< γαλλ. capitaine d'aviation] | |
| 46513 | σμηνίας | σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον υποσμηνία και κατώτερος από τον επισμηνία κατά έναν βαθμό: έφεδρος ~. Βλ. αρχι~, κελευστής, λοχίας. [< γαλλ. sergent d'aviation] | |
| 46514 | σμηνίτης | σμη-νί-της ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. έφεδρος που υπηρετεί τη θητεία του στην Πολεμική Αεροπορία. Βλ. ναύτης, οπλίτης, στρατιώτης, -ίτης1. [< γαλλ. soldat d'aviation] | |
| 46515 | σμήνος | [σμῆνος] σμή-νος ουσ. (ουδ.) {σμήν-ους | -η} 1. μεγάλος αριθμός εντόμων, πουλιών ή γενικότ. ζώων που πετούν ή κινούνται ομαδικά: ~ γλάρων/κουνουπιών/μελισσών. ~ από ακρίδες/μύγες/περιστέρια/σφήκες. Πβ. σμάρι.|| ~ ψαριών. 2. (μτφ.) σύνολο ομοειδών στοιχείων: ~ από παιδιά. Τα ~η των τουριστών. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ γαλαξιών/μετεωριτών. ~η (ΤΕΧΝΟΛ.) ρομπότ/(ΓΕΩΦ.) σεισμών (= σμηνοσεισμοί). ΣΥΝ. πλήθος (1) 3. ΣΤΡΑΤ. ομάδα μαχητικών κυρ. αεροσκαφών· μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας (που ανήκει σε Πτέρυγα): ~ από βομβαρδιστικά/ελικοπτέρων. Ακροβατικά ~η.|| ~ Επιχειρησιακής Υποστήριξης/Εφαρμοσμένης Εκπαίδευσης/Τακτικών Μεταφορών. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρικό σμήνος βλ. αστρικός, σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος βλ. σφαιρωτός [< 1,2: αρχ. σμῆνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ