| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46505 | σμήγμα | [σμῆγμα] σμήγ-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες του δέρματος, ώστε αυτό να διατηρείται εύκαμπτο και ενυδατωμένο: τυρώδες ~. Βλ. ακμή. [< αρχ. σμῆγμα 'καθαριστική αλοιφή', γαλλ.-αγγλ. smegma] | |
| 46506 | σμηγματογόνος | , ος, ο σμηγ-μα-το-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει ή περιέχει σμήγμα: ~ος: σπίλος. ~ος: κύστη.|| ~ος: υπερπλασία. Βλ. -γόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: σμηγματογόνοι αδένες: που εκκρίνουν σμήγμα και βρίσκονται κυρ. στους θύλακες των τριχών του κεφαλιού και του σώματος, εκτός από παλάμες και τις πατούσες. Βλ. κυψελίδα. [< γαλλ. sébacé] | |
| 46507 | σμηγματόρροια | σμηγ-μα-τόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική έκκριση σμήγματος από τους σμηγματογόνους αδένες: λιπαρή/ξηρή ~. ~ του τριχωτού της κεφαλής. Βλ. ακμή, -ρροια. [< γαλλ. séborrhée, αγγλ. seborrhoea] | |
| 46508 | σμηγματορροϊκός | , ή, ό σμηγ-μα-τορ-ρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σμηγματόρροια: ~ή: βλεφαρίτιδα/δερματίτιδα/υπερκεράτωση. ~ό: έκζεμα. [< γαλλ. séborrhéique, 1904, αγγλ. seborrheic] | |
| 46509 | σμηκτικός | , ή, ό σμη-κτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία τα μόρια των υγρών κρυστάλλων δεν μπορούν να μετακινηθούν παρά μόνο στο εσωτερικό παράλληλων επιπέδων που ισαπέχουν μεταξύ τους: ~ή: φάση. [< μτγν. σμηκτικός 'καθαρ(ισ)τικός', αγγλ. smectic, 1923, γαλλ. smectique, 1924] | |
| 46510 | σμηναγός | σμη-να-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον υποσμηναγό και κατώτερος από τον επισμηναγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον υποπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. (ανθ)υπο~. | |
| 46511 | σμηναρχία | σμη-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): ΣΤΡΑΤ. μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ Εκπαίδευσης/Μάχης. Βλ. -αρχία, σύνταγμα. [< γαλλ. escadre aérienne] | |
| 46512 | σμήναρχος | σμή-ναρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον αντισμήναρχο και κατώτερος από τον ταξίαρχο κατά έναν βαθμό: ~ εν αποστρατεία. Βλ. πλοί-, πύρ-αρχος, συνταγματάρχης. [< γαλλ. capitaine d'aviation] | |
| 46513 | σμηνίας | σμη-νί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον υποσμηνία και κατώτερος από τον επισμηνία κατά έναν βαθμό: έφεδρος ~. Βλ. αρχι~, κελευστής, λοχίας. [< γαλλ. sergent d'aviation] | |
| 46514 | σμηνίτης | σμη-νί-της ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. έφεδρος που υπηρετεί τη θητεία του στην Πολεμική Αεροπορία. Βλ. ναύτης, οπλίτης, στρατιώτης, -ίτης1. [< γαλλ. soldat d'aviation] | |
| 46515 | σμήνος | [σμῆνος] σμή-νος ουσ. (ουδ.) {σμήν-ους | -η} 1. μεγάλος αριθμός εντόμων, πουλιών ή γενικότ. ζώων που πετούν ή κινούνται ομαδικά: ~ γλάρων/κουνουπιών/μελισσών. ~ από ακρίδες/μύγες/περιστέρια/σφήκες. Πβ. σμάρι.|| ~ ψαριών. 2. (μτφ.) σύνολο ομοειδών στοιχείων: ~ από παιδιά. Τα ~η των τουριστών. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ γαλαξιών/μετεωριτών. ~η (ΤΕΧΝΟΛ.) ρομπότ/(ΓΕΩΦ.) σεισμών (= σμηνοσεισμοί). ΣΥΝ. πλήθος (1) 3. ΣΤΡΑΤ. ομάδα μαχητικών κυρ. αεροσκαφών· μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας (που ανήκει σε Πτέρυγα): ~ από βομβαρδιστικά/ελικοπτέρων. Ακροβατικά ~η.|| ~ Επιχειρησιακής Υποστήριξης/Εφαρμοσμένης Εκπαίδευσης/Τακτικών Μεταφορών. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρικό σμήνος βλ. αστρικός, σφαιρωτό (αστρικό) σμήνος βλ. σφαιρωτός [< 1,2: αρχ. σμῆνος] | |
| 46516 | σμηνοσεισμοί | σμη-νο-σει-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι): ΓΕΩΦ. αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις παρόμοιου μεγέθους, από τις οποίες καμία δεν ξεχωρίζει ως ο κύριος σεισμός. Βλ. μετα-, προ-σεισμός, σεισμική ακολουθία. [< αγγλ. (earthquake) swarm, 1958] | |
| 46517 | σμιγάδι | σμι-γά-δι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μείγμα σιταριού και κριθαριού· το αλεύρι που προέρχεται από αυτό. | |
| 46518 | σμίγω | σμί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσμι-ξα, σμιγ-μένος} (προφ.) 1. συναντιέμαι, ξαναβρίσκομαι με κάποιον· κατ' επέκτ. συμφιλιώνομαι: ~ξαν και θυμήθηκαν τα παλιά. Η παρέα ~ξε.|| ~ξε ξανά με τη συζυγό του. 2. ενώνω: ~ξε τα χείλη (πβ. σουφρώνω)/χέρια της. ~γμένα: φρύδια.|| (μτφ.) ~ξαν τις φωνές τους για φιλανθρωπικό σκοπό. Τους ~ξε η ζωή/φιλία. ~ξε ερωτικά μαζί της (πβ. συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι). ● σμίγει: συνδυάζεται ή συνυπάρχει αρμονικά με κάτι σε ένα ενιαίο σύνολο: Δάση που ~ουν με τη θάλασσα. Η παραδοσιακή μουσική μπορεί να ~ξει με τη μοντέρνα. ● ΦΡ.: βουνό με βουνό δεν σμίγει βλ. βουνό [< μεσν. σμίγω < αρχ. μίσγω ‘αναμειγνύω’] | |
| 46519 | σμικρός | , ή, ό βλ. μικρός | |
| 46520 | σμίκρυνση | σμί-κρυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. τεχνική αναπαραγωγή πρωτοτύπου (κειμένου, σχεδίου, φωτογραφίας) σε μικρότερες διαστάσεις· συνεκδ. το παραγόμενο αποτέλεσμα: αυτόματη ~. ~ εγγράφου/εικόνας/σελίδας/χάρτη. ~ 1:2/κατά 50 % (βλ. κλίμακα). Αντίγραφο σε ~.|| (προφ.) ~ύνσεις πιασμένες με συρραπτικό. ΑΝΤ. μεγέθυνση 2. (επίσ.) μείωση των διαστάσεων, του μεγέθους, της διάρκειας: (ΙΑΤΡ.) ~ μαστού/στομάχου. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παραθύρου (βλ. ελαχιστοποίηση).|| ~ της διαφοράς μεταξύ των δύο κομμάτων. [< γαλλ. raccourcissement, raccourci] | |
| 46521 | σμικρυντικός | , ή, ό σμι-κρυ-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σμίκρυνση: (ΙΑΤΡ.) ~ή: μαστοπλαστική. | |
| 46522 | σμικρύνω | σμι-κρύ-νω ρ. (μτβ.) {σμίκρυν-α, σμικρύν-θηκε, -οντας, σμικρυ-μένος} 1. αναπαράγω με τεχνικά μέσα σε σμίκρυνση εικόνα, κείμενο, σχέδιο: ~ει τη φωτογραφία. Όταν εκτυπώνετε, οι ιστοσελίδες ~ονται αυτόματα. ΑΝΤ. μεγεθύνω 2. (επίσ., κυρ. για διαστάσεις) μειώνω: Ο όγκος ~θηκε. Πβ. μικραίνω.|| (μτφ.) Προσπαθούν να ~ουν τις διαφορές/το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών. [< μτγν. σμικρύνω] | |
| 46523 | σμιλάρι | σμι-λά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : σμίλη. [< μτγν. σμιλάριον 'μαχαιράκι'] | |
| 46524 | σμίλευμα | σμί-λευ-μα ουσ. (ουδ.) & σμίλεμα (λόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σμιλεύω: ~ του ξύλου/της πέτρας. Πβ. λάξευση, σκάλισμα.|| (μτφ.) ~ του λόγου/των χαρακτήρων. [< αρχ. σμίλευμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ