Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47060-47080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46525σμίλευσησμί-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του σμιλεύω, λάξευση: ~ του μαρμάρου.|| (μτφ.) ~ της σιλουέτας. Πβ. διαμόρφωση. [< μτγν. σμίλευσις]
46526σμιλευτός, ή, ό σμι-λευ-τός επίθ. (λόγ., κυριολ. κ. μτφ.): που έχει σμιλευτεί, λαξευτός. Πβ. σκαλιστός. [< μτγν. σμιλευτός]
46527σμιλεύωσμι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {σμίλευ-σα (λαϊκό) -εψα, σμιλεύ-θηκε κ. -τηκε, -μένος κ. σμιλ-εμένος, -οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. λαξεύω 1. κατεργάζομαι, δίνω μορφή σε σκληρό υλικό, χρησιμοποιώντας τη σμίλη: ~ουν το μάρμαρο/το ξύλο/την πέτρα.|| (μτφ.) Κρέμα που ~ει τη σιλουέτα. ~μένο: κορμί/σώμα. ~μένα: βράχια. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι κάτι, διαμορφώνοντάς το: Το ήθος/ο χαρακτήρας της ~τηκε από τις κακουχίες. Λεπτοδουλεμένη, ~μένη γλώσσα. [< 1: μτγν. σμιλεύω]
46528σμίλησμί-λη ουσ. (θηλ.): κοπτικό εργαλείο με μεταλλική λάμα, μυτερή στην άκρη, που χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση ξύλου, πέτρας, μαρμάρου. Πβ. κοπίδι, σκαρπέλο. ΣΥΝ. γλυφίδα, καλέμι, σμιλάρι [< αρχ. σμίλη, γαλλ. smille]
46529σμίξιμοσμί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σμίξη (η): ένωση, συνάντηση: ~ των ανθρώπων (ΑΝΤ. χωρισμός)/δύο πολιτισμών/ψυχών. (λογοτ.) Ερωτικό ~ (πβ. συνεύρεση). [σμίξιμον, 16ος αι., σμίξιμο, 18ος αι.]
46530σμιχτός, ή, ό σμι-χτός επίθ.: που σμίγει, ενώνεται με κάτι: ~ά: φρύδια/χείλη. [17ος αι.]
46531σμιχτοφρύδηςσμι-χτο-φρύ-δης επίθ./ουσ. , σμιχτοφρύδα (η) (προφ.): (για πρόσ.) που έχει σμιχτά φρύδια.
46532ΣΜΝ(τα): Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα.
46533σμόκινσμό-κιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επίσημο ανδρικό κοστούμι, το σακάκι του οποίου έχει μεταξωτό πέτο και συνδυάζεται με παπιγιόν: λευκό/μαύρο ~. Βλ. φράκο. [< γαλλ. smoking]
46534σμολ φόργουορντσμολ φόρ-γου-ορντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ., άκλ.}: ΑΘΛ. μία από τις πέντε θέσεις παικτών σε ομάδα μπάσκετ· (συνήθ. συνεκδ.) ο ίδιος ο παίκτης που αγωνίζεται στη θέση αυτή και παίζει κυρ. κοντά στο καλάθι. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πλέι μέικερ, σέντερ, σούτινγκ γκαρντ. [< αμερικ. small forward, 1977]
46536σμπαράλιασμπα-ρά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): κομμάτια, συντρίμμια, κυρ. στις ● ΦΡ.: έγινε/είναι σμπαράλια (προφ.) 1. (για αντικείμενο) διαλύθηκε, καταστράφηκε: Το αμάξι/σπίτι έγινε ~ (= βίδες). 2. (μτφ., για πρόσ.) είναι σε κακή φυσική ή ψυχολογική κατάσταση: Η μέση μου είναι ~ (= χάλια). Το ηθικό τους είχε γίνει ~ (: είχαν καταρρακωθεί). Πβ. ερείπιο, κουρέλι, ράκος., κάνω κάποιον/κάτι σμπαράλια: σμπαραλιάζω: Έκανε ~ το κινητό. Τα κάνουν όλα ~ (= γυαλιά καρφιά, θρύψαλα). Πβ. διαλύω.|| (μτφ.) Έκανε ~ την αντίπαλη άμυνα (: τη νίκησε, την κατατρόπωσε)/την αξιοπιστία του (πβ. τσαλακώνω, τσαλαπατώ). (για πρόσ.) Η φυγή σου μ' έχει κάνει ~! Πβ. κουρελιάζω, τσακίζω., είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι [< ιταλ. sbaraglia]
46537σμπαραλιάζωσμπα-ρα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {σμπαράλια-σα, σμπαραλιά-στηκε, -σμένος, σμπαραλιάζ-οντας} (προφ.) 1. διαλύω, συντρίβω, καταστρέφω: Το αυτοκίνητο ~στηκε (: έγινε βίδες). Πβ. θρυμματίζω.|| (μτφ.) ~σε τα όνειρα/σχέδιά τους (πβ. τσακίζω). Μου έχει ~σει (= σπάσει) τα νεύρα. ~σμένο: ηθικό (= καταρρακωμένο, κλονισμένο). Πβ. κουρελιάζω. 2. (μτφ., για πρόσ.) καταπονώ, εξουθενώνω: Με ~σε ψυχολογικά (= με έκανε κομμάτια). ~σμένα: γόνατα.
46538σμπαράλιασμασμπα-ρά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διάλυση, καταστροφή: ~ του ηθικού (πβ. καταρράκωση)/της ζωής/των νεύρων. Πβ. κουρέλιασμα, συντριβή.
46539σμπάροςσμπά-ρος ουσ. (αρσ.) & σμπάρο (το) (λαϊκό): πυροβολισμός, τουφεκιά, κυρ. στη ● ΦΡ.: μ' ένα(ν) σμπάρο δυο τρυγόνια: για να δηλωθεί ότι κάποιος με μια προσπάθεια επιτυγχάνει δύο στόχους ή έχει διπλό όφελος. [< σμπάρο, 17ος αι. < βεν. sbaro]
46540σμπίροςσμπί-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πληροφοριοδότης, χαφιές. Πβ. καταδότης, σπιούνος. [< ιταλ. sbirro]
46541ΣΜΥ(η): Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών.
46542ΣΜΥΝ(η): Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού.
46543σμύριδασμύ-ρι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) σμύρις & (λαϊκό) σμυρίγλι (το): ΟΡΥΚΤ. πάρα πολύ σκληρό ορυκτό που περιέχει κυρ. κορούνδιο και χρησιμοποιείται συνήθ. για λείανση επιφανειών. [< μτγν. σμύρις]
46544σμυριδόπανοσμυ-ρι-δό-πα-νο ουσ. (ουδ.): ύφασμα στο οποίο έχει κολληθεί σκόνη σμύριδας, κατάλληλο για γυάλισμα επιφανειών. Βλ. γυαλόχαρτο, υαλόπανο.
46545σμυριδοτροχόςσμυ-ρι-δο-τρο-χός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. τροχός κατασκευασμένος από τραχιά υλικά, κυρ. σμύριδα, για τρόχισμα, ακόνισμα και λείανση επιφανειών. Βλ. δράπανο, πλάνη2, τόρνος, φρέζα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.