| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46516 | σμηνοσεισμοί | σμη-νο-σει-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι): ΓΕΩΦ. αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις παρόμοιου μεγέθους, από τις οποίες καμία δεν ξεχωρίζει ως ο κύριος σεισμός. Βλ. μετα-, προ-σεισμός, σεισμική ακολουθία. [< αγγλ. (earthquake) swarm, 1958] | |
| 46517 | σμιγάδι | σμι-γά-δι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μείγμα σιταριού και κριθαριού· το αλεύρι που προέρχεται από αυτό. | |
| 46518 | σμίγω | σμί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσμι-ξα, σμιγ-μένος} (προφ.) 1. συναντιέμαι, ξαναβρίσκομαι με κάποιον· κατ' επέκτ. συμφιλιώνομαι: ~ξαν και θυμήθηκαν τα παλιά. Η παρέα ~ξε.|| ~ξε ξανά με τη συζυγό του. 2. ενώνω: ~ξε τα χείλη (πβ. σουφρώνω)/χέρια της. ~γμένα: φρύδια.|| (μτφ.) ~ξαν τις φωνές τους για φιλανθρωπικό σκοπό. Τους ~ξε η ζωή/φιλία. ~ξε ερωτικά μαζί της (πβ. συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι). ● σμίγει: συνδυάζεται ή συνυπάρχει αρμονικά με κάτι σε ένα ενιαίο σύνολο: Δάση που ~ουν με τη θάλασσα. Η παραδοσιακή μουσική μπορεί να ~ξει με τη μοντέρνα. ● ΦΡ.: βουνό με βουνό δεν σμίγει βλ. βουνό [< μεσν. σμίγω < αρχ. μίσγω ‘αναμειγνύω’] | |
| 46519 | σμικρός | , ή, ό βλ. μικρός | |
| 46520 | σμίκρυνση | σμί-κρυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. τεχνική αναπαραγωγή πρωτοτύπου (κειμένου, σχεδίου, φωτογραφίας) σε μικρότερες διαστάσεις· συνεκδ. το παραγόμενο αποτέλεσμα: αυτόματη ~. ~ εγγράφου/εικόνας/σελίδας/χάρτη. ~ 1:2/κατά 50 % (βλ. κλίμακα). Αντίγραφο σε ~.|| (προφ.) ~ύνσεις πιασμένες με συρραπτικό. ΑΝΤ. μεγέθυνση 2. (επίσ.) μείωση των διαστάσεων, του μεγέθους, της διάρκειας: (ΙΑΤΡ.) ~ μαστού/στομάχου. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παραθύρου (βλ. ελαχιστοποίηση).|| ~ της διαφοράς μεταξύ των δύο κομμάτων. [< γαλλ. raccourcissement, raccourci] | |
| 46521 | σμικρυντικός | , ή, ό σμι-κρυ-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σμίκρυνση: (ΙΑΤΡ.) ~ή: μαστοπλαστική. | |
| 46522 | σμικρύνω | σμι-κρύ-νω ρ. (μτβ.) {σμίκρυν-α, σμικρύν-θηκε, -οντας, σμικρυ-μένος} 1. αναπαράγω με τεχνικά μέσα σε σμίκρυνση εικόνα, κείμενο, σχέδιο: ~ει τη φωτογραφία. Όταν εκτυπώνετε, οι ιστοσελίδες ~ονται αυτόματα. ΑΝΤ. μεγεθύνω 2. (επίσ., κυρ. για διαστάσεις) μειώνω: Ο όγκος ~θηκε. Πβ. μικραίνω.|| (μτφ.) Προσπαθούν να ~ουν τις διαφορές/το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών. [< μτγν. σμικρύνω] | |
| 46523 | σμιλάρι | σμι-λά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : σμίλη. [< μτγν. σμιλάριον 'μαχαιράκι'] | |
| 46524 | σμίλευμα | σμί-λευ-μα ουσ. (ουδ.) & σμίλεμα (λόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σμιλεύω: ~ του ξύλου/της πέτρας. Πβ. λάξευση, σκάλισμα.|| (μτφ.) ~ του λόγου/των χαρακτήρων. [< αρχ. σμίλευμα] | |
| 46525 | σμίλευση | σμί-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του σμιλεύω, λάξευση: ~ του μαρμάρου.|| (μτφ.) ~ της σιλουέτας. Πβ. διαμόρφωση. [< μτγν. σμίλευσις] | |
| 46526 | σμιλευτός | , ή, ό σμι-λευ-τός επίθ. (λόγ., κυριολ. κ. μτφ.): που έχει σμιλευτεί, λαξευτός. Πβ. σκαλιστός. [< μτγν. σμιλευτός] | |
| 46527 | σμιλεύω | σμι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {σμίλευ-σα (λαϊκό) -εψα, σμιλεύ-θηκε κ. -τηκε, -μένος κ. σμιλ-εμένος, -οντας} (λόγ.) ΣΥΝ. λαξεύω 1. κατεργάζομαι, δίνω μορφή σε σκληρό υλικό, χρησιμοποιώντας τη σμίλη: ~ουν το μάρμαρο/το ξύλο/την πέτρα.|| (μτφ.) Κρέμα που ~ει τη σιλουέτα. ~μένο: κορμί/σώμα. ~μένα: βράχια. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι κάτι, διαμορφώνοντάς το: Το ήθος/ο χαρακτήρας της ~τηκε από τις κακουχίες. Λεπτοδουλεμένη, ~μένη γλώσσα. [< 1: μτγν. σμιλεύω] | |
| 46528 | σμίλη | σμί-λη ουσ. (θηλ.): κοπτικό εργαλείο με μεταλλική λάμα, μυτερή στην άκρη, που χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση ξύλου, πέτρας, μαρμάρου. Πβ. κοπίδι, σκαρπέλο. ΣΥΝ. γλυφίδα, καλέμι, σμιλάρι [< αρχ. σμίλη, γαλλ. smille] | |
| 46529 | σμίξιμο | σμί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σμίξη (η): ένωση, συνάντηση: ~ των ανθρώπων (ΑΝΤ. χωρισμός)/δύο πολιτισμών/ψυχών. (λογοτ.) Ερωτικό ~ (πβ. συνεύρεση). [σμίξιμον, 16ος αι., σμίξιμο, 18ος αι.] | |
| 46530 | σμιχτός | , ή, ό σμι-χτός επίθ.: που σμίγει, ενώνεται με κάτι: ~ά: φρύδια/χείλη. [17ος αι.] | |
| 46531 | σμιχτοφρύδης | σμι-χτο-φρύ-δης επίθ./ουσ. , σμιχτοφρύδα (η) (προφ.): (για πρόσ.) που έχει σμιχτά φρύδια. | |
| 46532 | ΣΜΝ | (τα): Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα. | |
| 46533 | σμόκιν | σμό-κιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επίσημο ανδρικό κοστούμι, το σακάκι του οποίου έχει μεταξωτό πέτο και συνδυάζεται με παπιγιόν: λευκό/μαύρο ~. Βλ. φράκο. [< γαλλ. smoking] | |
| 46534 | σμολ φόργουορντ | σμολ φόρ-γου-ορντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ., άκλ.}: ΑΘΛ. μία από τις πέντε θέσεις παικτών σε ομάδα μπάσκετ· (συνήθ. συνεκδ.) ο ίδιος ο παίκτης που αγωνίζεται στη θέση αυτή και παίζει κυρ. κοντά στο καλάθι. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πλέι μέικερ, σέντερ, σούτινγκ γκαρντ. [< αμερικ. small forward, 1977] | |
| 46536 | σμπαράλια | σμπα-ρά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): κομμάτια, συντρίμμια, κυρ. στις ● ΦΡ.: έγινε/είναι σμπαράλια (προφ.) 1. (για αντικείμενο) διαλύθηκε, καταστράφηκε: Το αμάξι/σπίτι έγινε ~ (= βίδες). 2. (μτφ., για πρόσ.) είναι σε κακή φυσική ή ψυχολογική κατάσταση: Η μέση μου είναι ~ (= χάλια). Το ηθικό τους είχε γίνει ~ (: είχαν καταρρακωθεί). Πβ. ερείπιο, κουρέλι, ράκος., κάνω κάποιον/κάτι σμπαράλια: σμπαραλιάζω: Έκανε ~ το κινητό. Τα κάνουν όλα ~ (= γυαλιά καρφιά, θρύψαλα). Πβ. διαλύω.|| (μτφ.) Έκανε ~ την αντίπαλη άμυνα (: τη νίκησε, την κατατρόπωσε)/την αξιοπιστία του (πβ. τσαλακώνω, τσαλαπατώ). (για πρόσ.) Η φυγή σου μ' έχει κάνει ~! Πβ. κουρελιάζω, τσακίζω., είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι [< ιταλ. sbaraglia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ