| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46537 | σμπαραλιάζω | σμπα-ρα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {σμπαράλια-σα, σμπαραλιά-στηκε, -σμένος, σμπαραλιάζ-οντας} (προφ.) 1. διαλύω, συντρίβω, καταστρέφω: Το αυτοκίνητο ~στηκε (: έγινε βίδες). Πβ. θρυμματίζω.|| (μτφ.) ~σε τα όνειρα/σχέδιά τους (πβ. τσακίζω). Μου έχει ~σει (= σπάσει) τα νεύρα. ~σμένο: ηθικό (= καταρρακωμένο, κλονισμένο). Πβ. κουρελιάζω. 2. (μτφ., για πρόσ.) καταπονώ, εξουθενώνω: Με ~σε ψυχολογικά (= με έκανε κομμάτια). ~σμένα: γόνατα. | |
| 46538 | σμπαράλιασμα | σμπα-ρά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διάλυση, καταστροφή: ~ του ηθικού (πβ. καταρράκωση)/της ζωής/των νεύρων. Πβ. κουρέλιασμα, συντριβή. | |
| 46539 | σμπάρος | σμπά-ρος ουσ. (αρσ.) & σμπάρο (το) (λαϊκό): πυροβολισμός, τουφεκιά, κυρ. στη ● ΦΡ.: μ' ένα(ν) σμπάρο δυο τρυγόνια: για να δηλωθεί ότι κάποιος με μια προσπάθεια επιτυγχάνει δύο στόχους ή έχει διπλό όφελος. [< σμπάρο, 17ος αι. < βεν. sbaro] | |
| 46540 | σμπίρος | σμπί-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πληροφοριοδότης, χαφιές. Πβ. καταδότης, σπιούνος. [< ιταλ. sbirro] | |
| 46541 | ΣΜΥ | (η): Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών. | |
| 46542 | ΣΜΥΝ | (η): Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού. | |
| 46543 | σμύριδα | σμύ-ρι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) σμύρις & (λαϊκό) σμυρίγλι (το): ΟΡΥΚΤ. πάρα πολύ σκληρό ορυκτό που περιέχει κυρ. κορούνδιο και χρησιμοποιείται συνήθ. για λείανση επιφανειών. [< μτγν. σμύρις] | |
| 46544 | σμυριδόπανο | σμυ-ρι-δό-πα-νο ουσ. (ουδ.): ύφασμα στο οποίο έχει κολληθεί σκόνη σμύριδας, κατάλληλο για γυάλισμα επιφανειών. Βλ. γυαλόχαρτο, υαλόπανο. | |
| 46545 | σμυριδοτροχός | σμυ-ρι-δο-τρο-χός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. τροχός κατασκευασμένος από τραχιά υλικά, κυρ. σμύριδα, για τρόχισμα, ακόνισμα και λείανση επιφανειών. Βλ. δράπανο, πλάνη2, τόρνος, φρέζα. | |
| 46546 | σμυριδόχαρτο | σμυ-ρι-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): σκληρό χαρτί επικαλυμμένο με σκόνη σμύριδας για τρίψιμο μεταλλικών κυρ. επιφανειών. Πβ. γυαλόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier (d') émeri] | |
| 46547 | σμύρνα | σμύρ-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μύρρα: αρωματικό ρετσίνι που εκκρίνεται κυρ. από δέντρα του γένους Commiphora: Οι τρεις μάγοι πρόσφεραν στον νεογέννητο Χριστό χρυσό, λιβάνι και ~. Πβ. μύρο. [< αρχ. σμύρνα] | |
| 46548 | σμυρναίικος | , η, ο σμυρ-ναί-ι-κος επίθ. & σμυρναϊκός, ή, ό & (σπάν.) σμυρνιώτικος, η ,ο: που σχετίζεται με τη Σμύρνη ή/και τους Σμυρνιούς. | |
| 46549 | σμυρτιά | βλ. μυρτιά | |
| 46550 | σνακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόχειρο, γρήγορο ή ελαφρύ γεύμα, ανάμεσα στα κύρια γεύματα· ειδικότ. συνοδευτικό ποτού: γλυκά/κρύα/νόστιμα/τηγανισμένα/υγιεινά ~. Πρωινό ~. Πβ. κολατσιό, μικρογεύμα.|| Αλμυρά ~ (: ξηροί καρποί, πατατάκια). Πβ. παρελκόμενα. Βλ. προσφάι. [< αγγλ. snack] | |
| 46551 | σνακ μπαρ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σνακ-μπαρ: καφετέρια-εστιατόριο που σερβίρει, συνήθ. γρήγορα, ελαφριά γεύματα. Βλ. φαστ φουντ. [< αμερικ. snack bar, 1930, γαλλ. snack-bar, 1933] | |
| 46552 | σναπς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό με γεύση φρούτων και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ: ~ μήλο/ροδάκινο. [< γερμ. Schnaps] | |
| 46553 | ΣΝΔ | (η): Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. | |
| 46554 | σνίκερ | σνί-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: αθλητικό παπούτσι με εύκαμπτη λαστιχένια σόλα. [< αμερικ. sneaker, 1895] | |
| 46555 | σνίτσελ | σνί-τσελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φέτα τηγανισμένου κρέατος που έχει πρώτα βουτηχτεί σε χτυπημένο αβγό και τριμμένη φρυγανιά: βιεννέζικο ~. ~ α λα κρεμ/πανέ. ● Υποκ.: σνιτσελάκι (το) [< γερμ. Schnitzel] | |
| 46556 | σνιφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ. ή στα κόμικς & ως επιφών.) : ονοματοποιία που δηλώνει το ρούφηγμα της μύτης, συνήθ. όταν κάποιος κλαίει: ~-~ με συγκινήσατε! [< αμερικ. sniff, γαλλ. snif(f), 1956] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ