Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47080-47100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46546σμυριδόχαρτοσμυ-ρι-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): σκληρό χαρτί επικαλυμμένο με σκόνη σμύριδας για τρίψιμο μεταλλικών κυρ. επιφανειών. Πβ. γυαλόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier (d') émeri]
46547σμύρνασμύρ-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μύρρα: αρωματικό ρετσίνι που εκκρίνεται κυρ. από δέντρα του γένους Commiphora: Οι τρεις μάγοι πρόσφεραν στον νεογέννητο Χριστό χρυσό, λιβάνι και ~. Πβ. μύρο. [< αρχ. σμύρνα]
46548σμυρναίικος, η, ο σμυρ-ναί-ι-κος επίθ. & σμυρναϊκός, ή, ό & (σπάν.) σμυρνιώτικος, η ,ο: που σχετίζεται με τη Σμύρνη ή/και τους Σμυρνιούς.
46549σμυρτιάβλ. μυρτιά
46550σνακουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόχειρο, γρήγορο ή ελαφρύ γεύμα, ανάμεσα στα κύρια γεύματα· ειδικότ. συνοδευτικό ποτού: γλυκά/κρύα/νόστιμα/τηγανισμένα/υγιεινά ~. Πρωινό ~. Πβ. κολατσιό, μικρογεύμα.|| Αλμυρά ~ (: ξηροί καρποί, πατατάκια). Πβ. παρελκόμενα. Βλ. προσφάι. [< αγγλ. snack]
46551σνακ μπαρουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σνακ-μπαρ: καφετέρια-εστιατόριο που σερβίρει, συνήθ. γρήγορα, ελαφριά γεύματα. Βλ. φαστ φουντ. [< αμερικ. snack bar, 1930, γαλλ. snack-bar, 1933]
46552σναπςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό με γεύση φρούτων και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ: ~ μήλο/ροδάκινο. [< γερμ. Schnaps]
46553ΣΝΔ(η): Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.
46554σνίκερσνί-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: αθλητικό παπούτσι με εύκαμπτη λαστιχένια σόλα. [< αμερικ. sneaker, 1895]
46555σνίτσελσνί-τσελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φέτα τηγανισμένου κρέατος που έχει πρώτα βουτηχτεί σε χτυπημένο αβγό και τριμμένη φρυγανιά: βιεννέζικο ~. ~ α λα κρεμ/πανέ. ● Υποκ.: σνιτσελάκι (το) [< γερμ. Schnitzel]
46556σνιφουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ. ή στα κόμικς & ως επιφών.) : ονοματοποιία που δηλώνει το ρούφηγμα της μύτης, συνήθ. όταν κάποιος κλαίει: ~-~ με συγκινήσατε! [< αμερικ. sniff, γαλλ. snif(f), 1956]
46557σνιφάρισμασνι-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): λήψη ναρκωτικού με εισπνοή: ~ κοκαΐνης. Βλ. -ισμα, ρουφηξιά. ΣΥΝ. μυτιά (3) [< αγγλ. sniff]
46558σνιφάρωσνι-φά-ρω ρ. (μτβ.) {σνιφάρισα} (αργκό): εισπνέω ναρκωτική ουσία σε σκόνη: ~ουν ηρωίνη/κόκα. Πβ. ρουφώ. [< αγγλ. sniff, 1925, γαλλ. snifer, περ. 1978]
46559σνομπεπίθ./ουσ. {άκλ.}: άτομο που φέρεται υπεροπτικά και περιφρονητικά σε αυτούς που θεωρεί κυρ. κοινωνικά κατώτερούς του· η αντίστοιχη συμπεριφορά: ~ τύπος. Δεν θέλω να φανώ ~, αλλά ... Σιχαίνεται τους νεόπλουτους και τους ~. Πβ. ψώνιο.|| ~ αντιμετώπιση/βλέμμα/διάθεση. Πβ. αλαζόνας, επηρμένος, ξιπασμένος. [< αγγλ. snob, γαλλ. ~]
46560σνομπαρίασνο-μπα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): το σύνολο των σνομπ ή ο σνομπ· η στάση και οι πράξεις του: Μαζεύτηκε όλη η ~ στο πάρτι. Είναι μεγάλη ~.|| Μας έφαγε η ~. Άσε τις ~ες!
46561σνομπάρισμασνο-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σνομπάρω. Πβ. απαξίωση, περιφρόνηση. Βλ. -ισμα.
46562σνομπάρωσνο-μπά-ρω ρ. (μτβ.) {σνόμπαρ-α κ. σνομπάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αντιμετωπίζω περιφρονητικά, δεν καταδέχομαι πρόσωπα ή καταστάσεις: Δεν αποδέχεται τη διαφορετικότητα και ~ει τους άλλους. Μη μας ~εις! (: μη μας αποφεύγεις, κοιτάς αφ' υψηλού, κρατάς σε απόσταση). ~σε επιδεικτικά τη γιορτή. Πβ. περιφρονώ, υποτιμώ. [< ιταλ. snobbare, 1931, γαλλ. snober, 1921]
46563σνομπισμόςσνο-μπι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση, συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον σνομπ: Δεν αντέχουν τον ~ό και το σταριλίκι. Μας αντιμετωπίζει με ~ό. Το έκανε από ~ό. Πβ. ακαταδεξιά, ελιτισμός, υπεροψία. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. snobismo, γαλλ. snobisme]
46564σνόουμπορντσνό-ου-μπορντ ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. σπορ στο χιόνι κατά το οποίο ο αθλητής ισορροπεί πάνω σε ειδική σανίδα και εκτελεί ακροβατικές φιγούρες· η σχετική σανίδα: πίστα για ~. Βλ. σκι.|| ΣΥΝ. χιονοσανίδα. [< αγγλ. snowboard, 1981, γαλλ. 1987]
46565ΣΟΑ(το): Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.