| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46546 | σμυριδόχαρτο | σμυ-ρι-δό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): σκληρό χαρτί επικαλυμμένο με σκόνη σμύριδας για τρίψιμο μεταλλικών κυρ. επιφανειών. Πβ. γυαλόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier (d') émeri] | |
| 46547 | σμύρνα | σμύρ-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μύρρα: αρωματικό ρετσίνι που εκκρίνεται κυρ. από δέντρα του γένους Commiphora: Οι τρεις μάγοι πρόσφεραν στον νεογέννητο Χριστό χρυσό, λιβάνι και ~. Πβ. μύρο. [< αρχ. σμύρνα] | |
| 46548 | σμυρναίικος | , η, ο σμυρ-ναί-ι-κος επίθ. & σμυρναϊκός, ή, ό & (σπάν.) σμυρνιώτικος, η ,ο: που σχετίζεται με τη Σμύρνη ή/και τους Σμυρνιούς. | |
| 46549 | σμυρτιά | βλ. μυρτιά | |
| 46550 | σνακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόχειρο, γρήγορο ή ελαφρύ γεύμα, ανάμεσα στα κύρια γεύματα· ειδικότ. συνοδευτικό ποτού: γλυκά/κρύα/νόστιμα/τηγανισμένα/υγιεινά ~. Πρωινό ~. Πβ. κολατσιό, μικρογεύμα.|| Αλμυρά ~ (: ξηροί καρποί, πατατάκια). Πβ. παρελκόμενα. Βλ. προσφάι. [< αγγλ. snack] | |
| 46551 | σνακ μπαρ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σνακ-μπαρ: καφετέρια-εστιατόριο που σερβίρει, συνήθ. γρήγορα, ελαφριά γεύματα. Βλ. φαστ φουντ. [< αμερικ. snack bar, 1930, γαλλ. snack-bar, 1933] | |
| 46552 | σναπς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποτό με γεύση φρούτων και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ: ~ μήλο/ροδάκινο. [< γερμ. Schnaps] | |
| 46553 | ΣΝΔ | (η): Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. | |
| 46554 | σνίκερ | σνί-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: αθλητικό παπούτσι με εύκαμπτη λαστιχένια σόλα. [< αμερικ. sneaker, 1895] | |
| 46555 | σνίτσελ | σνί-τσελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φέτα τηγανισμένου κρέατος που έχει πρώτα βουτηχτεί σε χτυπημένο αβγό και τριμμένη φρυγανιά: βιεννέζικο ~. ~ α λα κρεμ/πανέ. ● Υποκ.: σνιτσελάκι (το) [< γερμ. Schnitzel] | |
| 46556 | σνιφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ. ή στα κόμικς & ως επιφών.) : ονοματοποιία που δηλώνει το ρούφηγμα της μύτης, συνήθ. όταν κάποιος κλαίει: ~-~ με συγκινήσατε! [< αμερικ. sniff, γαλλ. snif(f), 1956] | |
| 46557 | σνιφάρισμα | σνι-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): λήψη ναρκωτικού με εισπνοή: ~ κοκαΐνης. Βλ. -ισμα, ρουφηξιά. ΣΥΝ. μυτιά (3) [< αγγλ. sniff] | |
| 46558 | σνιφάρω | σνι-φά-ρω ρ. (μτβ.) {σνιφάρισα} (αργκό): εισπνέω ναρκωτική ουσία σε σκόνη: ~ουν ηρωίνη/κόκα. Πβ. ρουφώ. [< αγγλ. sniff, 1925, γαλλ. snifer, περ. 1978] | |
| 46559 | σνομπ | επίθ./ουσ. {άκλ.}: άτομο που φέρεται υπεροπτικά και περιφρονητικά σε αυτούς που θεωρεί κυρ. κοινωνικά κατώτερούς του· η αντίστοιχη συμπεριφορά: ~ τύπος. Δεν θέλω να φανώ ~, αλλά ... Σιχαίνεται τους νεόπλουτους και τους ~. Πβ. ψώνιο.|| ~ αντιμετώπιση/βλέμμα/διάθεση. Πβ. αλαζόνας, επηρμένος, ξιπασμένος. [< αγγλ. snob, γαλλ. ~] | |
| 46560 | σνομπαρία | σνο-μπα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): το σύνολο των σνομπ ή ο σνομπ· η στάση και οι πράξεις του: Μαζεύτηκε όλη η ~ στο πάρτι. Είναι μεγάλη ~.|| Μας έφαγε η ~. Άσε τις ~ες! | |
| 46561 | σνομπάρισμα | σνο-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σνομπάρω. Πβ. απαξίωση, περιφρόνηση. Βλ. -ισμα. | |
| 46562 | σνομπάρω | σνο-μπά-ρω ρ. (μτβ.) {σνόμπαρ-α κ. σνομπάρ-ισα, -οντας} (προφ.): αντιμετωπίζω περιφρονητικά, δεν καταδέχομαι πρόσωπα ή καταστάσεις: Δεν αποδέχεται τη διαφορετικότητα και ~ει τους άλλους. Μη μας ~εις! (: μη μας αποφεύγεις, κοιτάς αφ' υψηλού, κρατάς σε απόσταση). ~σε επιδεικτικά τη γιορτή. Πβ. περιφρονώ, υποτιμώ. [< ιταλ. snobbare, 1931, γαλλ. snober, 1921] | |
| 46563 | σνομπισμός | σνο-μπι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση, συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον σνομπ: Δεν αντέχουν τον ~ό και το σταριλίκι. Μας αντιμετωπίζει με ~ό. Το έκανε από ~ό. Πβ. ακαταδεξιά, ελιτισμός, υπεροψία. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. snobismo, γαλλ. snobisme] | |
| 46564 | σνόουμπορντ | σνό-ου-μπορντ ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. σπορ στο χιόνι κατά το οποίο ο αθλητής ισορροπεί πάνω σε ειδική σανίδα και εκτελεί ακροβατικές φιγούρες· η σχετική σανίδα: πίστα για ~. Βλ. σκι.|| ΣΥΝ. χιονοσανίδα. [< αγγλ. snowboard, 1981, γαλλ. 1987] | |
| 46565 | ΣΟΑ | (το): Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ