| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46566 | σοβαρεύω | σο-βα-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σοβάρ-εψα, -εύτηκα}: γίνομαι σοβαρός, αποκτώ αυστηρή έκφραση ή υπευθυνότητα: Το πρόσωπό του ~εψε. Στην αρχή χαμογέλασε, μετά ~εψε απότομα.|| Μεγαλώσαμε και ~έψαμε (= ωριμάσαμε). ● σοβαρεύει: (για κάτι που κατά τη γνώμη του ομιλητή) γίνεται σημαντικό, κρίσιμο ή κρύβει κινδύνους: Το θέμα/το πράγμα/η συζήτηση/η σχέση ~. Η κατάσταση ~εψε επικίνδυνα. ● Παθ.: σοβαρεύομαι: συμπεριφέρομαι, αντιμετωπίζω κάτι με σοβαρότητα ή/και ωριμότητα: Ας αφήσουμε την πλάκα και ας ~ευτούμε λιγάκι (ΑΝΤ. αστειεύομαι). ~ευτείτε όσο είναι ακόμη καιρός. ~έψου, μεγάλωσες πια (: λογικέψου, σύνελθε)! Πβ. συνετίζομαι. ● ΦΡ.: το σοβαρεύω (προφ.): μετατρέπω μια αστεία συζήτηση ή κατάσταση σε σοβαρή: Μην ~ ~ουμε τόσο πολύ, δεν υπάρχει λόγος. [< πβ. μτγν. σοβαρεύομαι ‘περπατώ μεγαλόπρεοα, παριστάνω τον σπουδαίο’] | |
| 46567 | σοβαρολογώ | [σοβαρολογῶ] σο-βα-ρο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {σοβαρολογ-είς … -ώντας} (προφ.): μιλώ με σοβαρότητα, λέω κάτι στα σοβαρά: Μη γελάτε, ~! ~είς ότι/που θα βγούμε με τέτοιον καιρό (: πλάκα μου κάνεις); -Θα φύγω. -~είς; (: Δεν είναι δυνατόν!). Καλά, ~είς τώρα (: μιλάς σοβαρά, το εννοείς, το πιστεύεις πραγματικά αυτό που λες); Πβ. κυριολεκτώ. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. αστειεύομαι (1) [< γαλλ. parler sérieusement] | |
| 46568 | σοβαρός | , ή, ό σο-βα-ρός επίθ. 1. για άτομο στο οποίο μπορεί κάποιος να βασιστεί, αξιόπιστος· (για κάτι) που γίνεται, λέγεται με περίσκεψη και υπευθυνότητα: ~ός: άνθρωπος/επαγγελματίας/πελάτης/φορέας. ~ή: επιχείρηση. ~ό: κράτος. Πβ. υπεύθυνος.|| ~ός: (αισθηματικός) δεσμός/διάλογος/έλεγχος/σχεδιασμός. ~ή: αξιολόγηση/απόφαση/άποψη/ασχολία/γνωριμία/δουλειά/ενημέρωση/έρευνα (πβ. εμπεριστατωμένη)/εφημερίδα (πβ. έγκριτη)/καταγγελία/κριτική/μελέτη (πβ. εμβριθής)/πρόταση/συνεργασία/σχέση. ~ό: ερώτημα/προϊόν/σάιτ/συµπέρασµα/σχόλιο. ~ή αντιμετώπιση του προβλήματος. ~ή προσπάθεια για την επίλυση των εκκρεμοτήτων. Είναι ~ά πράγματα αυτά; ΑΝΤ. ασόβαρος 2. αξιόλογος, σπουδαίος· σημαντικός, μεγάλος: ~ός: ανταγωνιστής/αντίπαλος (πβ. υπολογίσιμος)/επιστήμονας. ~ή: λογοτεχνία/μουσική (πβ. κλασικός, βλ. ελαφρύς).|| ~ός: αγώνας. ~ή: αντίσταση/βοήθεια/δοκιμασία/δύναμη/ζημιά/ρήξη (στις σχέσεις τους). ~ό: εμπόδιο/ενδιαφέρον/κενό (πβ. δυσαναπλήρωτο)/μειονέκτημα/πλεονέκτημα/πλήγμα/προβάδισμα. ~ές: απώλειες/δυσκολίες/εξελίξεις/επιφυλάξεις. ~ά: λάθη/προβλήματα. ~ή κάμψη της αγοράς. Επικαλέστηκε ~ούς λόγους υγείας. (ειδικότ., για ποσότητα) ~ αριθμός παραμέτρων/τραυματιών. ~ή μείωση/πτώση των εξαγωγών. ~ό: έλλειμμα/ποσό. ΑΝΤ. ασήμαντος 3. που προκαλεί ανησυχία, κρίσιμος: ~ός: κίνδυνος/πόνος/σεισµός/τραυματισμός (πβ. βαρύς, δύσκολος, ΑΝΤ. επιπόλαιος)/υποσιτισμός. ~ή: αιμορραγία/αναπηρία/ανεπάρκεια/απειλή/ασθένεια/διαταραχή/εγχείριση/επιδείνωση/επιπλοκή/κρίση/ρύπανση. ~ό: ατύχημα/έγκλημα/κρούσμα/περιστατικό. ~ά: επεισόδια (: μεγάλης έκτασης). Η κατάσταση της υγείας του είναι ~ή. Πβ. επικίνδυνος. ΑΝΤ. ελαφρύς (5) 4. αυστηρός, μετρημένος, που δεν αφήνει περιθώρια για αστεία ή πολλές κουβέντες: ~ός: κύριος (πβ. αξιοπρεπής)/χαρακτήρας. ~ή: έκφραση (προσώπου). ~ό: βλέμμα (πβ. βλοσυρός)/ύφος. ~οί: τρόποι. Ας γίνουμε ~οί, μην παιδιαρίζουμε. Είναι/παραμένει ~ και προσγειωμένος. ΑΝΤ. αστείος, εύθυμος.|| (ειδικότ.) ~ό: ντύσιμο (πβ. κυριλέ, ΑΝΤ. έξαλλο, τολμηρό). ● επίρρ.: σοβαρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. με υπευθυνότητα: Δουλεύει ~ και προγραμματισμένα. Σκέφτομαι ~ να σπουδάσω μαθηματικός. 2. χωρίς σκοπό να προκληθεί γέλιο ή εύθυμη διάθεση: Μιλάω ~, δεν αστειεύομαι.|| (μονολεκτικά, για να δηλωθεί έκπληξη) -Παντρεύομαι! -~ (= αλήθεια); 3. σε κρίσιμη κατάσταση: Αρρώστησε/τραυματίστηκε ~ (= βαριά). 4. μετρημένα, ευπρεπώς: Ντύνεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σοβαρές προθέσεις βλ. πρόθεση ● ΦΡ.: είσαι σοβαρός; (προφ.): για να δηλωθεί έντονη αντίθεση και επίκριση: Μα καλά, ~ ~ τώρα; Είναι δυνατόν να λες τέτοιες γελοιότητες; , μεταξύ σοβαρού και αστείου & μεταξύ αστείου και σοβαρού: για κάτι που λέγεται ως αστείο, αλλά έχει βάση, δόση αλήθειας., στα σοβαρά: χωρίς εύθυμη διάθεση· με σοβαρότητα: Κάνω/σκέφτομαι/συζητώ κάτι ~ ~. Μην τον παίρνεις ~ ~ (: μην του δίνεις σημασία). Κανείς δεν πιστεύει ~ ~ ότι ... ΑΝΤ. αστεία (2), στ' αστεία [< γαλλ. (prendre) au sérieux] , με σοβαρό σκοπό βλ. σκοπός, με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις βλ. αξίωση, το γύρισε στο σοβαρό βλ. γυρίζω [< αρχ. σοβαρός 'ορμητικός, πομπώδης', ιταλ. serioso, γαλλ. sérieux] | |
| 46569 | σοβαρότητα | σο-βα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αξιοπιστία, υπευθυνότητα, συνέπεια: απουσία/έλλειμμα ~ας. Του λείπει η ~/έχει χάσει τη ~ά του. Λίγη ~, παρακαλώ (: μην ενεργείτε πρόχειρα, απερίσκεπτα). Αντιμετωπίζω με ~ το ζήτημα. Χειρίζεται την υπόθεση με τη δέουσα ~. Δήλωσε με απόλυτη/κάθε ~ ότι ... (: χωρίς αστεία, σοβαρά). ΑΝΤ. ανευθυνότητα, επιπολαιότητα 2. (για κάτι δυσάρεστο, ανησυχητικό) κρισιμότητα ή βαρύτητα: η ~ της απειλής/του ατυχήματος/του εθισμού/της κατάστασης/του κινδύνου/των περιστάσεων/του προβλήματος (πβ. ένταση, οξύτητα). Πβ. επικινδυνότητα.|| Η ~ των αδικημάτων/της νόσου/της παράβασης/των συμπτωμάτων. 3. σπουδαιότητα, σημαντικότητα: η ~ της αποστολής/του εγχειρήματος/του ζητήματος/του λόγου/της στιγμής/της υπόθεσης. Βλ. -ότητα. [< μτγν. σοβαρότης, αγγλ. seriousness] | |
| 46570 | σοβαροφάνεια | σο-βα-ρο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σοβαροφανούς: Αντιμάχεται τη ~ με ειρωνεία και χιούμορ.|| (σπάν. στον πληθ., συνεκδ., η αντίστοιχη συμπεριφορά:) Χωρίς ~ες. Πβ. σπουδαιοφάνεια. | |
| 46571 | σοβαροφανής | , ής, ές σο-βα-ρο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που είναι δήθεν σοβαρός: ~ής: τίτλος. ~ής: ανάλυση/εκπομπή/προσέγγιση/συμπεριφορά. ~ές: επιχείρημα/προσωπείο/ύφος. Πβ. σπουδαιοφανής. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: σοβαροφανώς [-ῶς] | |
| 46572 | σοβάς | σο-βάς ουσ. (αρσ.) {σοβάδες}: ΟΙΚΟΔ. κονίαμα για την επίχριση μεγάλων επιφανειών, κυρ. τοίχων. Πβ. επίχρισμα. [< τουρκ. sιva] | |
| 46573 | σοβατεπί | σο-βα-τε-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ιά} & (σπάν.) σοβαντεπί: ΟΙΚΟΔ. στενή λωρίδα, συνήθ. από ξύλο ή μάρμαρο, στη βάση εσωτερικού τοίχου, στον αρμό του με το πάτωμα. ~ αλουμινίου. Πβ. περίζωμα. [< τουρκ. sιva dibi] | |
| 46574 | σοβατζής | σο-βα-τζής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στο σοβάτισμα επιφανειών. Βλ. κτίστης, μπετα-, μπογια-τζής. [< τουρκ. sιvacι] | |
| 46575 | σοβατίζω | σο-βα-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {σοβάτι-σα, -στηκε, -σμένος} & σοβαντίζω: ΟΙΚΟΔ. καλύπτω επιφάνεια, κυρ. τοίχους και ταβάνια, με σοβά. ● Παθ.: σοβατίζομαι (μτφ.-προφ.): μακιγιάρομαι υπερβολικά. Πβ. παστώνομαι, φτιασιδώνομαι. [< τουρκ. sιvadιm] | |
| 46576 | σοβάτισμα | σο-βά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & σοβάντισμα 1. ΟΙΚΟΔ. η ενέργεια του σοβατίζω: ~ τοίχων. 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικό μακιγιάρισμα. Πβ. πάστωμα, φτιασίδωμα. ● σοβατίσματα (τα) (προφ.): εργασίες που αφορούν την επικάλυψη τοίχων ή ταβανιών με σοβά: (Ο πρώτος όροφος) είναι στα ~. | |
| 46577 | σοβεί | [σοβεῖ] σο-βεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. σοβ-ούσα} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): λανθάνει, υφέρπει: ~ η κρίση στο διεθνές πιστωτικό σύστημα. ~ ο κίνδυνος ένοπλων συγκρούσεων. ~ούσα: κοινωνική αναταραχή. ΣΥΝ. υποβόσκει [< αρχ. σοβῶ ‘διώχνω, απομακρύνω’] | |
| 46578 | σοβιέτ | σο-βι-έτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ., συνήθ. με κεφαλ. Σ): ΠΟΛΙΤ. συνέλευση εκπροσώπων των εργατών και στρατιωτών στη Ρωσία, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1917· κυρ. συμβούλιο εκλεγμένων αντιπροσώπων που αποτελούσε το κοινοβούλιο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: το Ανώτατο ~. [< γαλλ.-αγγλ. soviet, 1917 < ρωσ. sovet] | |
| 46579 | σοβιετικός | , ή, ό σο-βι-ε-τι-κός επίθ.: που σχετιζόταν με τα σοβιέτ ή κυρ. με τη Σοβιετική Ένωση (1922-1991) ή/και τους Σοβιετικούς. [< γαλλ. soviétique, πριν από το 1920, αγγλ. soviet, 1920] | |
| 46580 | σοβιετισμός | σο-βι-ε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΠΟΛΙΤ. το σοβιετικό διοικητικό σύστημα· κατ' επέκτ. ο κομμουνισμός. Βλ. λενιν-, σταλιν-ισμός. [< γαλλ. soviétisme] | |
| 46581 | σοβινισμός | σο-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός εθνικισμός που οδηγεί στην περιφρόνηση των άλλων λαών, καθώς και σε εχθρική στάση απέναντί τους· (κατ’ επέκτ.). ισχυρή αίσθηση υπεροχής: (εμφατ.) φυλετικός ~. || ανδρικός/γυναικείος ~. Πβ. σεξισμός. Γλωσσικός/θρησκευτικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chauvinisme] | |
| 46582 | σοβινιστής, σοβινίστρια | σο-βι-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διακατέχεται από σοβινισμό. Πβ. εθνικιστής. [< γαλλ. chauvin, chauviniste, γαλλ. ανθρ. N. Chauvin] | |
| 46583 | σοβινιστικός | , ή, ό σο-βι-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σοβινισμό ή τον σοβινιστή: ~ή: αντίληψη/άποψη/διάθεση/θέση/λογική/πολιτική/προπαγάνδα/συμπεριφορά/τάση. ~ό: καθεστώς/πνεύμα. Πβ. εθνικιστικός.|| (υβριστ., για άντρα) ~ό: γουρούνι (πβ. σεξιστής). [< γαλλ. chauvinique] | |
| 46584 | σοβούσα | , ούσα, ούν βλ. σοβεί | |
| 46585 | σοβχόζ | σοβ-χόζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.) : αγροτική φάρμα-επιχείρηση στην πρώην Σοβιετική Ένωση, που ανήκε στο κράτος. Βλ. κολχόζ. [< ρωσ. sov(étskoe) khoz(yáĭstvo), αγγλ. ~, 1921, γαλλ. sovkhoze, 1922] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ