Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47120-47140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46586σοβώβλ. σοβεί
46587σόγιασό-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Glycine max) που μοιάζει με φασολιά, καλλιεργείται κυρ. για τους ελαιούχους και πρωτεϊνούχους σπόρους του και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ζωοτροφών και εδαφοβελτιωτικών· ο ίδιος ο σπόρος, αφού πρώτα υποστεί βιομηχανική επεξεργασία: γαλακτοκομικά προϊόντα από ~. Μπιφτέκια/τυρί (= τόφου) ~ιας. Βλ. ψυχανθή. [< γαλλ.-αγγλ soja, soya]
46588σογιάλευροσο-γιά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σπόρους σόγιας, εξαιρετικά πλούσιο σε πρωτεΐνες. Βλ. -άλευρο. [< αγγλ. soy(a) flour]
46589σογιέλαιοσο-γιέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό λάδι που παρασκευάζεται με εκχύλιση από αποφλοιωμένους σπόρους σόγιας. Βλ. -έλαιο. [< αγγλ. soya oil, 1906]
46590σόδασό-δα ουσ. (θηλ.) 1. αεριούχο ποτό που περιέχει ανθρακικό νάτριο και συνεκδ. η συσκευασία που το περιέχει: ~ με λεμόνι. Πιες ~, για να χωνέψεις. Κρασί/ουίσκι με ~.|| Ένα κουτί ~. 2. ΧΗΜ. (κοινό) το ανθρακικό νάτριο (Na2CO3). ● Υποκ.: σοδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγειρική σόδα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. όξινο ανθρακικό νάτριο σε μορφή άσπρης λεπτής σκόνης, που χρησιμοποιείται ως διογκωτικό στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική. Πβ. μπέικιν πάουντερ., καυστική σόδα βλ. καυστικός [< ιταλ.-γαλλ. soda]
46591σοδειάσο-δειά ουσ. (θηλ.) 1. η συνολική παραγωγή αγροτικού συνήθ. προϊόντος σε δεδομένη χρονική περίοδο: πλούσια/φτωχή ~ βαμβακιού/καλαμποκιού/ρυζιού/σιταριού. Η νέα/φετινή ~ της ελιάς. Κρασιά εκλεκτής ~άς. (ως ευχή) Καλή ~! Μαζέψτε τη ~ σας. Η ξηρασία έπληξε τις ~ές. Πβ. εσοδεία, συγκομιδή.|| (κατ' επέκτ.) ~ βιβλίων/ταινιών. 2. (σπάν.-μτφ.) έσοδα, κέρδη: Καλή ήταν η ~ για τις επιχειρήσεις. Πβ. είσπραξη, τζίρος. [< μεσν. σοδεία]
46592σοδιάζωσο-διά-ζω ρ. (μτβ.) & σοδεύω (σπάν.-λαϊκό) 1. (μτφ.) αποταμιεύω: ~ει αμύθητα πλούτη. 2. μαζεύω και αποθηκεύω τη σοδειά. [< μεσν. σοδιάζω]
46593ΣόδομαΣό-δο-μα ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: Σόδομα και Γόμορα βλ. Γόμορα [< μτγν. Σόδομα]
46594σοδομίζωσο-δο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {σοδόμι-σα, -στηκε, -σμένος} (λόγ.): κάνω πρωκτικό σεξ και γενικότ. έρχομαι σε παρά φύσιν συνουσία με κάποιον. [< γαλλ. sodomiser, αγγλ. sodomize]
46595σοδομικός, ή, ό σο-δο-μι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον σοδομισμό. [< μεσν. σοδομικός, γαλλ. sodomique, αγγλ. sodomic]
46596σοδομισμόςσο-δο-μι-σμός ουσ. (αρσ.) & σοδομία (η) (λόγ.) 1. πρωκτικό σεξ. 2. (γενικότ.) κάθε παρά φύσιν ασέλγεια (παιδεραστία, κτηνοβασία). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sodomisme, sodomie, αγγλ. sodomy]
46597σοδομίτηςσο-δο-μί-της ουσ. (αρσ.) & σοδομιστής (λόγ.): αυτός που διαπράττει σοδομισμό. Βλ. -ίτης1, κτηνοβάτης, παιδεραστής. [< μτγν. Σοδομίτης 'κάτοικος των Σοδόμων΄, γαλλ.-αγγλ. sodomite]
46598σοδομιτικός, ή, ό σο-δο-μι-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στον σοδομίτη. [< μτγν. σοδομιτικός, γαλλ. sodomitique, αγγλ. sodomitic(al)]
46599ΣΟΕ1. (το) Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. 2. (το) Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων.
46600ΣΟΕΛ(το): Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
46601σόισό-ι ουσ. (ουδ.) {σογ-ιού | σόγ-ια} (προφ.) 1. το σύνολο των συγγενών εξ αίματος ή/και εξ αγχιστείας· κατ' επέκτ. γενιά: ο παππούς και η γιαγιά από το ~ της μητέρας/του πατέρα μου. Οι γυναίκες/τα μέλη του ~ιού. Μαζεύτηκε το ~. Τα δύο ~ια (: του γαμπρού και της νύφης). Πβ. οικογένεια, συγγενολόι.|| Αριστοκρατικό/καλό/μεγάλο ~. Πήρε από το ~ μας. (υβριστ.) Αλήτης είσαι εσύ και όλο σου το ~. Πβ. φάρα. Βλ. γενεαλογία. 2. είδος, ποιότητα: Τι ~ άνθρωπος/τύπος είναι;|| (συχνά ειρων.-μειωτ.) Τι ~ φίλες είμαστε, αν δεν μου λες τα προβλήματά σου; Αυτό το μαγαζί δεν είναι/μου φαίνεται (και πολύ) ~ (: δεν είναι καλό. ΣΥΝ. της προκοπής). ● ΦΡ.: από (μεγάλο) σόι/τζάκι: από οικογένεια που θεωρείται καλή σύμφωνα με κάποια κοινωνικά κριτήρια (πλούτο, φήμη, καταγωγή): Κατάγεται/κρατάει ~ ~. Δεν είναι ~ ~. Πβ. από (καλό) σπίτι., σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο [< τουρκ. soy]
46602σοκουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ξαφνική διαταραχή της ψυχολογικής ισορροπίας, έντονη ταραχή· συνεκδ. κάτι αιφνίδιο και συνήθ. δυσάρεστο (γεγονός, εμπειρία, κατάσταση) που προκαλεί μεγάλη αναστάτωση: αισθητικό/ισχυρό/μετατραυματικό/νευρικό/συγκινησιακό/συναισθηματικό/ψυχικό ~. ~ και δέος. Το ~ της καταστροφής/του σεισμού. Σε κατάσταση ~. Δήλωση που προκάλεσε ~. Συνέρχομαι από το ~. Πβ. κλονισμός, τράνταγμα. Βλ. αμόκ.|| Ήταν ~ για μας ο τραυματισμός του. (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-/δολοφονία-/έγκλημα-/είδηση-/έκπληξη-/εμφάνιση-/εξελίξεις-/ήττα-/καταγγελία-/ομολογία-~. Πβ. σοκαριστικός. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ικανοποιητικής αιμάτωσης των ζωτικών οργάνων: αιμορραγικό/διαβητικό/καρδιογενές/μετεγχειρητικό/σηπτικό/υπογλυκαιμικό ~. Πβ. καταπληξία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικό σοκ: ηλεκτροσόκ., θερμικό σοκ: πίεση που ασκείται σε υλικό, οφείλεται σε απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας και συχνά καταλήγει σε θραύση του. [< αγγλ. thermal shock, 1950] , πολιτισμικό σοκ & (σπανιότ.) πολιτιστικό σοκ: σύγχυση και αβεβαιότητα που συνοδεύεται μερικές φορές από άγχος και επηρεάζει ανθρώπους οι οποίοι έρχονται σε επαφή με ξένο πολιτισμό ή περιβάλλον, χωρίς ανάλογη προετοιμασία. Βλ. διαπολιτισμικότητα, μετανάστης. [< αγγλ. culture shock, 1932] , αλλεργικό σοκ βλ. αλλεργικός, τοξικό σοκ βλ. τοξικός ● ΦΡ.: παθαίνω σοκ 1. υφίσταμαι έντονο κλονισμό: Φοβήθηκε τόσο, που έπαθε ~. 2. (μτφ.) μένω έκπληκτος, άναυδος, με το στόμα ανοιχτό: Έπαθα ~, όταν έμαθα ότι βραβεύτηκε. ΣΥΝ. μένω κάγκελο, παθαίνω κολούμπρα, παθαίνω πλάκα [< γαλλ. choc, αγγλ. shock]
46603σοκάκισο-κά-κι ουσ. (ουδ.): στενό (δρομάκι): πλακόστρωτο ~ (πβ. καλντερίμι). Γραφικά/ήσυχα/πολυσύχναστα ~ια του νησιού/της παλιάς πόλης. Περίπατος στα ~ια του χωριού. Πβ. καντούνι, ρούγα, στενοσόκακο. [< 17ος αι., τουρκ. sokak]
46604σοκάρισμασο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολύ δυσάρεστο ξάφνιασμα: ~ του κοινού. Πβ. σκανδαλισμός. Βλ. -ισμα.
46605σοκαριστικός, ή, ό σο-κα-ρι-στι-κός επίθ. (προφ.): που σοκάρει: ~ός: τραυματισμός. ~ή: αποκάλυψη/βία/δήλωση/έκπληξη/εμπειρία/εμφάνιση/σκηνή/ταινία/φωτογραφία. ~ό: βιβλίο/βίντεο/θέαμα/ντοκιμαντέρ/περιστατικό/πλάνο. ~ές: αλήθειες/λεπτομέρειες/μαρτυρίες. ~ά στοιχεία για τη διαφθορά. Πβ. σκανδαλιστ-, συγκλονιστ-ικός. ● επίρρ.: σοκαριστικά [< γαλλ. choquant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.