| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46577 | σοβεί | [σοβεῖ] σο-βεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. σοβ-ούσα} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): λανθάνει, υφέρπει: ~ η κρίση στο διεθνές πιστωτικό σύστημα. ~ ο κίνδυνος ένοπλων συγκρούσεων. ~ούσα: κοινωνική αναταραχή. ΣΥΝ. υποβόσκει [< αρχ. σοβῶ ‘διώχνω, απομακρύνω’] | |
| 46578 | σοβιέτ | σο-βι-έτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ., συνήθ. με κεφαλ. Σ): ΠΟΛΙΤ. συνέλευση εκπροσώπων των εργατών και στρατιωτών στη Ρωσία, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1917· κυρ. συμβούλιο εκλεγμένων αντιπροσώπων που αποτελούσε το κοινοβούλιο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: το Ανώτατο ~. [< γαλλ.-αγγλ. soviet, 1917 < ρωσ. sovet] | |
| 46579 | σοβιετικός | , ή, ό σο-βι-ε-τι-κός επίθ.: που σχετιζόταν με τα σοβιέτ ή κυρ. με τη Σοβιετική Ένωση (1922-1991) ή/και τους Σοβιετικούς. [< γαλλ. soviétique, πριν από το 1920, αγγλ. soviet, 1920] | |
| 46580 | σοβιετισμός | σο-βι-ε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΠΟΛΙΤ. το σοβιετικό διοικητικό σύστημα· κατ' επέκτ. ο κομμουνισμός. Βλ. λενιν-, σταλιν-ισμός. [< γαλλ. soviétisme] | |
| 46581 | σοβινισμός | σο-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός εθνικισμός που οδηγεί στην περιφρόνηση των άλλων λαών, καθώς και σε εχθρική στάση απέναντί τους· (κατ’ επέκτ.). ισχυρή αίσθηση υπεροχής: (εμφατ.) φυλετικός ~. || ανδρικός/γυναικείος ~. Πβ. σεξισμός. Γλωσσικός/θρησκευτικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chauvinisme] | |
| 46582 | σοβινιστής, σοβινίστρια | σο-βι-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διακατέχεται από σοβινισμό. Πβ. εθνικιστής. [< γαλλ. chauvin, chauviniste, γαλλ. ανθρ. N. Chauvin] | |
| 46583 | σοβινιστικός | , ή, ό σο-βι-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σοβινισμό ή τον σοβινιστή: ~ή: αντίληψη/άποψη/διάθεση/θέση/λογική/πολιτική/προπαγάνδα/συμπεριφορά/τάση. ~ό: καθεστώς/πνεύμα. Πβ. εθνικιστικός.|| (υβριστ., για άντρα) ~ό: γουρούνι (πβ. σεξιστής). [< γαλλ. chauvinique] | |
| 46584 | σοβούσα | , ούσα, ούν βλ. σοβεί | |
| 46585 | σοβχόζ | σοβ-χόζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.) : αγροτική φάρμα-επιχείρηση στην πρώην Σοβιετική Ένωση, που ανήκε στο κράτος. Βλ. κολχόζ. [< ρωσ. sov(étskoe) khoz(yáĭstvo), αγγλ. ~, 1921, γαλλ. sovkhoze, 1922] | |
| 46586 | σοβώ | βλ. σοβεί | |
| 46587 | σόγια | σό-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Glycine max) που μοιάζει με φασολιά, καλλιεργείται κυρ. για τους ελαιούχους και πρωτεϊνούχους σπόρους του και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ζωοτροφών και εδαφοβελτιωτικών· ο ίδιος ο σπόρος, αφού πρώτα υποστεί βιομηχανική επεξεργασία: γαλακτοκομικά προϊόντα από ~. Μπιφτέκια/τυρί (= τόφου) ~ιας. Βλ. ψυχανθή. [< γαλλ.-αγγλ soja, soya] | |
| 46588 | σογιάλευρο | σο-γιά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σπόρους σόγιας, εξαιρετικά πλούσιο σε πρωτεΐνες. Βλ. -άλευρο. [< αγγλ. soy(a) flour] | |
| 46589 | σογιέλαιο | σο-γιέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό λάδι που παρασκευάζεται με εκχύλιση από αποφλοιωμένους σπόρους σόγιας. Βλ. -έλαιο. [< αγγλ. soya oil, 1906] | |
| 46590 | σόδα | σό-δα ουσ. (θηλ.) 1. αεριούχο ποτό που περιέχει ανθρακικό νάτριο και συνεκδ. η συσκευασία που το περιέχει: ~ με λεμόνι. Πιες ~, για να χωνέψεις. Κρασί/ουίσκι με ~.|| Ένα κουτί ~. 2. ΧΗΜ. (κοινό) το ανθρακικό νάτριο (Na2CO3). ● Υποκ.: σοδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγειρική σόδα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. όξινο ανθρακικό νάτριο σε μορφή άσπρης λεπτής σκόνης, που χρησιμοποιείται ως διογκωτικό στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική. Πβ. μπέικιν πάουντερ., καυστική σόδα βλ. καυστικός [< ιταλ.-γαλλ. soda] | |
| 46591 | σοδειά | σο-δειά ουσ. (θηλ.) 1. η συνολική παραγωγή αγροτικού συνήθ. προϊόντος σε δεδομένη χρονική περίοδο: πλούσια/φτωχή ~ βαμβακιού/καλαμποκιού/ρυζιού/σιταριού. Η νέα/φετινή ~ της ελιάς. Κρασιά εκλεκτής ~άς. (ως ευχή) Καλή ~! Μαζέψτε τη ~ σας. Η ξηρασία έπληξε τις ~ές. Πβ. εσοδεία, συγκομιδή.|| (κατ' επέκτ.) ~ βιβλίων/ταινιών. 2. (σπάν.-μτφ.) έσοδα, κέρδη: Καλή ήταν η ~ για τις επιχειρήσεις. Πβ. είσπραξη, τζίρος. [< μεσν. σοδεία] | |
| 46592 | σοδιάζω | σο-διά-ζω ρ. (μτβ.) & σοδεύω (σπάν.-λαϊκό) 1. (μτφ.) αποταμιεύω: ~ει αμύθητα πλούτη. 2. μαζεύω και αποθηκεύω τη σοδειά. [< μεσν. σοδιάζω] | |
| 46593 | Σόδομα | Σό-δο-μα ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: Σόδομα και Γόμορα βλ. Γόμορα [< μτγν. Σόδομα] | |
| 46594 | σοδομίζω | σο-δο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {σοδόμι-σα, -στηκε, -σμένος} (λόγ.): κάνω πρωκτικό σεξ και γενικότ. έρχομαι σε παρά φύσιν συνουσία με κάποιον. [< γαλλ. sodomiser, αγγλ. sodomize] | |
| 46595 | σοδομικός | , ή, ό σο-δο-μι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον σοδομισμό. [< μεσν. σοδομικός, γαλλ. sodomique, αγγλ. sodomic] | |
| 46596 | σοδομισμός | σο-δο-μι-σμός ουσ. (αρσ.) & σοδομία (η) (λόγ.) 1. πρωκτικό σεξ. 2. (γενικότ.) κάθε παρά φύσιν ασέλγεια (παιδεραστία, κτηνοβασία). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sodomisme, sodomie, αγγλ. sodomy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ