| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46597 | σοδομίτης | σο-δο-μί-της ουσ. (αρσ.) & σοδομιστής (λόγ.): αυτός που διαπράττει σοδομισμό. Βλ. -ίτης1, κτηνοβάτης, παιδεραστής. [< μτγν. Σοδομίτης 'κάτοικος των Σοδόμων΄, γαλλ.-αγγλ. sodomite] | |
| 46598 | σοδομιτικός | , ή, ό σο-δο-μι-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στον σοδομίτη. [< μτγν. σοδομιτικός, γαλλ. sodomitique, αγγλ. sodomitic(al)] | |
| 46599 | ΣΟΕ | 1. (το) Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. 2. (το) Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων. | |
| 46600 | ΣΟΕΛ | (το): Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών. | |
| 46601 | σόι | σό-ι ουσ. (ουδ.) {σογ-ιού | σόγ-ια} (προφ.) 1. το σύνολο των συγγενών εξ αίματος ή/και εξ αγχιστείας· κατ' επέκτ. γενιά: ο παππούς και η γιαγιά από το ~ της μητέρας/του πατέρα μου. Οι γυναίκες/τα μέλη του ~ιού. Μαζεύτηκε το ~. Τα δύο ~ια (: του γαμπρού και της νύφης). Πβ. οικογένεια, συγγενολόι.|| Αριστοκρατικό/καλό/μεγάλο ~. Πήρε από το ~ μας. (υβριστ.) Αλήτης είσαι εσύ και όλο σου το ~. Πβ. φάρα. Βλ. γενεαλογία. 2. είδος, ποιότητα: Τι ~ άνθρωπος/τύπος είναι;|| (συχνά ειρων.-μειωτ.) Τι ~ φίλες είμαστε, αν δεν μου λες τα προβλήματά σου; Αυτό το μαγαζί δεν είναι/μου φαίνεται (και πολύ) ~ (: δεν είναι καλό. ΣΥΝ. της προκοπής). ● ΦΡ.: από (μεγάλο) σόι/τζάκι: από οικογένεια που θεωρείται καλή σύμφωνα με κάποια κοινωνικά κριτήρια (πλούτο, φήμη, καταγωγή): Κατάγεται/κρατάει ~ ~. Δεν είναι ~ ~. Πβ. από (καλό) σπίτι., σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο [< τουρκ. soy] | |
| 46602 | σοκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ξαφνική διαταραχή της ψυχολογικής ισορροπίας, έντονη ταραχή· συνεκδ. κάτι αιφνίδιο και συνήθ. δυσάρεστο (γεγονός, εμπειρία, κατάσταση) που προκαλεί μεγάλη αναστάτωση: αισθητικό/ισχυρό/μετατραυματικό/νευρικό/συγκινησιακό/συναισθηματικό/ψυχικό ~. ~ και δέος. Το ~ της καταστροφής/του σεισμού. Σε κατάσταση ~. Δήλωση που προκάλεσε ~. Συνέρχομαι από το ~. Πβ. κλονισμός, τράνταγμα. Βλ. αμόκ.|| Ήταν ~ για μας ο τραυματισμός του. (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-/δολοφονία-/έγκλημα-/είδηση-/έκπληξη-/εμφάνιση-/εξελίξεις-/ήττα-/καταγγελία-/ομολογία-~. Πβ. σοκαριστικός. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ικανοποιητικής αιμάτωσης των ζωτικών οργάνων: αιμορραγικό/διαβητικό/καρδιογενές/μετεγχειρητικό/σηπτικό/υπογλυκαιμικό ~. Πβ. καταπληξία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικό σοκ: ηλεκτροσόκ., θερμικό σοκ: πίεση που ασκείται σε υλικό, οφείλεται σε απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας και συχνά καταλήγει σε θραύση του. [< αγγλ. thermal shock, 1950] , πολιτισμικό σοκ & (σπανιότ.) πολιτιστικό σοκ: σύγχυση και αβεβαιότητα που συνοδεύεται μερικές φορές από άγχος και επηρεάζει ανθρώπους οι οποίοι έρχονται σε επαφή με ξένο πολιτισμό ή περιβάλλον, χωρίς ανάλογη προετοιμασία. Βλ. διαπολιτισμικότητα, μετανάστης. [< αγγλ. culture shock, 1932] , αλλεργικό σοκ βλ. αλλεργικός, τοξικό σοκ βλ. τοξικός ● ΦΡ.: παθαίνω σοκ 1. υφίσταμαι έντονο κλονισμό: Φοβήθηκε τόσο, που έπαθε ~. 2. (μτφ.) μένω έκπληκτος, άναυδος, με το στόμα ανοιχτό: Έπαθα ~, όταν έμαθα ότι βραβεύτηκε. ΣΥΝ. μένω κάγκελο, παθαίνω κολούμπρα, παθαίνω πλάκα [< γαλλ. choc, αγγλ. shock] | |
| 46603 | σοκάκι | σο-κά-κι ουσ. (ουδ.): στενό (δρομάκι): πλακόστρωτο ~ (πβ. καλντερίμι). Γραφικά/ήσυχα/πολυσύχναστα ~ια του νησιού/της παλιάς πόλης. Περίπατος στα ~ια του χωριού. Πβ. καντούνι, ρούγα, στενοσόκακο. [< 17ος αι., τουρκ. sokak] | |
| 46604 | σοκάρισμα | σο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολύ δυσάρεστο ξάφνιασμα: ~ του κοινού. Πβ. σκανδαλισμός. Βλ. -ισμα. | |
| 46605 | σοκαριστικός | , ή, ό σο-κα-ρι-στι-κός επίθ. (προφ.): που σοκάρει: ~ός: τραυματισμός. ~ή: αποκάλυψη/βία/δήλωση/έκπληξη/εμπειρία/εμφάνιση/σκηνή/ταινία/φωτογραφία. ~ό: βιβλίο/βίντεο/θέαμα/ντοκιμαντέρ/περιστατικό/πλάνο. ~ές: αλήθειες/λεπτομέρειες/μαρτυρίες. ~ά στοιχεία για τη διαφθορά. Πβ. σκανδαλιστ-, συγκλονιστ-ικός. ● επίρρ.: σοκαριστικά [< γαλλ. choquant] | |
| 46606 | σοκάρω | σο-κά-ρω ρ. (μτβ.) {σόκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ισμένος, σοκάρ-οντας} (προφ.): προκαλώ σοκ: Η αιματηρή ληστεία ~ε την κοινή γνώμη. ~ε τους πάντες με τις αποκαλύψεις του.|| Βίντεο/εικόνα/υπόθεση που ~ει. ~ουν τα στοιχεία για την παραβατικότητα των ανηλίκων. Πβ. σκανδαλίζω. ● Παθ.: σοκάρομαι: παθαίνω σοκ: Δεν ~ εύκολα. ~ίστηκε, όταν έμαθε για την απαγωγή. Είχα ~ιστεί από το μέγεθος της καταστροφής. Απεγκλωβίστηκαν εμφανώς/φανερά ~ισμένοι. ~ισμένη (= εμβρόντητη) η διεθνής κοινότητα, καταδίκασε την τρομοκρατική ενέργεια. [< γαλλ. choquer] | |
| 46607 | σόκιν | σό-κιν επίθ. {άκλ.}: που σοκάρει με το προκλητικό και άσεμνο περιεχόμενό του: ~ φωτό. ~ ανέκδοτο (πβ. χοντρό)/τραγούδι. ~ σκηνές. (ως ουσ.) Τα ~ (ενν. αστεία). Πβ. σκανδαλιστ-, σοκαριστ-ικός, τολμηρός, χυδαίος. [< αγγλ. shocking] | |
| 46608 | σοκολά | σο-κο-λά επίθ. {άκλ.} 1. (για γλυκό) που περιέχει σοκολάτα: κρεμ/κρουασάν/μους/σουφλέ ~. 2. σοκολατής: ~ απόχρωση (= σοκολατένια). (ως ουσ.) Το ~ (: το σοκολατί). [< γαλλ. chocolat] | |
| 46609 | σοκολάτα | σο-κο-λά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΖΑΧΑΡ. πρώτη ύλη της ζαχαροπλαστικής που παρασκευάζεται από καβουρντισμένους και αλεσμένους σπόρους κακάου, ζάχαρη, βανίλια ή άλλες αρωματικές ουσίες· (κυρ. συνεκδ.) το αντίστοιχο γλύκισμα: γεμιστή/λευκή/λιωμένη ~. Πλάκα/τρίμματα ~ας. Κέικ/κρέμα/κρουασάν/μπισκότα/παγωτό/πάστα (= σοκολατίνα)/τούρτα/φοντί ~/~ας (= σοκολά). Τρούφες ~ας.|| ~ αμυγδάλου/γάλακτος/κουβερτούρα/υγείας (ή μαύρη/πικρή ~). 2. (συνεκδ.) ρόφημα που παρασκευάζεται από σκόνη σοκολάτας, η οποία αναμειγνύεται με νερό ή γάλα: ζεστή/κρύα ~ (βιενουά). ● Υποκ.: σοκολατάκι (το): Της πρόσφερε ένα κουτί ~ια. Βλ. πραλίνα. ΣΥΝ. σοκολατίνι, σοκολατίτσα (η) [< γαλλ. chocolat] | |
| 46610 | σοκολατένιος | , ια, ιο σο-κο-λα-τέ-νιος επίθ. 1. (για γλυκό) που είναι από σοκολάτα ή την περιέχει: ~ιος: κορμός. ~ιο: κέικ. ~ιες: λιχουδιές. ~ια: πασχαλινά αβγά. 2. σοκολατής: ~ιο: δέρμα/κορμί/μαύρισμα/χρώμα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. σοκολά (2) | |
| 46611 | σοκολατερί | σο-κο-λα-τε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) σοκολατερία 1. κατάστημα που πουλά σοκολατένια γλυκίσματα. 2. καφετέρια που σερβίρει σοκολάτα. Βλ. -ερί. 3. (σπάν.) σοκολατοποιία. ΣΥΝ. σοκολατοβιομηχανία [< γαλλ. chocolaterie] | |
| 46612 | σοκολατής | , -ιά, -ί σο-κο-λα-τής επίθ. (προφ.): που έχει το βαθύ καφέ χρώμα της σοκολάτας. ΣΥΝ. σοκολά (2), σοκολατένιος (2) ● Ουσ.: σοκολατί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 46613 | σοκολατίνα | σο-κο-λα-τί-να ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πάστα ή τούρτα σοκολάτας. Βλ. νουγκατίνα. | |
| 46614 | σοκολατίνι | σο-κο-λα-τί-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. σοκολατάκι: ~ια με λικέρ/πραλίνα. | |
| 46615 | σοκολατοβιομηχανία | σο-κο-λα-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): σοκολατοποιία. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 46616 | σοκολατοειδή | [σοκολατοειδῆ] σο-κο-λα-το-ει-δή επίθ./ουσ. (τα) {σπάν. στον εν. σοκολατοειδές}: ΖΑΧΑΡ. παρασκευάσματα με κύριο συστατικό τη σοκολάτα: ~ και ζαχαρώδη προϊόντα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ