| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46606 | σοκάρω | σο-κά-ρω ρ. (μτβ.) {σόκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ισμένος, σοκάρ-οντας} (προφ.): προκαλώ σοκ: Η αιματηρή ληστεία ~ε την κοινή γνώμη. ~ε τους πάντες με τις αποκαλύψεις του.|| Βίντεο/εικόνα/υπόθεση που ~ει. ~ουν τα στοιχεία για την παραβατικότητα των ανηλίκων. Πβ. σκανδαλίζω. ● Παθ.: σοκάρομαι: παθαίνω σοκ: Δεν ~ εύκολα. ~ίστηκε, όταν έμαθε για την απαγωγή. Είχα ~ιστεί από το μέγεθος της καταστροφής. Απεγκλωβίστηκαν εμφανώς/φανερά ~ισμένοι. ~ισμένη (= εμβρόντητη) η διεθνής κοινότητα, καταδίκασε την τρομοκρατική ενέργεια. [< γαλλ. choquer] | |
| 46607 | σόκιν | σό-κιν επίθ. {άκλ.}: που σοκάρει με το προκλητικό και άσεμνο περιεχόμενό του: ~ φωτό. ~ ανέκδοτο (πβ. χοντρό)/τραγούδι. ~ σκηνές. (ως ουσ.) Τα ~ (ενν. αστεία). Πβ. σκανδαλιστ-, σοκαριστ-ικός, τολμηρός, χυδαίος. [< αγγλ. shocking] | |
| 46608 | σοκολά | σο-κο-λά επίθ. {άκλ.} 1. (για γλυκό) που περιέχει σοκολάτα: κρεμ/κρουασάν/μους/σουφλέ ~. 2. σοκολατής: ~ απόχρωση (= σοκολατένια). (ως ουσ.) Το ~ (: το σοκολατί). [< γαλλ. chocolat] | |
| 46609 | σοκολάτα | σο-κο-λά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΖΑΧΑΡ. πρώτη ύλη της ζαχαροπλαστικής που παρασκευάζεται από καβουρντισμένους και αλεσμένους σπόρους κακάου, ζάχαρη, βανίλια ή άλλες αρωματικές ουσίες· (κυρ. συνεκδ.) το αντίστοιχο γλύκισμα: γεμιστή/λευκή/λιωμένη ~. Πλάκα/τρίμματα ~ας. Κέικ/κρέμα/κρουασάν/μπισκότα/παγωτό/πάστα (= σοκολατίνα)/τούρτα/φοντί ~/~ας (= σοκολά). Τρούφες ~ας.|| ~ αμυγδάλου/γάλακτος/κουβερτούρα/υγείας (ή μαύρη/πικρή ~). 2. (συνεκδ.) ρόφημα που παρασκευάζεται από σκόνη σοκολάτας, η οποία αναμειγνύεται με νερό ή γάλα: ζεστή/κρύα ~ (βιενουά). ● Υποκ.: σοκολατάκι (το): Της πρόσφερε ένα κουτί ~ια. Βλ. πραλίνα. ΣΥΝ. σοκολατίνι, σοκολατίτσα (η) [< γαλλ. chocolat] | |
| 46610 | σοκολατένιος | , ια, ιο σο-κο-λα-τέ-νιος επίθ. 1. (για γλυκό) που είναι από σοκολάτα ή την περιέχει: ~ιος: κορμός. ~ιο: κέικ. ~ιες: λιχουδιές. ~ια: πασχαλινά αβγά. 2. σοκολατής: ~ιο: δέρμα/κορμί/μαύρισμα/χρώμα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. σοκολά (2) | |
| 46611 | σοκολατερί | σο-κο-λα-τε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) σοκολατερία 1. κατάστημα που πουλά σοκολατένια γλυκίσματα. 2. καφετέρια που σερβίρει σοκολάτα. Βλ. -ερί. 3. (σπάν.) σοκολατοποιία. ΣΥΝ. σοκολατοβιομηχανία [< γαλλ. chocolaterie] | |
| 46612 | σοκολατής | , -ιά, -ί σο-κο-λα-τής επίθ. (προφ.): που έχει το βαθύ καφέ χρώμα της σοκολάτας. ΣΥΝ. σοκολά (2), σοκολατένιος (2) ● Ουσ.: σοκολατί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 46613 | σοκολατίνα | σο-κο-λα-τί-να ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πάστα ή τούρτα σοκολάτας. Βλ. νουγκατίνα. | |
| 46614 | σοκολατίνι | σο-κο-λα-τί-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. σοκολατάκι: ~ια με λικέρ/πραλίνα. | |
| 46615 | σοκολατοβιομηχανία | σο-κο-λα-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): σοκολατοποιία. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 46616 | σοκολατοειδή | [σοκολατοειδῆ] σο-κο-λα-το-ει-δή επίθ./ουσ. (τα) {σπάν. στον εν. σοκολατοειδές}: ΖΑΧΑΡ. παρασκευάσματα με κύριο συστατικό τη σοκολάτα: ~ και ζαχαρώδη προϊόντα. | |
| 46617 | σοκολατόπαιδο | σο-κο-λα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτο. Βλ. -παιδο. ΣΥΝ. βουτυρομπεμπές | |
| 46618 | σοκολατόπιτα | σο-κο-λα-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. κέικ σοκολάτας που παρασκευάζεται σε ταψί: ~ με παγωτό. Πβ. μπράουνι. Βλ. -πιτα. | |
| 46619 | σοκολατοποιία | σο-κο-λα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργοστάσιο παραγωγής σοκολάτας. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. σοκολατερί (3), σοκολατοβιομηχανία [< γαλλ. chocolaterie] | |
| 46620 | σοκολατούχος | , ος/α, ο [σοκολατοῦχος] σο-κο-λα-τού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει σοκολάτα: ~ο: γάλα. ~α: ροφήματα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. chocolaté] | |
| 46621 | σόκορο | σό-κο-ρο ουσ. (ουδ.): στενή πλευρά αντικειμένου, συνήθ. παραλληλεπίπεδου σχήματος: το ~ της πόρτας. ~α πάγκων. Βλ. τελείωμα.|| (ως επίθ.) ~α: γράμματα (: που είναι μεγάλα, ανάγλυφα, φωτιζόμενα, φτιαγμένα από αλουμίνιο ή ίνοξ). Επιγραφές ~. | |
| 46622 | σολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πέμπτη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αντιστοιχεί σε αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: το κλειδί του ~.|| Κοντσέρτο για πιάνο σε ~ ελάσσονα/μείζονα.|| Το ~ του πιάνου. [< ιταλ. sol] | |
| 46623 | σόλα | σό-λα ουσ. (θηλ.): το κάτω μέρος του παπουτσιού το οποίο ακουμπά στο έδαφος: αναπαυτική/άνετη/αντικραδασμική/αντιολισθητική/δερμάτινη/ελαστική/ενισχυμένη/εξωτερική/εσωτερική ~. Πβ. πάτος, πέλμα.|| (μτφ.-προφ.) Η μπριζόλα/το κρέας είναι ~ (: άνοστο και σκληρό). ● Υποκ.: σολίτσα (η) [< ιταλ. suola, sola] | |
| 46624 | σολανίνη | σο-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδης ουσία· ειδικότ. κρυσταλλικό αλκαλοειδές (σύμβ. C45H73NO15) με πικρή γεύση, το οποίο υπάρχει στα φυτά του γένους σολανό και κυρ. στα πράσινα μέρη της πατάτας και της ντομάτας, έχει τοξική δράση και σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει ακόμα και θάνατο. Βλ. -ίνη, στύφνος. [< γαλλ.-αγγλ. solanine] | |
| 46625 | σολανό | σο-λα-νό ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων ποωδών, συνήθ. δηλητηριωδών, φυτών με στιλπνούς σαρκώδεις καρπούς. Βλ. μελιτζάνα, ντομάτα, πατάτα. [< νεολατ. solanum] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ