Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47160-47180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46617σοκολατόπαιδοσο-κο-λα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτο. Βλ. -παιδο. ΣΥΝ. βουτυρομπεμπές
46618σοκολατόπιτασο-κο-λα-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. κέικ σοκολάτας που παρασκευάζεται σε ταψί: ~ με παγωτό. Πβ. μπράουνι. Βλ. -πιτα.
46619σοκολατοποιίασο-κο-λα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργοστάσιο παραγωγής σοκολάτας. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. σοκολατερί (3), σοκολατοβιομηχανία [< γαλλ. chocolaterie]
46620σοκολατούχος, ος/α, ο [σοκολατοῦχος] σο-κο-λα-τού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει σοκολάτα: ~ο: γάλα. ~α: ροφήματα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. chocolaté]
46621σόκοροσό-κο-ρο ουσ. (ουδ.): στενή πλευρά αντικειμένου, συνήθ. παραλληλεπίπεδου σχήματος: το ~ της πόρτας. ~α πάγκων. Βλ. τελείωμα.|| (ως επίθ.) ~α: γράμματα (: που είναι μεγάλα, ανάγλυφα, φωτιζόμενα, φτιαγμένα από αλουμίνιο ή ίνοξ). Επιγραφές ~.
46622σολουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πέμπτη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αντιστοιχεί σε αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: το κλειδί του ~.|| Κοντσέρτο για πιάνο σε ~ ελάσσονα/μείζονα.|| Το ~ του πιάνου. [< ιταλ. sol]
46623σόλασό-λα ουσ. (θηλ.): το κάτω μέρος του παπουτσιού το οποίο ακουμπά στο έδαφος: αναπαυτική/άνετη/αντικραδασμική/αντιολισθητική/δερμάτινη/ελαστική/ενισχυμένη/εξωτερική/εσωτερική ~. Πβ. πάτος, πέλμα.|| (μτφ.-προφ.) Η μπριζόλα/το κρέας είναι ~ (: άνοστο και σκληρό). ● Υποκ.: σολίτσα (η) [< ιταλ. suola, sola]
46624σολανίνησο-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδης ουσία· ειδικότ. κρυσταλλικό αλκαλοειδές (σύμβ. C45H73NO15) με πικρή γεύση, το οποίο υπάρχει στα φυτά του γένους σολανό και κυρ. στα πράσινα μέρη της πατάτας και της ντομάτας, έχει τοξική δράση και σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει ακόμα και θάνατο. Βλ. -ίνη, στύφνος. [< γαλλ.-αγγλ. solanine]
46625σολανόσο-λα-νό ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων ποωδών, συνήθ. δηλητηριωδών, φυτών με στιλπνούς σαρκώδεις καρπούς. Βλ. μελιτζάνα, ντομάτα, πατάτα. [< νεολατ. solanum]
46626σολάριουμσο-λά-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλειστός χώρος ή θάλαμος με ειδικούς λαμπτήρες, μέσα στον οποίο αποκτά κάποιος τεχνητό μαύρισμα. [< γαλλ. solarium, αγγλ. ~, 1960]
46627σολάρισμασο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σολάρω: ~ στην κιθάρα.|| (Έπαιξε) ένα ~ στο σαξόφωνο. Πβ. σόλο. Βλ. -ισμα.
46628σολάρωσο-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {σόλαρ-α (σπάν.) σολάρ-ισα} 1. (για μουσικό) εκτελώ σόλο: ~ει ο βιολιστής/ντράμερ. Ο σαξοφωνίστας ~ε εκπληκτικά. 2. (μτφ.-αργκό) προβάλλω τις ικανότητές μου με έντονο τρόπο, για να κερδίσω τον θαυμασμό και τις εντυπώσεις των άλλων: Ο ... αποφάσισε να ~ει ανοίγοντας το δικό του μαγαζί. Ο παίκτης ~ε από δεξιά και έβαλε το γκολ.
46629σολέασο-λέ-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σολία & σολέας (ο): ΕΚΚΛΗΣ. υπερυψωμένος επιμήκης διάδρομος, ανάμεσα στο τέμπλο και τον άμβωνα, ως προέκταση του ιερού, που προορίζεται για την τέλεση μυστηρίων και ακολουθιών. [< μεσν. σολέα]
46630σολιάζωσο-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (λαϊκό): βάζω ή αλλάζω σόλες σε παπούτσια.
46631σόλιασμασό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σολιάζω.
46633σολίστσο-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σολίστας (ο) 1. καλλιτέχνης, κυρ. μουσικός, ο οποίος εκτελεί μόνος του ένα μουσικό κομμάτι ή έχει τον βασικό ρόλο κατά την εκτέλεσή του: ~ κιθάρας/πιάνου. ~ του κλαρίνου/σαξόφωνου. ~ στο φλάουτο.|| (κατ' επέκτ.) ~ χορού. 2. που έχει άριστες ικανότητες σε κάποιο μουσικό όργανο: ~ στο βιολί/μπουζούκι. ΣΥΝ. βιρτουόζος [< γαλλ. soliste, ιταλ. solista]
46634σολιστικός, ή, ό σο-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σολίστ: ~ή: καριέρα. ~ό: όργανο. ~ές: ερμηνείες.
46635σολιτόνιοσο-λι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. μεμονωμένο κύμα που διαδίδεται με μικρή απώλεια ενέργειας και χωρίς να χάνει την αρχική μορφή και ταχύτητά του. [< αγγλ. soliton, 1965]
46636σολιψισμόςσο-λι-ψι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται την ύπαρξη του κόσμου και αποδέχεται ως μόνη πραγματικότητα το υποκείμενο και τη συνείδησή του. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. solipsisme]
46637σολντ άουτσολντ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα εισιτήρια μιας παράστασης, μιας συναυλίας ή ενός αθλητικού αγώνα εξαντλήθηκαν: Το ντέρμπι είναι ~ ~. [< αγγλ. sold-out, 1903]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.