| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46617 | σοκολατόπαιδο | σο-κο-λα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτο. Βλ. -παιδο. ΣΥΝ. βουτυρομπεμπές | |
| 46618 | σοκολατόπιτα | σο-κο-λα-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. κέικ σοκολάτας που παρασκευάζεται σε ταψί: ~ με παγωτό. Πβ. μπράουνι. Βλ. -πιτα. | |
| 46619 | σοκολατοποιία | σο-κο-λα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργοστάσιο παραγωγής σοκολάτας. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. σοκολατερί (3), σοκολατοβιομηχανία [< γαλλ. chocolaterie] | |
| 46620 | σοκολατούχος | , ος/α, ο [σοκολατοῦχος] σο-κο-λα-τού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει σοκολάτα: ~ο: γάλα. ~α: ροφήματα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. chocolaté] | |
| 46621 | σόκορο | σό-κο-ρο ουσ. (ουδ.): στενή πλευρά αντικειμένου, συνήθ. παραλληλεπίπεδου σχήματος: το ~ της πόρτας. ~α πάγκων. Βλ. τελείωμα.|| (ως επίθ.) ~α: γράμματα (: που είναι μεγάλα, ανάγλυφα, φωτιζόμενα, φτιαγμένα από αλουμίνιο ή ίνοξ). Επιγραφές ~. | |
| 46622 | σολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πέμπτη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αντιστοιχεί σε αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: το κλειδί του ~.|| Κοντσέρτο για πιάνο σε ~ ελάσσονα/μείζονα.|| Το ~ του πιάνου. [< ιταλ. sol] | |
| 46623 | σόλα | σό-λα ουσ. (θηλ.): το κάτω μέρος του παπουτσιού το οποίο ακουμπά στο έδαφος: αναπαυτική/άνετη/αντικραδασμική/αντιολισθητική/δερμάτινη/ελαστική/ενισχυμένη/εξωτερική/εσωτερική ~. Πβ. πάτος, πέλμα.|| (μτφ.-προφ.) Η μπριζόλα/το κρέας είναι ~ (: άνοστο και σκληρό). ● Υποκ.: σολίτσα (η) [< ιταλ. suola, sola] | |
| 46624 | σολανίνη | σο-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδης ουσία· ειδικότ. κρυσταλλικό αλκαλοειδές (σύμβ. C45H73NO15) με πικρή γεύση, το οποίο υπάρχει στα φυτά του γένους σολανό και κυρ. στα πράσινα μέρη της πατάτας και της ντομάτας, έχει τοξική δράση και σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει ακόμα και θάνατο. Βλ. -ίνη, στύφνος. [< γαλλ.-αγγλ. solanine] | |
| 46625 | σολανό | σο-λα-νό ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων ποωδών, συνήθ. δηλητηριωδών, φυτών με στιλπνούς σαρκώδεις καρπούς. Βλ. μελιτζάνα, ντομάτα, πατάτα. [< νεολατ. solanum] | |
| 46626 | σολάριουμ | σο-λά-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλειστός χώρος ή θάλαμος με ειδικούς λαμπτήρες, μέσα στον οποίο αποκτά κάποιος τεχνητό μαύρισμα. [< γαλλ. solarium, αγγλ. ~, 1960] | |
| 46627 | σολάρισμα | σο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σολάρω: ~ στην κιθάρα.|| (Έπαιξε) ένα ~ στο σαξόφωνο. Πβ. σόλο. Βλ. -ισμα. | |
| 46628 | σολάρω | σο-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {σόλαρ-α (σπάν.) σολάρ-ισα} 1. (για μουσικό) εκτελώ σόλο: ~ει ο βιολιστής/ντράμερ. Ο σαξοφωνίστας ~ε εκπληκτικά. 2. (μτφ.-αργκό) προβάλλω τις ικανότητές μου με έντονο τρόπο, για να κερδίσω τον θαυμασμό και τις εντυπώσεις των άλλων: Ο ... αποφάσισε να ~ει ανοίγοντας το δικό του μαγαζί. Ο παίκτης ~ε από δεξιά και έβαλε το γκολ. | |
| 46629 | σολέα | σο-λέ-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σολία & σολέας (ο): ΕΚΚΛΗΣ. υπερυψωμένος επιμήκης διάδρομος, ανάμεσα στο τέμπλο και τον άμβωνα, ως προέκταση του ιερού, που προορίζεται για την τέλεση μυστηρίων και ακολουθιών. [< μεσν. σολέα] | |
| 46630 | σολιάζω | σο-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (λαϊκό): βάζω ή αλλάζω σόλες σε παπούτσια. | |
| 46631 | σόλιασμα | σό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σολιάζω. | |
| 46633 | σολίστ | σο-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σολίστας (ο) 1. καλλιτέχνης, κυρ. μουσικός, ο οποίος εκτελεί μόνος του ένα μουσικό κομμάτι ή έχει τον βασικό ρόλο κατά την εκτέλεσή του: ~ κιθάρας/πιάνου. ~ του κλαρίνου/σαξόφωνου. ~ στο φλάουτο.|| (κατ' επέκτ.) ~ χορού. 2. που έχει άριστες ικανότητες σε κάποιο μουσικό όργανο: ~ στο βιολί/μπουζούκι. ΣΥΝ. βιρτουόζος [< γαλλ. soliste, ιταλ. solista] | |
| 46634 | σολιστικός | , ή, ό σο-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σολίστ: ~ή: καριέρα. ~ό: όργανο. ~ές: ερμηνείες. | |
| 46635 | σολιτόνιο | σο-λι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. μεμονωμένο κύμα που διαδίδεται με μικρή απώλεια ενέργειας και χωρίς να χάνει την αρχική μορφή και ταχύτητά του. [< αγγλ. soliton, 1965] | |
| 46636 | σολιψισμός | σο-λι-ψι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται την ύπαρξη του κόσμου και αποδέχεται ως μόνη πραγματικότητα το υποκείμενο και τη συνείδησή του. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. solipsisme] | |
| 46637 | σολντ άουτ | σολντ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα εισιτήρια μιας παράστασης, μιας συναυλίας ή ενός αθλητικού αγώνα εξαντλήθηκαν: Το ντέρμπι είναι ~ ~. [< αγγλ. sold-out, 1903] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ