Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47160-47180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46626σολάριουμσο-λά-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κλειστός χώρος ή θάλαμος με ειδικούς λαμπτήρες, μέσα στον οποίο αποκτά κάποιος τεχνητό μαύρισμα. [< γαλλ. solarium, αγγλ. ~, 1960]
46627σολάρισμασο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σολάρω: ~ στην κιθάρα.|| (Έπαιξε) ένα ~ στο σαξόφωνο. Πβ. σόλο. Βλ. -ισμα.
46628σολάρωσο-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {σόλαρ-α (σπάν.) σολάρ-ισα} 1. (για μουσικό) εκτελώ σόλο: ~ει ο βιολιστής/ντράμερ. Ο σαξοφωνίστας ~ε εκπληκτικά. 2. (μτφ.-αργκό) προβάλλω τις ικανότητές μου με έντονο τρόπο, για να κερδίσω τον θαυμασμό και τις εντυπώσεις των άλλων: Ο ... αποφάσισε να ~ει ανοίγοντας το δικό του μαγαζί. Ο παίκτης ~ε από δεξιά και έβαλε το γκολ.
46629σολέασο-λέ-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σολία & σολέας (ο): ΕΚΚΛΗΣ. υπερυψωμένος επιμήκης διάδρομος, ανάμεσα στο τέμπλο και τον άμβωνα, ως προέκταση του ιερού, που προορίζεται για την τέλεση μυστηρίων και ακολουθιών. [< μεσν. σολέα]
46630σολιάζωσο-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (λαϊκό): βάζω ή αλλάζω σόλες σε παπούτσια.
46631σόλιασμασό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σολιάζω.
46633σολίστσο-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σολίστας (ο) 1. καλλιτέχνης, κυρ. μουσικός, ο οποίος εκτελεί μόνος του ένα μουσικό κομμάτι ή έχει τον βασικό ρόλο κατά την εκτέλεσή του: ~ κιθάρας/πιάνου. ~ του κλαρίνου/σαξόφωνου. ~ στο φλάουτο.|| (κατ' επέκτ.) ~ χορού. 2. που έχει άριστες ικανότητες σε κάποιο μουσικό όργανο: ~ στο βιολί/μπουζούκι. ΣΥΝ. βιρτουόζος [< γαλλ. soliste, ιταλ. solista]
46634σολιστικός, ή, ό σο-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σολίστ: ~ή: καριέρα. ~ό: όργανο. ~ές: ερμηνείες.
46635σολιτόνιοσο-λι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. μεμονωμένο κύμα που διαδίδεται με μικρή απώλεια ενέργειας και χωρίς να χάνει την αρχική μορφή και ταχύτητά του. [< αγγλ. soliton, 1965]
46636σολιψισμόςσο-λι-ψι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται την ύπαρξη του κόσμου και αποδέχεται ως μόνη πραγματικότητα το υποκείμενο και τη συνείδησή του. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. solipsisme]
46637σολντ άουτσολντ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα εισιτήρια μιας παράστασης, μιας συναυλίας ή ενός αθλητικού αγώνα εξαντλήθηκαν: Το ντέρμπι είναι ~ ~. [< αγγλ. sold-out, 1903]
46638σόλοσό-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. τμήμα σε ευρύτερη μουσική σύνθεση που εκτελείται από έναν καλλιτέχνη με ή χωρίς συνοδεία: ~ βιολί. ~ τζαζ. Έπαιξε ένα φοβερό ~ (= σόλαρε). Το ~ (= σολάρισμα) στην κιθάρα ήταν καταπληκτικό. Βλ. καντέντσα.|| (ως επίθ.) ~ όργανο.|| (ως επίρρ.) Έπαιξε ~. Βλ. ντουέτο.|| (κατ' επέκτ., για χορό) Οριεντάλ ~. ΣΥΝ. μονωδία 2. (ως επίθ., για μουσικό) που ακολουθεί ατομική καριέρα μετά την αποχώρησή του από συγκρότημα: Κάνει ~ καριέρα.|| (ως επίρρ.) Δουλεύει ~. 3. (μτφ.-ως επίρρ.) χωρίς παρέα ή συντροφιά: Εμφανίστηκε ~ στο πάρτι. Έμεινε ~ (= μπουκάλα). [< ιταλ. solo]
46639σολόδερμασο-λό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ειδικά επεξεργασμένο χοντρό δέρμα από το οποίο κατασκευάζονται σόλες.
46640σολοικίζωσο-λοι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω σολοικισμούς. [< αρχ. σολοικίζω]
46641σολοικισμόςσο-λοι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συντακτικό και γενικότ. γλωσσικό λάθος στον προφορικό ή/και τον γραπτό λόγο. Πβ. ασυνταξία. Βλ. βαρβαρισμός, -ισμός. [< αρχ. σολοικισμός, γαλλ. solécisme, αγγλ. solecism]
46642σόλοικος, η, ο σό-λοι-κος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απρεπής, ανάρμοστος: Είναι (λίγο) ~ο αυτό που έκανες. 2. (για κείμενο) που έχει σολοικισμούς. [< αρχ. σόλοικος ‘αυτός που κάνει γλωσσικά λάθη, απαίδευτος, αγροίκος]
46643σολομόςσο-λο-μός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) σολωμός: ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ανάδρομο ψάρι (επιστ. ονομασ. Salmo salar), το οποίο έχει χαρακτηριστικές μαύρες βούλες και αλιεύεται ή εκτρέφεται για το εκλεκτό και εύγευστο κρέας του: αβγά ~ού. Βλ. πέστροφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ καπνιστός/μαριναρισμένος/φιλέτο. Άγριος ~ στη σχάρα/στο γκριλ. Χαβιάρι ~ού (= μπρικ). [< μεσν. *σολομός < λατ. salmo]
46644σολομώντειος, α, ο σο-λο-μώ-ντει-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον Σολομώντα, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σολομώντεια λύση: σοφή και δίκαιη λύση σε δυσεπίλυτο πρόβλημα. [< μτγν. Σολομώντειος]
46645σολφέζσολ-φέζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μέθοδος φωνητικών ασκήσεων για την εκμάθηση των φθογγόσημων και των ήχων που αντιπροσωπεύουν, καθώς και τον προσδιορισμό της μεταξύ τους απόστασης στη διατονική κλίμακα και συνεκδ. βιβλίο με αντίστοιχες ασκήσεις για εξάσκηση: Έχει κάνει σπουδές πιάνου και ~. Δυσκολεύτηκαν στο ~. [< γαλλ. solfège]
46646σολωμιστήςσο-λω-μι-στής ουσ. (αρσ.): μελετητής του έργου του Διονύσιου Σολωμού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.