Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4700-4720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3764ανεξαρτησία[ἀνεξαρτησία] α-νε-ξαρ-τη-σί-α ουσ. (θηλ.): απουσία εξάρτησης και γενικότ. κάθε είδους περιορισμού, δέσμευσης: εθνική/δικαστική/ιδεολογική/οικονομική/πολιτική ~. ~ γνώμης/σκέψης. Η ~ της δικαιοσύνης. Διασφάλιση/κατοχύρωση/σεβασμός της ~ας. Αγώνας για την ~ (= απελευθέρωση) ενός έθνους/λαού. Η χώρα διακήρυξε/επανέκτησε την ~ της. Γιορτάστηκε η επέτειος της ~ας. Πβ. αυτο-νομία, -τέλεια, ελευθερία. ΑΝΤ. εξάρτηση (1), υποτέλεια [< γαλλ. indépendance]
3765ανεξάρτητα[ἀνεξάρτητα] α-νε-ξάρ-τη-τα επίρρ. 1. χωρίς να υπάρχει σύνδεση, σχέση, άσχετα: ~ από τον αριθμό των παρόντων μελών. ΣΥΝ. αδιακρίτως, ανεξαρτήτως 2. χωρίς εξάρτηση, δέσμευση: Ενεργεί/λειτουργεί ~. Πβ. αδέσμευτα, ελεύθερα.
3767ανεξαρτητοποιούμαι[ἀνεξαρτητοποιοῦμαι] α-νε-ξαρ-τη-το-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {ανεξαρτητοποι-είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή} & (προφ.) ανεξαρτοποιούμαι: γίνομαι ανεξάρτητος: ~ήθηκαν από το κόμμα. Η θυγατρική εταιρεία ~ήθηκε από τη μητρική. Ήρθε η ώρα να ~ηθείς (= να ανοίξεις τα φτερά σου). ~ημένο: κράτος. Πβ. απαγκιστρώνομαι, απελευθερώνω, αποδεσμεύω, αυτονομώ, χειραφετώ. Βλ. -ποιώ.
3768ανεξάρτητος, η, ο [ἀνεξάρτητος] α-νε-ξάρ-τη-τος επίθ. 1. που είναι ελεύθερος από εξωτερική, ξένη επιρροή, καθοδήγηση, έλεγχο, που δεν έχει εξάρτηση από κάποιον ή κάτι άλλο, στηρίζεται στον εαυτό του: ~ος: παράγοντας. ~η: άποψη/διαβίωση (: για άτομα με ειδικές ανάγκες)/ζωή/πρωτοβουλία/σκέψη (πβ. ελεύθερη). Είναι δυναμική και ~η. Θα πρέπει να δουλέψεις, για να γίνεις οικονομικά ~. Πβ. αυτάρκης, αυτεξούσιος, αυτόνομος. Βλ. ημι~.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ο: ερέθισμα. ΑΝΤ. εξαρτημένος (1) 2. (ειδικότ.) που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κόμμα, οργάνωση ή δεν υπάγεται σε ανώτερη Αρχή: ~ος: βουλευτής/δημοτικός σύμβουλος/συνδυασμός. Κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές ως ~ υποψήφιος. Πβ. αδέσμευτος, ανένταχτος.|| ~ος: αξιολογητής/ασφαλιστικός πράκτορας/δημοσιογράφος/εμπειρογνώμονας/επιθεωρητής/παραγωγός/σύμβουλος-συνεργάτης επιχειρήσεων.|| ~ος: οργανισμός (= μη κυβερνητικός)/φορέας. ~ο: νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. 3. (+ από/γεν.) που δεν επηρεάζεται, δεν προσδιορίζεται από άλλον παράγοντα, όρο, προϋπόθεση: Χρέωση σταθερή και ~η από τον χρόνο σύνδεσης. Η δικαστική εξουσία είναι ~η από τη νομοθετική και την εκτελεστική. Λόγοι ~οι από τη θέλησή μου με εμποδίζουν να ... Πβ. άσχετος. ΑΝΤ. αλληλένδετος, συναφής, σχετικός (1) 4. που έχει ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: διακόπτης/εκτυπωτής/καταψύκτης.|| ~η: είσοδος. ~ο: διαμέρισμα. ~ες: κατοικίες/μεζονέτες. 5. ΜΑΘ. που δεν εξαρτάται από άλλες μεταβλητές ή σχετίζεται με ή ανήκει σε σύστημα εξισώσεων, από τις οποίες καμία δεν μπορεί να προκύψει από άλλη του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη Αρχή: ξεχωριστή, αυτόνομη λειτουργία φορέα, οργάνου, υπηρεσίας: σύσταση ~ης ~ής για την επιλογή προσωπικού (βλ. ΑΣΕΠ). Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι ανεξάρτητη διοικητική Αρχή. Βλ. ΕΣΡ. [< γαλλ. autorité indépendante] , ανεξάρτητη μεταβλητή: ΜΑΘ. της οποίας η τιμή δεν καθορίζεται από τις τιμές των άλλων μεταβλητών σε μία συνάρτηση. ΑΝΤ. εξαρτημένη μεταβλητή, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος: ΠΟΛΙΤ. που είναι νομικά ισότιμο με τα υπόλοιπα κράτη και δεν υπάγεται σε κανέναν άλλο φορέα εκτός από τον εαυτό του. Βλ. προτεκτοράτο., κύρια/ανεξάρτητη πρόταση βλ. κύριος [< γαλλ. indépendant]
3769ανεξαρτήτως[ἀνεξαρτήτως] α-νε-ξαρ-τή-τως επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): χωρίς να υπάρχει εξάρτηση, σχέση, αδιακρίτως: ~ αντιλήψεων/εθνικότητας/θρησκείας/καταγωγής/περιεχομένου/χρώματος.|| (καταχρ.) Ανεξαρτήτου κόμματος/φύλου. ΣΥΝ. ανεξάρτητα (1), άσχετα [< γαλλ. indépendamment]
3770ανεξέλεγκτος, η, ο [ἀνεξέλεγκτος] α-νε-ξέ-λε-γκτος επίθ. 1. που δεν είναι δυνατόν ή εύκολο να ελεγχθεί, που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο: ~ος: ανταγωνισμός/πληθωρισμός/πολλαπλασιασμός (π.χ. κυττάρων). ~η: βία/δόμηση/δράση/εγκληματικότητα/κυκλοφορία/πυρκαγιά. ~ο: πάθος. ~ες: δαπάνες/καταστάσεις/τιμές. Η επιδημία έλαβε ~ες διαστάσεις (: ανησυχητικά μεγάλη έκταση).|| (για πρόσ.) Μην αφήνεις τα παιδιά ~α. Πβ. ασύδοτος, αχαλίνωτος. ΑΝΤ. ελεγχόμενος 2. του οποίου η εγκυρότητα δεν ελέγχθηκε: ~η: άποψη/υπόθεση. ~ες: (ιστορικές) πηγές/πληροφορίες (ΑΝΤ. εξακριβωμένες). ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανέλεγκτος, ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος ΑΝΤ. ελεγμένος ● επίρρ.: ανεξέλεγκτα [< αρχ. ἀνεξέλεγκτος, γαλλ. incontrôlable]
3771ανεξερεύνητος, η, ο [ἀνεξερεύνητος] α-νε-ξε-ρεύ-νη-τος επίθ. 1. που δεν εξερευνήθηκε ακόμη: ~ος: βιότοπος/βυθός/πλανήτης. ~η: διαδρομή. ~ο: θέμα/σπήλαιο. ~α: εδάφη. Αποδράσεις σε τόπους που παραμένουν ~οι. ΑΝΤ. εξερευνημένος. 2. (μτφ.) που δεν ερευνήθηκε, δεν εξιχνιάστηκε ακόμη ή δεν είναι δυνατόν να ερευνηθεί: ~ος: ανθρώπινος νους. ~ο: μυστήριο/φαινόμενο. ~ες: δυνατότητες. Πβ. αδιερεύνητος, αδιευκρίνιστος, ανεξιχνίαστος, σκοτεινός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η μαγεία και το μυστήριο του ~ου. Πβ. άγνωστο. [< 1: γαλλ. inexploré 2: αρχ. ἀνεξερεύνητος]
3772ανεξεταστέος, α, ο [ἀνεξεταστέος] α-νε-ξε-τα-στέ-ος επίθ. (επίσ.): (για μαθητή) που πρέπει να επανεξεταστεί σε μαθήματα που δεν πέρασε, για να προβιβαστεί ή να απολυθεί: Έμεινε ~ για τον Σεπτέμβρη.|| (ως ουσ.) Εντατικά τμήματα για ~ους. Βλ. στάσιμος. ΣΥΝ. μετεξεταστέος (1)
3773ανεξήγητος, η, ο [ἀνεξήγητος] α-νε-ξή-γη-τος επίθ.: που δεν είναι δυνατόν ή εύκολο να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί: ~ος: θυμός/φόβος. ~η: ανησυχία/ασθένεια/καθυστέρηση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/μυστήριο/φαινόμενο. ~οι: θόρυβοι/φόνοι. ~α: αίτια/συμπτώματα. Κατά έναν περίεργο και ~ο τρόπο ... Κάτι (παρα)μένει/φαίνεται ~ο. Σειρά ~ων εξαφανίσεων. Οι αρμόδιοι για ~ους λόγους αρνούνται να ... Συμβαίνουν ~α πράγματα. Πβ. αλλόκοτος, ανεξιχνίαστος, ανερμήνευτος, μυστηριώδης, παράξενος. Βλ. δυσεξήγητος.|| (ως ουσ.) Ο φόβος του ανθρώπου για το ~ο. Πβ. άγνωστο. ΣΥΝ. ακατανόητος (1) ● επίρρ.: ανεξήγητα [< μτγν. ἀνεξήγητος]
3774ανεξιθρησκία[ἀνεξιθρησκία] α-νε-ξι-θρη-σκί-α ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) ανεξιθρησκεία: αναγνώριση του δικαιώματος για ελεύθερη επιλογή θρησκεύματος και της ισοτιμίας των θρησκειών: Συνταγματική κατοχύρωση της ~ας. Βλ. ανοχή, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης, μισαλλοδοξία. [< γαλλ. tolérance (religieuse)]
3775ανεξικακία[ἀνεξικακία] α-νε-ξι-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία εκδικητικότητας. Βλ. ανεκτικ-, καρτερικ-ότητα, καλοσύνη. ΣΥΝ. αμνησικακία ΑΝΤ. μνησικακία [< μτγν. ἀνεξικακία ‘μακροθυμία, υπομονή’]
3777ανεξίτηλος, η, ο [ἀνεξίτηλος] α-νε-ξί-τη-λος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν είναι δυνατόν να σβήσει, να ξεχαστεί, να χαθεί: ~η: ανάμνηση. ~ο: αποτύπωμα/στίγμα. ~ες: εικόνες/εμπειρίες. ~α: ίχνη (λ.χ. πολιτισμού). Άφησε ~η τη σφραγίδα του στην πολιτική ζωή του τόπου. Βιώματα που μένουν ~α στην καρδιά/στη μνήμη. ΣΥΝ. ανεξάλειπτος 2. που δεν σβήνει, δεν ξεβάφει, δεν ξεθωριάζει: ~η: βαφή. ~ο: μελάνι. ~ες: εκτυπώσεις. ~α: γράμματα/χρώματα. Οι χαρακτήρες της πινακίδας πρέπει να είναι ευανάγνωστοι και ~οι. ● επίρρ.: ανεξίτηλα [< μτγν. ἀνεξίτηλος]
3778ανεξιχνίαστος, η, ο [ἀνεξιχνίαστος] α-νε-ξι-χνί-α-στος επίθ.: που δεν εξιχνιάστηκε ή δεν είναι δυνατόν να εξιχνιαστεί: ~ος: φόνος. ~η: υπόθεση. ~ο: έγκλημα/μυστήριο. ~ες: ληστείες/τρομοκρατικές ενέργειες. ~α: αίτια (πβ. ανεξακρίβωτα)/κίνητρα. Για κάποιον ~ο λόγο ... Πέθανε με ~ο τρόπο/υπό ~ες συνθήκες (πβ. ανεξερεύνητος, αξεδιάλυτος). ~ες οι βουλές του Θεού/Κυρίου (: ανεξήγητες). Βλ. δυσεξιχνίαστος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/ύφος (: αινιγματικό, μυστηριώδες).|| (ως ουσ.-λόγ.) Η γοητεία του ~ου. Πβ. άγνωστο. ΑΝΤ. εξιχνιασμένος. ● επίρρ.: ανεξιχνίαστα (σπάν.) [< μτγν. ἀνεξιχνίαστος]
3779ανέξοδος, η, ο [ἀνέξοδος] α-νέ-ξο-δος επίθ. 1. που δεν απαιτεί (πολλά) έξοδα, (μεγάλο) κόστος: ~η: διαδικασία/διασκέδαση/λύση. ~ο: άθλημα/ταξίδι. ~ες: διακοπές. Γρήγορος, εύκολος και ~ τρόπος διαφήμισης/επικοινωνίας. ΣΥΝ. αδάπανος, οικονομικός (2) ΑΝΤ. δαπανηρός, πολυδάπανος, πολυέξοδος (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) (για λόγια, συμπεριφορά) που δεν κοστίζουν σε κάποιον, δεν θα δώσει λόγο για αυτά: ~ος: λαϊκισμός. ~η: κριτική/φλυαρία. ~ο: μέτρο. ~οι: παλικαρισμοί. ~ες: κατηγορίες/κορόνες/υποσχέσεις. ● επίρρ.: ανέξοδα [< πβ. μτγν. ἀνέξοδος ‘αδιάβατος’]
3780ανεξοικείωτος, η, ο [ἀνεξοικείωτος] α-νε-ξοι-κεί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει εξοικειωθεί με κάτι: ~ος: καταναλωτής/χρήστης. ~οι: αναγνώστες (πβ. ανυποψίαστοι). ~ με τη δουλειά/τις νέες τεχνολογίες. Πβ. άμαθος, ασυνήθιστος.|| (ως ουσ.) Οι αμύητοι και ~οι. ΑΝΤ. εξοικειωμένος
3781ανεξομολόγητος, η, ο [ἀνεξομολόγητος] α-νε-ξο-μο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. εξομολογημένος 1. (για πράξη, σκέψη, συναίσθημα) που δεν έχει εκδηλωθεί, εκφραστεί με λόγια: ~ος: έρωτας. ~ες: επιθυμίες. ~α: μυστικά. ΣΥΝ. ανομολόγητος (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ.) που δεν εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του (σε ιερέα): Πέθανε αμετανόητος και ~. [< μτγν. ἀνεξομολόγητος]
3782ανεξόφλητος, η, ο [ἀνεξόφλητος] α-νε-ξό-φλη-τος επίθ. ΣΥΝ. απλήρωτος. ΑΝΤ. εξοφλημένος, πληρωμένος. 1. ΟΙΚΟΝ. για χρέος που δεν εξοφλήθηκε, για αντίτιμο που δεν πληρώθηκε: ~ος: λογαριασμός. ~η: δόση/επιταγή. ~ο: δάνειο/υπόλοιπο. ~οι: φόροι. ~ες: οφειλές/συναλλαγματικές/(οικονομικές) υποχρεώσεις. ~α: γραμμάτια/τιμολόγια. ΣΥΝ. ακατάβλητος (3), ανείσπρακτος 2. (για πρόσ.) που δεν έχει πληρωθεί για τις υπηρεσίες του: ~οι: προμηθευτές.
3783ανεπάγγελτος, η, ο [ἀνεπάγγελτος] α-νε-πάγ-γελ-τος επίθ./ουσ. (επίσ.): που δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα: άνεργος και ~. Πβ. άεργος. [< πβ. μτγν. ἀνεπάγγελτος ‘ακήρυκτος, απρόσκλητος’]
3784ανεπαίσθητος, η, ο [ἀνεπαίσθητος] α-νε-παί-σθη-τος επίθ. (λόγ.): που με δυσκολία γίνεται αισθητός και κατ' επέκτ. ασήμαντος, ελάχιστος, μηδαμινός: ~ος: ήχος (πβ. αμυδρός, ΑΝΤ. δυνατός). ~η: κίνηση. ~ο: άγγιγμα/άρωμα (= ελαφρύ). ~α: βήματα/ίχνη/σημάδια. Πβ. αδιόρατος, αχνός, δυσδιάκριτος. ΑΝΤ. αντιληπτός.|| (μτφ.) ~ες: διαφορές/μεταβολές (π.χ. κόστους). ● επίρρ.: ανεπαίσθητα & (λόγ.) -ήτως [< μτγν. ἀνεπαίσθητος]
3785ανεπαίσχυντος, η, ο [ἀνεπαίσχυντος] α-νε-παί-σχυ-ντος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αδιάντροπος. ΑΝΤ. ντροπαλός, σεμνός (1) [< μτγν. ἀνεπαίσχυντος ‘αυτός που δεν έχει λόγο να αισχύνεται’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.