Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4700-4720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3774ανεξιθρησκία[ἀνεξιθρησκία] α-νε-ξι-θρη-σκί-α ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) ανεξιθρησκεία: αναγνώριση του δικαιώματος για ελεύθερη επιλογή θρησκεύματος και της ισοτιμίας των θρησκειών: Συνταγματική κατοχύρωση της ~ας. Βλ. ανοχή, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης, μισαλλοδοξία. [< γαλλ. tolérance (religieuse)]
3775ανεξικακία[ἀνεξικακία] α-νε-ξι-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία εκδικητικότητας. Βλ. ανεκτικ-, καρτερικ-ότητα, καλοσύνη. ΣΥΝ. αμνησικακία ΑΝΤ. μνησικακία [< μτγν. ἀνεξικακία ‘μακροθυμία, υπομονή’]
3777ανεξίτηλος, η, ο [ἀνεξίτηλος] α-νε-ξί-τη-λος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν είναι δυνατόν να σβήσει, να ξεχαστεί, να χαθεί: ~η: ανάμνηση. ~ο: αποτύπωμα/στίγμα. ~ες: εικόνες/εμπειρίες. ~α: ίχνη (λ.χ. πολιτισμού). Άφησε ~η τη σφραγίδα του στην πολιτική ζωή του τόπου. Βιώματα που μένουν ~α στην καρδιά/στη μνήμη. ΣΥΝ. ανεξάλειπτος 2. που δεν σβήνει, δεν ξεβάφει, δεν ξεθωριάζει: ~η: βαφή. ~ο: μελάνι. ~ες: εκτυπώσεις. ~α: γράμματα/χρώματα. Οι χαρακτήρες της πινακίδας πρέπει να είναι ευανάγνωστοι και ~οι. ● επίρρ.: ανεξίτηλα [< μτγν. ἀνεξίτηλος]
3778ανεξιχνίαστος, η, ο [ἀνεξιχνίαστος] α-νε-ξι-χνί-α-στος επίθ.: που δεν εξιχνιάστηκε ή δεν είναι δυνατόν να εξιχνιαστεί: ~ος: φόνος. ~η: υπόθεση. ~ο: έγκλημα/μυστήριο. ~ες: ληστείες/τρομοκρατικές ενέργειες. ~α: αίτια (πβ. ανεξακρίβωτα)/κίνητρα. Για κάποιον ~ο λόγο ... Πέθανε με ~ο τρόπο/υπό ~ες συνθήκες (πβ. ανεξερεύνητος, αξεδιάλυτος). ~ες οι βουλές του Θεού/Κυρίου (: ανεξήγητες). Βλ. δυσεξιχνίαστος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/ύφος (: αινιγματικό, μυστηριώδες).|| (ως ουσ.-λόγ.) Η γοητεία του ~ου. Πβ. άγνωστο. ΑΝΤ. εξιχνιασμένος. ● επίρρ.: ανεξιχνίαστα (σπάν.) [< μτγν. ἀνεξιχνίαστος]
3779ανέξοδος, η, ο [ἀνέξοδος] α-νέ-ξο-δος επίθ. 1. που δεν απαιτεί (πολλά) έξοδα, (μεγάλο) κόστος: ~η: διαδικασία/διασκέδαση/λύση. ~ο: άθλημα/ταξίδι. ~ες: διακοπές. Γρήγορος, εύκολος και ~ τρόπος διαφήμισης/επικοινωνίας. ΣΥΝ. αδάπανος, οικονομικός (2) ΑΝΤ. δαπανηρός, πολυδάπανος, πολυέξοδος (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) (για λόγια, συμπεριφορά) που δεν κοστίζουν σε κάποιον, δεν θα δώσει λόγο για αυτά: ~ος: λαϊκισμός. ~η: κριτική/φλυαρία. ~ο: μέτρο. ~οι: παλικαρισμοί. ~ες: κατηγορίες/κορόνες/υποσχέσεις. ● επίρρ.: ανέξοδα [< πβ. μτγν. ἀνέξοδος ‘αδιάβατος’]
3780ανεξοικείωτος, η, ο [ἀνεξοικείωτος] α-νε-ξοι-κεί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει εξοικειωθεί με κάτι: ~ος: καταναλωτής/χρήστης. ~οι: αναγνώστες (πβ. ανυποψίαστοι). ~ με τη δουλειά/τις νέες τεχνολογίες. Πβ. άμαθος, ασυνήθιστος.|| (ως ουσ.) Οι αμύητοι και ~οι. ΑΝΤ. εξοικειωμένος
3781ανεξομολόγητος, η, ο [ἀνεξομολόγητος] α-νε-ξο-μο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. εξομολογημένος 1. (για πράξη, σκέψη, συναίσθημα) που δεν έχει εκδηλωθεί, εκφραστεί με λόγια: ~ος: έρωτας. ~ες: επιθυμίες. ~α: μυστικά. ΣΥΝ. ανομολόγητος (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ.) που δεν εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του (σε ιερέα): Πέθανε αμετανόητος και ~. [< μτγν. ἀνεξομολόγητος]
3782ανεξόφλητος, η, ο [ἀνεξόφλητος] α-νε-ξό-φλη-τος επίθ. ΣΥΝ. απλήρωτος. ΑΝΤ. εξοφλημένος, πληρωμένος. 1. ΟΙΚΟΝ. για χρέος που δεν εξοφλήθηκε, για αντίτιμο που δεν πληρώθηκε: ~ος: λογαριασμός. ~η: δόση/επιταγή. ~ο: δάνειο/υπόλοιπο. ~οι: φόροι. ~ες: οφειλές/συναλλαγματικές/(οικονομικές) υποχρεώσεις. ~α: γραμμάτια/τιμολόγια. ΣΥΝ. ακατάβλητος (3), ανείσπρακτος 2. (για πρόσ.) που δεν έχει πληρωθεί για τις υπηρεσίες του: ~οι: προμηθευτές.
3783ανεπάγγελτος, η, ο [ἀνεπάγγελτος] α-νε-πάγ-γελ-τος επίθ./ουσ. (επίσ.): που δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα: άνεργος και ~. Πβ. άεργος. [< πβ. μτγν. ἀνεπάγγελτος ‘ακήρυκτος, απρόσκλητος’]
3784ανεπαίσθητος, η, ο [ἀνεπαίσθητος] α-νε-παί-σθη-τος επίθ. (λόγ.): που με δυσκολία γίνεται αισθητός και κατ' επέκτ. ασήμαντος, ελάχιστος, μηδαμινός: ~ος: ήχος (πβ. αμυδρός, ΑΝΤ. δυνατός). ~η: κίνηση. ~ο: άγγιγμα/άρωμα (= ελαφρύ). ~α: βήματα/ίχνη/σημάδια. Πβ. αδιόρατος, αχνός, δυσδιάκριτος. ΑΝΤ. αντιληπτός.|| (μτφ.) ~ες: διαφορές/μεταβολές (π.χ. κόστους). ● επίρρ.: ανεπαίσθητα & (λόγ.) -ήτως [< μτγν. ἀνεπαίσθητος]
3785ανεπαίσχυντος, η, ο [ἀνεπαίσχυντος] α-νε-παί-σχυ-ντος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αδιάντροπος. ΑΝΤ. ντροπαλός, σεμνός (1) [< μτγν. ἀνεπαίσχυντος ‘αυτός που δεν έχει λόγο να αισχύνεται’]
3786ανεπανάληπτος, η, ο [ἀνεπανάληπτος] α-νε-πα-νά-λη-πτος επίθ. 1. μοναδικός, ασύγκριτος: ~ος: ηθοποιός (πβ. αμίμητος, αξέχαστος, άφθαστος). ~η: εμπειρία/επιτυχία/ερμηνεία/ευκαιρία/παράσταση. ~ο: θέαμα/ρεκόρ. Πετύχαμε κάτι το ~ο. Περάσαμε ~ες στιγμές μαζί. Πβ. ανυπέρβλητος, απίθανος, φοβερός. ΑΝΤ. κοινός (3), συνηθισμένος (2) 2. που δεν μπορεί να επαναληφθεί, να ξαναγίνει: ~ο ιστορικό γεγονός. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ~. ● επίρρ.: ανεπανάληπτα [< μεσν. ανεπανάληπτος]
3787ανεπανόρθωτος, η, ο [ἀνεπανόρθωτος] α-νε-πα-νόρ-θω-τος επίθ.: που δεν είναι δυνατόν να διορθωθεί, να αποκατασταθεί: ~ος: κλονισμός της υγείας. ~ο: λάθος/πλήγμα/σφάλμα. ~ες: καταστροφές/φθορές. Σε ~ο βαθμό. Μας έκανε ~ο κακό. Προκλήθηκαν ~ες βλάβες/ζημιές. Πβ. αθεράπευτος, ανήκεστος. ΑΝΤ. επανορθώσιμος ● επίρρ.: ανεπανόρθωτα [< μτγν. ἀνεπανόρθωτος]
3788ανεπάρκεια[ἀνεπάρκεια] α-νε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) έλλειψη ποσοτικής ή ποιοτικής επάρκειας: ενεργειακή ~. ~ εξοπλισμού/προσωπικού/τροφίμων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης.|| (ΧΗΜ.) ~ αέρα (: σε μείγμα αέρα-καυσίμου στο οποίο το ποσοστό αέρα είναι μικρότερο από το απαιτούμενο για την πλήρη εσωτερική καύση μηχανήματος).|| Επιστημονική ~ (πβ. ανεπιτηδειότητα, ανικανότητα). Η ~ ενός μηχανισμού/νόμου/συστήματος (πβ. αδυναμία, ακαταλληλότητα, ΑΝΤ. καταλληλότητα). 2. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική λειτουργία οργάνου ή αδένα του σώματος: ηπατική/πολυοργανική/φλεβική ~.|| (Δια)νοητική/πνευματική (πβ. νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση)/σωματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστική ανεπάρκεια βλ. αναπνευστικός, ανεπάρκεια τραχήλου βλ. τράχηλος, καρδιακή ανεπάρκεια βλ. καρδιακός, νεφρική ανεπάρκεια βλ. νεφρικός, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια ● ΦΡ.: εν ανεπαρκεία [ἐν ἀνεπαρκείᾳ] (λόγ.): σε κατάσταση έλλειψης: αγαθό/είδος ~ ~. Βλ. αφθονία. [< γαλλ. insuffisance]
3789ανεπαρκής, ής, ές [ἀνεπαρκής] α-νε-παρ-κής επίθ. {ανεπαρκ-ούς | -είς (ουδ.-ή)· ανεπαρκέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που δεν επαρκεί ποσοτικά ή ποιοτικά: ~ής: μισθός/χώρος (= μικρός). ~ής: διατροφή (ΑΝΤ. ισορροπημένη). ~είς: πληροφορίες. ~ή: αποθέματα/στοιχεία. || ~ής: μόρφωση/προσπάθεια (πβ. αναποτελεσματική)/προστασία. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέτρα/προσόντα. Πβ. ελλιπής.|| (για πρόσ.) ~ής: γονιός/εκπαιδευτικός (πβ. ανάξιος, ανίκανος). ΑΝΤ. επαρκής ● επίρρ.: ανεπαρκώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. insuffisant]
3790ανέπαφος, η, ο [ἀνέπαφος] α-νέ-πα-φος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν αγγίχτηκε, δεν αλλοιώθηκε, δεν φθάρηκε: ~ος: θησαυρός. ~η: περιουσία/φύση. Τείχος που σώζεται ~ο (= ακέραιο). Πβ. άγγιχτος.|| (για πρόσ.) Ο πιλότος βγήκε ~ από τα συντρίμμια του αεροσκάφους (πβ. αλώβητος, σώος και αβλαβής). ΣΥΝ. άθικτος (1), ανέγγιχτος (1), απείραχτος (1) || ~ες: πληρωμές/συναλλαγές. [< αρχ. ἀνέπαφος, αγγλ. contactless]
3791ανεπεξέργαστος, η, ο [ἀνεπεξέργαστος] α-νε-πε-ξέρ-γα-στος επίθ. ΣΥΝ. ακατέργαστος. ΑΝΤ. επεξεργασμένος. 1. που δεν τον έχουν επεξεργαστεί, δεν έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας: ~ος: καπνός/χρυσός. ~η: ζάχαρη/σταφίδα. ~α: δέρματα/λύματα. Φυσικά υλικά σε ~η μορφή. ΣΥΝ. αδούλευτος (1) ΑΝΤ. δουλεμένος (1), κατεργασμένος 2. (μτφ.) που δεν έχει καλλιεργηθεί, εξεταστεί ή μελετηθεί: ~ος: λόγος. ~ο: κείμενο/υλικό. ~ες: πληροφορίες. ~α: δεδομένα. [< μεσν. ανεπεξέργαστος]
3792ανεπηρέαστος, η, ο [ἀνεπηρέαστος] α-νε-πη-ρέ-α-στος επίθ.: που δεν επηρεάζεται ή δεν έχει επηρεαστεί: ~ος: δικαστής (πβ. ακέραιος, ακριβοδίκαιος, αμερόληπτος, αντικειμενικός). ~η: βούληση/γνώμη/κρίση. ~ από προκαταλήψεις/προσωπικές συμπάθειες/συμφέροντα. Κανένας τομέας δεν (παρα)μένει ~ από την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας (πβ. αμετάβλητος). Αποφασίζω ~. Το γεγονός αυτό δεν άφησε ~ο τον καλλιτεχνικό κόσμο (πβ. ασυγκίνητος, ατάραχος). ΑΝΤ. επηρεασμένος ● επίρρ.: ανεπηρέαστα [< μτγν. ἀνεπηρέαστος, αγγλ. unaffected]
3793ανεπιβεβαίωτος, η, ο [ἀνεπιβεβαίωτος] α-νε-πι-βε-βαί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν επιβεβαιώθηκε ή δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί: ~α: δημοσιεύματα. ~οι: φόβοι. ~ες: πηγές/πληροφορίες (πβ. αδιασταύρωτος)/φήμες. Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει ακόμη ~. ~α τα αίτια θανάτου του ... ΑΝΤ. επιβεβαιωμένος. ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανεξακρίβωτος ● επίρρ.: ανεπιβεβαίωτα [< αγγλ. unconfirmed]
3794ανεπίβλεπτος, η, ο [ἀνεπίβλεπτος] α-νε-πί-βλε-πτος επίθ. (επίσ.): που δεν τον επιβλέπει, δεν τον επιτηρεί κάποιος: ~η: εργασία. ~ο: έργο. ΣΥΝ. ανεπιτήρητος ● επίρρ.: ανεπίβλεπτα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.