| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46638 | σόλο | σό-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. τμήμα σε ευρύτερη μουσική σύνθεση που εκτελείται από έναν καλλιτέχνη με ή χωρίς συνοδεία: ~ βιολί. ~ τζαζ. Έπαιξε ένα φοβερό ~ (= σόλαρε). Το ~ (= σολάρισμα) στην κιθάρα ήταν καταπληκτικό. Βλ. καντέντσα.|| (ως επίθ.) ~ όργανο.|| (ως επίρρ.) Έπαιξε ~. Βλ. ντουέτο.|| (κατ' επέκτ., για χορό) Οριεντάλ ~. ΣΥΝ. μονωδία 2. (ως επίθ., για μουσικό) που ακολουθεί ατομική καριέρα μετά την αποχώρησή του από συγκρότημα: Κάνει ~ καριέρα.|| (ως επίρρ.) Δουλεύει ~. 3. (μτφ.-ως επίρρ.) χωρίς παρέα ή συντροφιά: Εμφανίστηκε ~ στο πάρτι. Έμεινε ~ (= μπουκάλα). [< ιταλ. solo] | |
| 46639 | σολόδερμα | σο-λό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ειδικά επεξεργασμένο χοντρό δέρμα από το οποίο κατασκευάζονται σόλες. | |
| 46640 | σολοικίζω | σο-λοι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω σολοικισμούς. [< αρχ. σολοικίζω] | |
| 46641 | σολοικισμός | σο-λοι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συντακτικό και γενικότ. γλωσσικό λάθος στον προφορικό ή/και τον γραπτό λόγο. Πβ. ασυνταξία. Βλ. βαρβαρισμός, -ισμός. [< αρχ. σολοικισμός, γαλλ. solécisme, αγγλ. solecism] | |
| 46642 | σόλοικος | , η, ο σό-λοι-κος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) απρεπής, ανάρμοστος: Είναι (λίγο) ~ο αυτό που έκανες. 2. (για κείμενο) που έχει σολοικισμούς. [< αρχ. σόλοικος ‘αυτός που κάνει γλωσσικά λάθη, απαίδευτος, αγροίκος] | |
| 46643 | σολομός | σο-λο-μός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) σολωμός: ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ανάδρομο ψάρι (επιστ. ονομασ. Salmo salar), το οποίο έχει χαρακτηριστικές μαύρες βούλες και αλιεύεται ή εκτρέφεται για το εκλεκτό και εύγευστο κρέας του: αβγά ~ού. Βλ. πέστροφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ καπνιστός/μαριναρισμένος/φιλέτο. Άγριος ~ στη σχάρα/στο γκριλ. Χαβιάρι ~ού (= μπρικ). [< μεσν. *σολομός < λατ. salmo] | |
| 46644 | σολομώντειος | , α, ο σο-λο-μώ-ντει-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον Σολομώντα, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σολομώντεια λύση: σοφή και δίκαιη λύση σε δυσεπίλυτο πρόβλημα. [< μτγν. Σολομώντειος] | |
| 46645 | σολφέζ | σολ-φέζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μέθοδος φωνητικών ασκήσεων για την εκμάθηση των φθογγόσημων και των ήχων που αντιπροσωπεύουν, καθώς και τον προσδιορισμό της μεταξύ τους απόστασης στη διατονική κλίμακα και συνεκδ. βιβλίο με αντίστοιχες ασκήσεις για εξάσκηση: Έχει κάνει σπουδές πιάνου και ~. Δυσκολεύτηκαν στο ~. [< γαλλ. solfège] | |
| 46646 | σολωμιστής | σο-λω-μι-στής ουσ. (αρσ.): μελετητής του έργου του Διονύσιου Σολωμού. | |
| 46647 | σομαλικός | , ή, ό σο-μα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σομαλία ή/και τους Σομαλούς. ● Ουσ.: Σομαλικά (τα) & (επίσ.) Σομαλική (η): η σομαλική γλώσσα. | |
| 46648 | σομελιέ | σο-με-λιέ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: οινοχόος. Πβ. οινογνώστης. [< γαλλ. sommelier] | |
| 46649 | σομιές | σο-μιές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. σομιέδ-ες} & σουμιές & σομιέ (το) & σουμιέ (το): δικτυωτό μεταλλικό πλέγμα που αποτελείται από ελατήρια, κατάλληλο για την τοποθέτηση και στήριξη του στρώματος του κρεβατιού: ηλεκτρικός ~. Ορθοπαιδικοί ~ες. Βλ. -ές. [< γαλλ. sommier] | |
| 46650 | σομόν | σο-μόν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει απόχρωση μεταξύ ανοιχτού πορτοκαλί και ροζ: ~ πουκάμισο. Έβαψα τους τοίχους ~.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα) σε χλομιάζει.|| (στον πληθ.) Σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. saumon] | |
| 46651 | σόμπα | σό-μπα ουσ. (θηλ.): συσκευή θέρμανσης ή και μαγειρέματος, κυρ. για οικιακή χρήση, η οποία λειτουργεί με ηλεκτρισμό ή καύσιμη ύλη: ηλεκτρική/φορητή ~. ~ αλογόνου/κηροζίνης/ξύλου (πβ. ξυλόσομπα)/πετρελαίου/υγραερίου/χαλαζία. Αναμμένη ~. Μπουρί ~ας.|| (παλαιότ.) Μαντεμένια/σιδερένια ~. Πβ. θερμάστρα, στόφα. Βλ. μασίνα. ● Υποκ.: σομπίτσα (η) [< τουρκ. soba] | |
| 46652 | σομπρέρο | σο-μπρέ-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλατύγυρο ψάθινο ή τσόχινο καπέλο με ψηλή κορυφή, που φοριέται κυρ. στο Μεξικό. [< ισπ. sombrero] | |
| 46653 | σομφός | , ή, ό σομ-φός επίθ.: κυρ στο ● ΣΥΜΠΛ.: σομφό ξύλο: που η υφή του μοιάζει με σφουγγάρι, βρίσκεται στον εσωτερικό φλοιό δέντρου και μεταφέρει νερό και άλατα στο φύλλωμα. [< αρχ. σομφός ‘σπογγώδης’] | |
| 46654 | σόναρ | σό-ναρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΤΕΧΝΟΛ. ηχοβολιστικό. | |
| 46655 | σονάρω | σο-νά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (ιδιωμ.): τραγουδώ, αποδίδω μια νότα στο σωστό τονικό ύψος. Βλ. στονάρω. | |
| 46656 | σονάτα | σο-νά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για ένα ή δύο σόλο όργανα, η οποία αποτελείται συνήθ. από τρία ή τέσσερα ανεξάρτητα κομμάτια: εκκλησιαστική/κλασική/μπαρόκ ~. Μέρος/τονικότητα/φόρμα ~ας. ~ σε ντο δίεση ελάσσονα. ~ για βιολί/βιολοντσέλο και πιάνο. Βλ. φούγκα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίο σονάτα βλ. τρίο [< ιταλ. sonata, γαλλ. sonate] | |
| 46657 | σονατίνα | σο-να-τί-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μικρή και πιο εύκολη από άποψη τεχνικής σονάτα, που προορίζεται κυρ. για την εξάσκηση νέων μουσικών: ~ για πιάνο/φλάουτο. [< ιταλ. sonatina] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ