Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47180-47200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46647σομαλικός, ή, ό σο-μα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σομαλία ή/και τους Σομαλούς. ● Ουσ.: Σομαλικά (τα) & (επίσ.) Σομαλική (η): η σομαλική γλώσσα.
46648σομελιέσο-με-λιέ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: οινοχόος. Πβ. οινογνώστης. [< γαλλ. sommelier]
46649σομιέςσο-μιές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. σομιέδ-ες} & σουμιές & σομιέ (το) & σουμιέ (το): δικτυωτό μεταλλικό πλέγμα που αποτελείται από ελατήρια, κατάλληλο για την τοποθέτηση και στήριξη του στρώματος του κρεβατιού: ηλεκτρικός ~. Ορθοπαιδικοί ~ες. Βλ. -ές. [< γαλλ. sommier]
46650σομόνσο-μόν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει απόχρωση μεταξύ ανοιχτού πορτοκαλί και ροζ: ~ πουκάμισο. Έβαψα τους τοίχους ~.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα) σε χλομιάζει.|| (στον πληθ.) Σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. saumon]
46651σόμπασό-μπα ουσ. (θηλ.): συσκευή θέρμανσης ή και μαγειρέματος, κυρ. για οικιακή χρήση, η οποία λειτουργεί με ηλεκτρισμό ή καύσιμη ύλη: ηλεκτρική/φορητή ~. ~ αλογόνου/κηροζίνης/ξύλου (πβ. ξυλόσομπα)/πετρελαίου/υγραερίου/χαλαζία. Αναμμένη ~. Μπουρί ~ας.|| (παλαιότ.) Μαντεμένια/σιδερένια ~. Πβ. θερμάστρα, στόφα. Βλ. μασίνα. ● Υποκ.: σομπίτσα (η) [< τουρκ. soba]
46652σομπρέροσο-μπρέ-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλατύγυρο ψάθινο ή τσόχινο καπέλο με ψηλή κορυφή, που φοριέται κυρ. στο Μεξικό. [< ισπ. sombrero]
46653σομφός, ή, ό σομ-φός επίθ.: κυρ στο ● ΣΥΜΠΛ.: σομφό ξύλο: που η υφή του μοιάζει με σφουγγάρι, βρίσκεται στον εσωτερικό φλοιό δέντρου και μεταφέρει νερό και άλατα στο φύλλωμα. [< αρχ. σομφός ‘σπογγώδης’]
46654σόναρσό-ναρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΤΕΧΝΟΛ. ηχοβολιστικό.
46655σονάρωσο-νά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (ιδιωμ.): τραγουδώ, αποδίδω μια νότα στο σωστό τονικό ύψος. Βλ. στονάρω.
46656σονάτασο-νά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για ένα ή δύο σόλο όργανα, η οποία αποτελείται συνήθ. από τρία ή τέσσερα ανεξάρτητα κομμάτια: εκκλησιαστική/κλασική/μπαρόκ ~. Μέρος/τονικότητα/φόρμα ~ας. ~ σε ντο δίεση ελάσσονα. ~ για βιολί/βιολοντσέλο και πιάνο. Βλ. φούγκα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίο σονάτα βλ. τρίο [< ιταλ. sonata, γαλλ. sonate]
46657σονατίνασο-να-τί-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μικρή και πιο εύκολη από άποψη τεχνικής σονάτα, που προορίζεται κυρ. για την εξάσκηση νέων μουσικών: ~ για πιάνο/φλάουτο. [< ιταλ. sonatina]
50208σονέτο

τερ-τσί-να ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡ. στροφή τριών στίχων από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον πρώτο και τον τρίτο της επόμενης στροφής: (παραδοσιακές) ιταλικές ~ες. Βλ. δίστιχο, σονέτο. ΣΥΝ. τερτσέτο (2) [< ιταλ. terzina]

46658σονέτοσο-νέ-το ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα που αποτελείται από δεκατέσσερις ιαμβικούς πεντάμετρους στίχους διαρθρωμένους σε δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές (τερτσίνες) με περίπλοκη ομοιοκαταληξία. [< ιταλ. sonetto]
46659σόντασό-ντα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. βυθόμετρο. [< ιταλ. sonda]
46660σόουσό-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ψυχαγωγική παράσταση, πρόγραμμα που περιλαμβάνει πλούσιο θέαμα: αθλητικό/ακροβατικό/δημοφιλές/εντυπωσιακό/θεατρικό/μουσικοχορευτικό/ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό/φαντασμαγορικό/χολιγουντιανό ~. ~ μόδας/ομορφιάς. ~ δεξιοτεχνίας στο γήπεδο. Βλ. ριάλιτι, σοουμπίζ, τάλεντ σόου, τοκ σόου. 2. (μτφ., κυρ. ειρων.) θεαματικό επεισόδιο, επιδεικτική ενέργεια ή εμφάνιση που έχει σκοπό να τραβήξει την προσοχή και να εντυπωσιάσει: επικοινωνιακό/προεκλογικό/προκλητικό ~. Έδωσε το δικό του ~. Είχε γίνει μεγάλο ~. Κακοστημένο ~ μπροστά στις κάμερες. Βλ. νούμερο. [< αγγλ. show, γαλλ. ~, 1930]
46661σόου μπίζνες& σοουμπίζνες βλ. σοουμπίζ
46662σόουλσό-ουλ ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που έχει τις ρίζες της στο γκόσπελ, σχετίζεται στενά με το ριθμ εντ μπλουζ και χαρακτηρίζεται από έκφραση αμεσότητας και συναισθηματικής έντασης· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τραγούδι. Βλ. φανκ. [< αμερικ. soul, 1961, γαλλ. ~, 1962]
46663σόουμαν, σοουγούμανσό-ου-μαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. παρουσιαστής/-τρια σόου και γενικότ. καλλιτέχνης που δίνει παράσταση, συνδυάζοντας τις ικανότητες του χορού, του τραγουδιού και της υποκριτικής: δημοφιλής/καταξιωμένος ~. Την εκδήλωση των καλλιστείων θα παρουσιάσει η γνωστή ~ ... Βλ. ανιματέρ. 2. (μτφ.) πρόσωπο ιδιαίτερα κοινωνικό που χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα και εκφραστικότητα στις κινήσεις του και έχει την ικανότητα να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής: ~ της πολιτικής/των τηλεοπτικών παραθύρων. [< αγγλ. showman, show woman]
46664σοουμπίζσο-ου-μπίζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σόου μπίζνες & σοουμπίζνες: βιομηχανία του θεάματος. [< αγγλ. show biz, 1945, show business, 1840, γαλλ. show-business, 1954, showbiz]
46665σόπινγκσό-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βόλτα στα μαγαζιά με σκοπό την αγορά αγαθών· συνεκδ. οι αγορές, τα ψώνια: Βγήκε για/κάνει/πήγε για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σόπινγκ θέραπι: βόλτα για ψώνια με κύριο στόχο τη βελτίωση της διάθεσης του αγοραστή. [< αγγλ. shopping, γαλλ. ~. 1804]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.