| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50208 | σονέτο | τερ-τσί-να ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡ. στροφή τριών στίχων από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον πρώτο και τον τρίτο της επόμενης στροφής: (παραδοσιακές) ιταλικές ~ες. Βλ. δίστιχο, σονέτο. ΣΥΝ. τερτσέτο (2) [< ιταλ. terzina] | |
| 46658 | σονέτο | σο-νέ-το ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα που αποτελείται από δεκατέσσερις ιαμβικούς πεντάμετρους στίχους διαρθρωμένους σε δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές (τερτσίνες) με περίπλοκη ομοιοκαταληξία. [< ιταλ. sonetto] | |
| 46659 | σόντα | σό-ντα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. βυθόμετρο. [< ιταλ. sonda] | |
| 46660 | σόου | σό-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ψυχαγωγική παράσταση, πρόγραμμα που περιλαμβάνει πλούσιο θέαμα: αθλητικό/ακροβατικό/δημοφιλές/εντυπωσιακό/θεατρικό/μουσικοχορευτικό/ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό/φαντασμαγορικό/χολιγουντιανό ~. ~ μόδας/ομορφιάς. ~ δεξιοτεχνίας στο γήπεδο. Βλ. ριάλιτι, σοουμπίζ, τάλεντ σόου, τοκ σόου. 2. (μτφ., κυρ. ειρων.) θεαματικό επεισόδιο, επιδεικτική ενέργεια ή εμφάνιση που έχει σκοπό να τραβήξει την προσοχή και να εντυπωσιάσει: επικοινωνιακό/προεκλογικό/προκλητικό ~. Έδωσε το δικό του ~. Είχε γίνει μεγάλο ~. Κακοστημένο ~ μπροστά στις κάμερες. Βλ. νούμερο. [< αγγλ. show, γαλλ. ~, 1930] | |
| 46661 | σόου μπίζνες | & σοουμπίζνες βλ. σοουμπίζ | |
| 46662 | σόουλ | σό-ουλ ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που έχει τις ρίζες της στο γκόσπελ, σχετίζεται στενά με το ριθμ εντ μπλουζ και χαρακτηρίζεται από έκφραση αμεσότητας και συναισθηματικής έντασης· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τραγούδι. Βλ. φανκ. [< αμερικ. soul, 1961, γαλλ. ~, 1962] | |
| 46663 | σόουμαν, σοουγούμαν | σό-ου-μαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. παρουσιαστής/-τρια σόου και γενικότ. καλλιτέχνης που δίνει παράσταση, συνδυάζοντας τις ικανότητες του χορού, του τραγουδιού και της υποκριτικής: δημοφιλής/καταξιωμένος ~. Την εκδήλωση των καλλιστείων θα παρουσιάσει η γνωστή ~ ... Βλ. ανιματέρ. 2. (μτφ.) πρόσωπο ιδιαίτερα κοινωνικό που χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα και εκφραστικότητα στις κινήσεις του και έχει την ικανότητα να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής: ~ της πολιτικής/των τηλεοπτικών παραθύρων. [< αγγλ. showman, show woman] | |
| 46664 | σοουμπίζ | σο-ου-μπίζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σόου μπίζνες & σοουμπίζνες: βιομηχανία του θεάματος. [< αγγλ. show biz, 1945, show business, 1840, γαλλ. show-business, 1954, showbiz] | |
| 46665 | σόπινγκ | σό-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βόλτα στα μαγαζιά με σκοπό την αγορά αγαθών· συνεκδ. οι αγορές, τα ψώνια: Βγήκε για/κάνει/πήγε για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σόπινγκ θέραπι: βόλτα για ψώνια με κύριο στόχο τη βελτίωση της διάθεσης του αγοραστή. [< αγγλ. shopping, γαλλ. ~. 1804] | |
| 46666 | σοπράνο | σο-πρά-νο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. υψίφωνος: δραματική/λυρική ~. Βλ. καστράτο. 2. (ως επίθ.) μουσικό όργανο που παράγει ήχους υψηλής τονικότητας: σαξόφωνο/φλάουτο/φλογέρα ~. Βλ. τενόρο. [< ιταλ. soprano] | |
| 46667 | σορβιά | σορ-βιά ουσ. (θηλ.) & σουρβιά: ΒΟΤ. ονομασία φυλλοβόλων δέντρων μέτριου ύψους ή σπανιότ. θάμνων (γένος Sorbus) χωρίς αγκάθια, με λευκά και μικρά άνθη και συνήθ. πριονωτά φύλλα. Βλ. σούρβο. [< μεσν. σουρβία, 11ος αι., σουρβιά, 17ος αι.] | |
| 46668 | σορβικός | , ή, ό σορ-βι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σορβικό κάλιο: λευκή ουσία (σύμβ. C6H7KO2) διαλυτή στο νερό, που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό (Ε 202) σε τρόφιμα και ποτά. [< αγγλ. potassium sorbate, 1960] , σορβικό οξύ: φυσικό οργανικό οξύ (σύμβ. C6H8O2) που παράγεται από τους καρπούς της σορβιάς και χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό τροφίμων (Ε 200). Βλ. λιπαρά οξέα. [< αγγλ. sorbic acid] | |
| 46669 | σόργο | σόρ-γο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Sorghum bicolor, S. vulgare), το οποίο καλλιεργείται σε πολλές ποικιλίες και οι καρποί του χρησιμοποιούνται ως τροφή για τον άνθρωπο και ιδ. ως ζωοτροφή: γλυκό ~. Βλ. αγρωστώδη. [< ιταλ. sorgo] | |
| 46670 | σόρι | σό-ρι επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό, προφ.-οικ.): (συνήθ. στην αρχή του λόγου) συγγνώμη, με συγχωρείς: ~ για την αναστάτωση/το λάθος! ~ που θα σε στενοχωρήσω, αλλά ... ~, μου διέφυγε/έχεις δίκιο/παρασύρθηκα. ~, αν σε μπέρδεψα. ~ και πάλι! Δεν μπορώ απόψε, ~! Οχ, ~! Χίλια ~!|| (+ αλλά, για δήλωση δικαιολογίας ή αντίρρησης) ~, αλλά είμαι άσχετη/θα διαφωνήσω! Πβ. παρντόν. [< αγγλ. sorry] | |
| 46671 | σορμπέ | σορ-μπέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. παγωμένο γλυκό που σερβίρεται συνήθ. ως επιδόρπιο και φτιάχνεται κυρ. από χυμό φρούτων, νερό και σιρόπι ζάχαρης: ~ λεμόνι/φράουλας. Βλ. γρανίτα. [< γαλλ. sorbet] | |
| 46672 | σορντίνα | βλ. σουρντίνα | |
| 46673 | σοροκάδα | σο-ρο-κά-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ισχυρός σιρόκος. Βλ. -άδα. | |
| 46674 | σορόκος | βλ. σιρόκος | |
| 46675 | σορολόπ | σο-ρο-λόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μόνο στη ● ΦΡ.: το ρίχνω στο σορολόπ: ζω ξένοιαστα και αμέριμνα, αδιαφορώ για τα πάντα, χωρίς να σκέφτομαι τις συνέπειες. [< τουρκ. şorolop] | |
| 46676 | σορόπι | βλ. σιρόπι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ