| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46666 | σοπράνο | σο-πρά-νο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. υψίφωνος: δραματική/λυρική ~. Βλ. καστράτο. 2. (ως επίθ.) μουσικό όργανο που παράγει ήχους υψηλής τονικότητας: σαξόφωνο/φλάουτο/φλογέρα ~. Βλ. τενόρο. [< ιταλ. soprano] | |
| 46667 | σορβιά | σορ-βιά ουσ. (θηλ.) & σουρβιά: ΒΟΤ. ονομασία φυλλοβόλων δέντρων μέτριου ύψους ή σπανιότ. θάμνων (γένος Sorbus) χωρίς αγκάθια, με λευκά και μικρά άνθη και συνήθ. πριονωτά φύλλα. Βλ. σούρβο. [< μεσν. σουρβία, 11ος αι., σουρβιά, 17ος αι.] | |
| 46668 | σορβικός | , ή, ό σορ-βι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σορβικό κάλιο: λευκή ουσία (σύμβ. C6H7KO2) διαλυτή στο νερό, που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό (Ε 202) σε τρόφιμα και ποτά. [< αγγλ. potassium sorbate, 1960] , σορβικό οξύ: φυσικό οργανικό οξύ (σύμβ. C6H8O2) που παράγεται από τους καρπούς της σορβιάς και χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό τροφίμων (Ε 200). Βλ. λιπαρά οξέα. [< αγγλ. sorbic acid] | |
| 46669 | σόργο | σόρ-γο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Sorghum bicolor, S. vulgare), το οποίο καλλιεργείται σε πολλές ποικιλίες και οι καρποί του χρησιμοποιούνται ως τροφή για τον άνθρωπο και ιδ. ως ζωοτροφή: γλυκό ~. Βλ. αγρωστώδη. [< ιταλ. sorgo] | |
| 46670 | σόρι | σό-ρι επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό, προφ.-οικ.): (συνήθ. στην αρχή του λόγου) συγγνώμη, με συγχωρείς: ~ για την αναστάτωση/το λάθος! ~ που θα σε στενοχωρήσω, αλλά ... ~, μου διέφυγε/έχεις δίκιο/παρασύρθηκα. ~, αν σε μπέρδεψα. ~ και πάλι! Δεν μπορώ απόψε, ~! Οχ, ~! Χίλια ~!|| (+ αλλά, για δήλωση δικαιολογίας ή αντίρρησης) ~, αλλά είμαι άσχετη/θα διαφωνήσω! Πβ. παρντόν. [< αγγλ. sorry] | |
| 46671 | σορμπέ | σορ-μπέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. παγωμένο γλυκό που σερβίρεται συνήθ. ως επιδόρπιο και φτιάχνεται κυρ. από χυμό φρούτων, νερό και σιρόπι ζάχαρης: ~ λεμόνι/φράουλας. Βλ. γρανίτα. [< γαλλ. sorbet] | |
| 46672 | σορντίνα | βλ. σουρντίνα | |
| 46673 | σοροκάδα | σο-ρο-κά-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ισχυρός σιρόκος. Βλ. -άδα. | |
| 46674 | σορόκος | βλ. σιρόκος | |
| 46675 | σορολόπ | σο-ρο-λόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): μόνο στη ● ΦΡ.: το ρίχνω στο σορολόπ: ζω ξένοιαστα και αμέριμνα, αδιαφορώ για τα πάντα, χωρίς να σκέφτομαι τις συνέπειες. [< τουρκ. şorolop] | |
| 46676 | σορόπι | βλ. σιρόπι | |
| 46677 | σοροπιάζω | βλ. σιροπιάζω | |
| 46678 | σορόπιασμα | βλ. σιρόπιασμα | |
| 46679 | σοροπιαστός | βλ. σιροπιαστός | |
| 46680 | σοροπτιμισμός | σο-ρο-πτι-μι-σμός ουσ. (αρσ.): παγκόσμια, μη κυβερνητική οργάνωση που αποτελείται από γυναίκες επαγγελματίες και επιδιώκει τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας των γυναικών. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. Soroptimist (Club), 1924] | |
| 46681 | σορός | σο-ρός ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) σωρός: το νεκρό σώμα και κατ' επέκτ. το φέρετρο στο οποίο έχει τοποθετηθεί: Αναγνωρίστηκε/ταυτοποιήθηκε η ~ του. Εντοπίστηκαν/μεταφέρθηκαν οι ~οί. Ανέσυραν τις ~ούς. Η ~ εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Πβ. λείψανο, πτώμα.|| Πομπή συνόδευσε τη ~ό. [< αρχ. σορός] | |
| 46682 | σορτάρισμα | σορ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ανοικτή πώληση: ~ ομολόγων. Βλ. -ισμα. | |
| 46683 | σορτάρω | σορ-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σόρταρ-α, -ίστηκα, -ισμένος}: ΟΙΚΟΝ. προβαίνω σε ανοικτή πώληση: ~ μετοχές/ομόλογα. [< αγγλ. sort] | |
| 46684 | σορτς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό παντελόνι με μήκος περ. στη μέση των μηρών: αθλητικό/καυτό (= σέξι)/λευκό/τζιν ~. ~ πυγμαχίας. ~ με τιράντες.|| ~ αδυνατίσματος/εφίδρωσης. Βλ. βερμούδα. ● Υποκ.: σορτσάκι (το) [< αγγλ. shorts] | |
| 46685 | σος | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σως: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα που σερβίρεται κυρ. με φαγητά: γλυκόξινη ~. ~ βινεγκρέτ/γιαουρτιού/κρασιού/λεμονιού/μαγιονέζας/ροκφόρ. Πβ. ντρέσινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ σοκολάτας/φράουλας. Βλ. γαρνίρισμα, επικάλυψη, σιρόπι. ● ΣΥΜΠΛ.: σος/σάλτσα ταρτάρ βλ. ταρτάρ [< γαλλ. sauce] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ