| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46677 | σοροπιάζω | βλ. σιροπιάζω | |
| 46678 | σορόπιασμα | βλ. σιρόπιασμα | |
| 46679 | σοροπιαστός | βλ. σιροπιαστός | |
| 46680 | σοροπτιμισμός | σο-ρο-πτι-μι-σμός ουσ. (αρσ.): παγκόσμια, μη κυβερνητική οργάνωση που αποτελείται από γυναίκες επαγγελματίες και επιδιώκει τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας των γυναικών. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. Soroptimist (Club), 1924] | |
| 46681 | σορός | σο-ρός ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) σωρός: το νεκρό σώμα και κατ' επέκτ. το φέρετρο στο οποίο έχει τοποθετηθεί: Αναγνωρίστηκε/ταυτοποιήθηκε η ~ του. Εντοπίστηκαν/μεταφέρθηκαν οι ~οί. Ανέσυραν τις ~ούς. Η ~ εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Πβ. λείψανο, πτώμα.|| Πομπή συνόδευσε τη ~ό. [< αρχ. σορός] | |
| 46682 | σορτάρισμα | σορ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ανοικτή πώληση: ~ ομολόγων. Βλ. -ισμα. | |
| 46683 | σορτάρω | σορ-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σόρταρ-α, -ίστηκα, -ισμένος}: ΟΙΚΟΝ. προβαίνω σε ανοικτή πώληση: ~ μετοχές/ομόλογα. [< αγγλ. sort] | |
| 46684 | σορτς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό παντελόνι με μήκος περ. στη μέση των μηρών: αθλητικό/καυτό (= σέξι)/λευκό/τζιν ~. ~ πυγμαχίας. ~ με τιράντες.|| ~ αδυνατίσματος/εφίδρωσης. Βλ. βερμούδα. ● Υποκ.: σορτσάκι (το) [< αγγλ. shorts] | |
| 46685 | σος | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σως: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα που σερβίρεται κυρ. με φαγητά: γλυκόξινη ~. ~ βινεγκρέτ/γιαουρτιού/κρασιού/λεμονιού/μαγιονέζας/ροκφόρ. Πβ. ντρέσινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ σοκολάτας/φράουλας. Βλ. γαρνίρισμα, επικάλυψη, σιρόπι. ● ΣΥΜΠΛ.: σος/σάλτσα ταρτάρ βλ. ταρτάρ [< γαλλ. sauce] | |
| 46686 | ΣΟΣ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & SOS (το) 1. (ως το 1999) διεθνές σήμα κινδύνου που εξέπεμπε πλοίο ή αεροσκάφος. 2. (προφ.) έκκληση για βοήθεια: ~ για το περιβάλλον.|| (για πρόσ.) ~ για τους καρδιοπαθείς. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) θέμα που είναι πολύ πιθανό να πέσει σε εξετάσεις ή διαγωνίσματα: Διάβασα τα ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άσκηση/ερώτηση-~. (ως επίθ.) ~ κεφάλαια (ενν. βιβλίου). ● ΣΥΜΠΛ.: Παιδικό Χωριό SOS βλ. χωριό [1,2: γαλλ. S.O.S., 1908, αγγλ. ~, 1910· απόδοση των αντίστοιχων σημάτων μορς (τρεις τελείες, τρεις παύλες, τρεις τελείες) επειδή διαβιζάζονται εύκολα] | |
| 46694 | σόσιαλ μίντια | βλ. κοινωνικά δίκτυα | |
| 46687 | σοσιαλδημοκράτης | σο-σι-αλ-δη-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της σοσιαλδημοκρατίας: (ως επίθ.) ~ ηγέτης/καγκελάριος/πολιτικός/υποψήφιος. Βλ. -κράτης. [< γερμ. Sozialdemokrat] | |
| 46688 | σοσιαλδημοκρατία | σο-σι-αλ-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτικό σύστημα που επιδιώκει τη βαθμιαία και ειρηνική μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα και συνεκδ. τα κόμματα που ακολουθούν αντίστοιχη ιδεολογία: γερμανική/διεθνής/ευρωπαϊκή/(νεο)φιλελεύθερη ~. Βλ. -κρατία. [< γερμ. Sozialdemokratie] | |
| 46689 | σοσιαλδημοκρατικός | , ή, ό σο-σι-αλ-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον σοσιαλδημοκράτη ή τη σοσιαλδημοκρατία: ~ή: πρόταση/συμμαχία. ~ό: κίνημα/μοντέλο. ~ές: δυνάμεις/κυβερνήσεις.|| (ΙΣΤ.) ~ό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας (βλ. μενσεβίκος, μπολσεβίκος). [< γερμ. sozialdemokratisch] | |
| 46690 | σοσιαλίζω | σο-σι-α-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στη μτχ. σοσιαλίζ-ων, -ουσα, -ον} (συνήθ. ειρων.): τείνω προς τον σοσιαλισμό: ~ουσα: κυβέρνηση. | |
| 46691 | σοσιαλισμός | σο-σι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτική και κοινωνικο-οικονομική θεωρία ή σύστημα που προτάσσει το γενικό καλό σε βάρος των ιδιωτικών συμφερόντων, μέσω μιας συλλογικής διαχείρισης των μέσων παραγωγής (αντιτίθεται στον φιλελευθερισμό): διεθνής/επαναστατικός (πβ. μπολσεβικισμός)/κρατικός ~. Δημοκρατικός (= σοσιαλδημοκρατία)/εθνικός (= εθνικοσοσιαλισμός)/φιλελεύθερος (= σοσιαλφιλελευθερισμός)/χριστιανικός ~. ~ και κομμουνισμός. Αντιπαράθεση καπιταλισμού και ~ού. Πβ. κοινωνισμός. Βλ. κολεκτιβ-, κρατ-, λενιν-, μαρξ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρκτός σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ. (παλαιότ.) το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που εφαρμόστηκε στις πρώην ανατολικές, κομμουνιστικές χώρες. , ουτοπικός σοσιαλισμός βλ. ουτοπικός [< γαλλ. socialisme, 1831] | |
| 46692 | σοσιαλιστής, σοσιαλίστρια | σο-σι-α-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): υποστηρικτής των αρχών του σοσιαλισμού. Πβ. κοινωνιστής. Βλ. ευρω~, καπιταλιστής. [< γαλλ. socialiste] | |
| 46693 | σοσιαλιστικός | , ή, ό σο-σι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον σοσιαλιστή ή τον σοσιαλισμό: ~ός: μετασχηματισμός/τύπος. ~ή: (δια)κυβέρνηση/επανάσταση/κοινωνία/οργάνωση. ~ό: στρατόπεδο/υνέδριο. ● επίρρ.: σοσιαλιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Σοσιαλιστική Διεθνής: διεθνής ομοσπονδία στην οποία συμμετέχουν εργατικά, σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με ρόλο σημαντικό παγκοσμίως είτε σε κυβερνητική θέση είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση. [< αγγλ. Socialist International, 1951, γαλλ. Internationale socialiste] , σοσιαλιστικός ρεαλισμός: κίνημα στην πρώην Σοβιετική Ένωση σύμφωνα με το οποίο το έργο του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα οφείλει να αντικατοπτρίζει και να εκθειάζει τη σοσιαλιστική κοινωνία. [< αγγλ. socialist realism, 1934] [< γαλλ. socialiste] | |
| 46695 | σοσιαλφιλελευθερισμός | σο-σι-αλ-φι-λε-λευ-θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & φιλελεύθερος σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει μεν την απελευθέρωση των αγορών, αλλά και τη ρυθμιστική παρουσία του κράτους σε αυτές, καθώς και την κοινωνική δικαιοσύνη. Βλ. σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός. [< αγγλ. social liberalism] | |
| 46696 | σοσόνι | σο-σό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κοντή κυρ. γυναικεία κάλτσα που καλύπτει το πόδι μέχρι τον αστράγαλο: άσπρα ~ια. ● Υποκ.: σοσονάκι (το) [< γαλλ. chausson] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ