Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47220-47240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46686ΣΟΣουσ. (ουδ.) {άκλ.} & SOS (το) 1. (ως το 1999) διεθνές σήμα κινδύνου που εξέπεμπε πλοίο ή αεροσκάφος. 2. (προφ.) έκκληση για βοήθεια: ~ για το περιβάλλον.|| (για πρόσ.) ~ για τους καρδιοπαθείς. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) θέμα που είναι πολύ πιθανό να πέσει σε εξετάσεις ή διαγωνίσματα: Διάβασα τα ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άσκηση/ερώτηση-~. (ως επίθ.) ~ κεφάλαια (ενν. βιβλίου). ● ΣΥΜΠΛ.: Παιδικό Χωριό SOS βλ. χωριό [1,2: γαλλ. S.O.S., 1908, αγγλ. ~, 1910· απόδοση των αντίστοιχων σημάτων μορς (τρεις τελείες, τρεις παύλες, τρεις τελείες) επειδή διαβιζάζονται εύκολα]
46694σόσιαλ μίντιαβλ. κοινωνικά δίκτυα
46687σοσιαλδημοκράτηςσο-σι-αλ-δη-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της σοσιαλδημοκρατίας: (ως επίθ.) ~ ηγέτης/καγκελάριος/πολιτικός/υποψήφιος. Βλ. -κράτης. [< γερμ. Sozialdemokrat]
46688σοσιαλδημοκρατίασο-σι-αλ-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτικό σύστημα που επιδιώκει τη βαθμιαία και ειρηνική μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα και συνεκδ. τα κόμματα που ακολουθούν αντίστοιχη ιδεολογία: γερμανική/διεθνής/ευρωπαϊκή/(νεο)φιλελεύθερη ~. Βλ. -κρατία. [< γερμ. Sozialdemokratie]
46689σοσιαλδημοκρατικός, ή, ό σο-σι-αλ-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον σοσιαλδημοκράτη ή τη σοσιαλδημοκρατία: ~ή: πρόταση/συμμαχία. ~ό: κίνημα/μοντέλο. ~ές: δυνάμεις/κυβερνήσεις.|| (ΙΣΤ.) ~ό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας (βλ. μενσεβίκος, μπολσεβίκος). [< γερμ. sozialdemokratisch]
46690σοσιαλίζωσο-σι-α-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στη μτχ. σοσιαλίζ-ων, -ουσα, -ον} (συνήθ. ειρων.): τείνω προς τον σοσιαλισμό: ~ουσα: κυβέρνηση.
46691σοσιαλισμόςσο-σι-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτική και κοινωνικο-οικονομική θεωρία ή σύστημα που προτάσσει το γενικό καλό σε βάρος των ιδιωτικών συμφερόντων, μέσω μιας συλλογικής διαχείρισης των μέσων παραγωγής (αντιτίθεται στον φιλελευθερισμό): διεθνής/επαναστατικός (πβ. μπολσεβικισμός)/κρατικός ~. Δημοκρατικός (= σοσιαλδημοκρατία)/εθνικός (= εθνικοσοσιαλισμός)/φιλελεύθερος (= σοσιαλφιλελευθερισμός)/χριστιανικός ~. ~ και κομμουνισμός. Αντιπαράθεση καπιταλισμού και ~ού. Πβ. κοινωνισμός. Βλ. κολεκτιβ-, κρατ-, λενιν-, μαρξ-ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρκτός σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ. (παλαιότ.) το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που εφαρμόστηκε στις πρώην ανατολικές, κομμουνιστικές χώρες. , ουτοπικός σοσιαλισμός βλ. ουτοπικός [< γαλλ. socialisme, 1831]
46692σοσιαλιστής, σοσιαλίστριασο-σι-α-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): υποστηρικτής των αρχών του σοσιαλισμού. Πβ. κοινωνιστής. Βλ. ευρω~, καπιταλιστής. [< γαλλ. socialiste]
46693σοσιαλιστικός, ή, ό σο-σι-α-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον σοσιαλιστή ή τον σοσιαλισμό: ~ός: μετασχηματισμός/τύπος. ~ή: (δια)κυβέρνηση/επανάσταση/κοινωνία/οργάνωση. ~ό: στρατόπεδο/υνέδριο. ● επίρρ.: σοσιαλιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Σοσιαλιστική Διεθνής: διεθνής ομοσπονδία στην οποία συμμετέχουν εργατικά, σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με ρόλο σημαντικό παγκοσμίως είτε σε κυβερνητική θέση είτε ως αξιωματική αντιπολίτευση. [< αγγλ. Socialist International, 1951, γαλλ. Internationale socialiste] , σοσιαλιστικός ρεαλισμός: κίνημα στην πρώην Σοβιετική Ένωση σύμφωνα με το οποίο το έργο του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα οφείλει να αντικατοπτρίζει και να εκθειάζει τη σοσιαλιστική κοινωνία. [< αγγλ. socialist realism, 1934] [< γαλλ. socialiste]
46695σοσιαλφιλελευθερισμόςσο-σι-αλ-φι-λε-λευ-θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & φιλελεύθερος σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει μεν την απελευθέρωση των αγορών, αλλά και τη ρυθμιστική παρουσία του κράτους σε αυτές, καθώς και την κοινωνική δικαιοσύνη. Βλ. σοσιαλδημοκρατία, νεοφιλελευθερισμός. [< αγγλ. social liberalism]
46696σοσόνισο-σό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κοντή κυρ. γυναικεία κάλτσα που καλύπτει το πόδι μέχρι τον αστράγαλο: άσπρα ~ια. ● Υποκ.: σοσονάκι (το) [< γαλλ. chausson]
46697σοτάρισμασο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια του σοτάρω: τηγάνι για ~. Πβ. καβούρδισμα, τσιγάρισμα.
46698σοτάρωσο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σόταρ-α κ. σοτάρ-ισα, -ισμένος}: ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρίζω ελαφρά, κυρ. στο αρχικό στάδιο του μαγειρέματος: ~ουμε τα κρεμμύδια σε μέτρια φωτιά. ~ισα τα μανιτάρια σε βούτυρο/λάδι. [< γαλλ. sauter]
46699σοτέσο-τέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει μαγειρευτεί με σοτάρισμα: γαρίδες/λαχανικά ~. [< γαλλ. sauté]
46700σότο-βότσεσό-το-βό-τσε επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε τόνο χαμηλό και απαλό σαν να είναι ψίθυρος. [< ιταλ. sottovoce]
46701σου1βλ. εσύ
46702σου2ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό και στρογγυλό γλυκό με γέμιση συνήθ. κρέμα. Βλ. εκλέρ, προφιτερόλ. ● Υποκ.: σουδάκι (το) [< γαλλ. chou]
46703σου3ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα σίγμα.
46704σου4βλ. δικός
46705σουά σοβάζσου-ά σο-βάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ύφασμα από άγριο μετάξι και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα με ακατέργαστη υφή: νυφικό από ~. Βλ. σατέν. [< γαλλ. soie sauvage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.