| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46706 | σουαρέ | σου-α-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): βραδινή συγκέντρωση συνήθ. σε φιλικό σπίτι για συζήτηση ή για διασκέδαση: ποιητικά/φιλολογικά ~. Πβ. βεγγέρα. Βλ. εσπερίδα. [< γαλλ. soirée] | |
| 46707 | Σουαχίλι | Σου-α-χί-λι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & (επίσ.) Σουαχίλι (η): γλώσσα που έχει δεχτεί επίδραση από την Αραβική και μιλιέται ως λίνγκουα φράνκα, αλλά και ως μητρική, σε χώρες της Ανατολικής Αφρικής. [< αγγλ. Swahili, αραβ. sawāhilīy] | |
| 46708 | σουβενίρ | σου-βε-νίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τουριστικό ενθύμιο και γενικότ. οποιοδήποτε αντικείμενο λειτουργεί ως αναμνηστικό: καταστήματα με ~.|| Το κράτησα για ~. Πβ. ανάμνηση. ΣΥΝ. ενθύμημα (1) [< γαλλ. souvenir] | |
| 46709 | σουβέρ | σου-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρή, στρογγυλή ή τετράγωνη βάση από διάφορα υλικά, πάνω στην οποία τοποθετείται συνήθ. ποτήρι, για να προστατεύεται από λεκέδες η επιφάνεια επίπλου, κυρ. τραπεζιού: διαφημιστικά ~. Γυάλινα/πλαστικά ~. ~ μπίρας/για μπουκάλια. Βλ. σουπλά. ● Υποκ.: σουβεράκι (το) [< γαλλ. sous-verre, 1934] | |
| 46710 | σούβλα | σού-βλα ουσ. (θηλ.): μεταλλική συνήθ. βέργα στην οποία περνούν το κρέας και το ψήνουν, περιστρέφοντάς την κυρ. πάνω από αναμμένα κάρβουνα: ηλεκτρική ~ (: που λειτουργεί με ρεύμα). Κοκορέτσι/κοτόπουλο/χοιρινό στη ~. Γουρουνόπουλο της ~ας (= σουβλιστό). ΣΥΝ. οβελός (1) [< μεσν. σούβλα] | |
| 46711 | σουβλακερί | σου-βλα-κε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) σουβλασερί (χιουμορ.): σουβλατζίδικο. Βλ. -ερί. | |
| 46712 | σουβλάκι | σου-βλά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από μικρά κομμάτια κρέατος που έχουν ψηθεί σε ξύλινο καλαμάκι ή μικρή μεταλλική σούβλα· συνεκδ. το κρέας αυτό τυλιγμένο σε πίτα μαζί με ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι: αρνίσιο/μοσχαρίσιο ~. ~ (από) κοτόπουλο/χοιρινό. ~ καλαμάκι/μερίδα. ~ με πατάτες/ρύζι/σαλάτα/ψωμί. Ξυλάκια για ~ια. (σπανιότ.) Γαρίδες/ξιφίας ~. ~ ψαριού.|| ~ (με) γύρο/μπιφτέκι/πίτα. ΄Ενα ~ απ' όλα. Τυλιχτά ~ια. [< μεσν. σουβλάκι, υποκ. του σούβλα· πβ. γαλλ. souvlaki, αγγλ. ~, 1942, ιταλ. ~, 1978, γερμ. Souvlaki] | |
| 46713 | σουβλατζής | σου-βλα-τζής ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης σουβλατζίδικου ή αυτός που ψήνει και πουλά σουβλάκια. Βλ. -τζής. | |
| 46714 | σουβλατζίδικο | σου-βλα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ψητοπωλείο όπου φτιάχνονται και πωλούνται κυρ. σουβλάκια. Βλ. -τζίδικο. ΣΥΝ. γυράδικο, σουβλακερί | |
| 46715 | σουβλερός | , ή, ό σου-βλε-ρός επίθ. 1. μυτερός: ~ό: αγκάθι (= αιχμηρό)/κοντάρι.|| ~ή: μύτη. ~ά: δόντια/νύχια. 2. (μτφ.) πολύ έντονος: ~ός: πόνος. ~ή: φωνή. Πβ. διαπεραστικός, οξύς. Βλ. -ερός. [< 1: 17ος αι.] | |
| 46716 | σουβλί | σου-βλί ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) σουγλί 1. (υποκ.) σούβλα μικρή σε μέγεθος. 2. ειδικό αιχμηρό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται από τους υποδηματοποιούς για να ανοίγουν τρύπες σε δερμάτινα αντικείμενα. [< μεσν. σουβλί] | |
| 46717 | σουβλιά | σου-βλιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) σουγλιά 1. (μτφ.) σφάχτης: Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά μια ~ στα πλευρά της την έκανε να σταματήσει. Νιώθω ~ιές στο στήθος (= τσιμπήματα). 2. (σπάν.) τρύπημα με σουβλί και το αντίστοιχο σημάδι. [< μεσν. σουβλέα] | |
| 46718 | σουβλίζω | σου-βλί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούβλι-σα, -στηκε, -σμένος} 1. περνώ στη σούβλα σφάγιο ή κομμάτια κρέατος και τα ψήνω: Το Πάσχα ~ουμε αρνί. 2. (προφ.-παλαιότ.) ανασκολοπίζω. || (απειλητ.) Θα σε ~σω! Πβ. θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! ● σουβλίζει (μτφ.): προκαλεί οξύ, συνήθ. απροσδόκητο πόνο: Ξαφνικά, άρχισε να με ~ το στομάχι μου. [< μεσν. σουβλίζω] | |
| 46719 | σούβλισμα | σού-βλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουβλίζω: ~ κατσικιού.|| Πβ. ανασκολοπισμός. | |
| 46720 | σουβλιστός | , ή, ό σου-βλι-στός επίθ.: (για κρέας) που έχει σουβλιστεί: ~ό: αρνί (= της σούβλας. Βλ. οβελίας). | |
| 46721 | σουγιάς | σου-γιάς ουσ. (αρσ.): μικρό πτυσσόμενο μαχαίρι τσέπης με μία ή σπανιότ. δύο λεπίδες. Βλ. κολοκοτρωναίικος, πεταλούδα. ● Υποκ.: σουγιαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ελβετικός σουγιάς βλ. ελβετικός [< τουρκ. soya] | |
| 46722 | σουγλί | βλ. σουβλί | |
| 46723 | σουγλιά | βλ. σουβλιά | |
| 46724 | σουδάκι | βλ. σου | |
| 46725 | σουέτ | σου-έτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σουέντ: επεξεργασμένο δέρμα κυρ. κατσικιού, με λεία και ελαφρώς χνουδωτή υφή: μπότες από ~. Βλ. καστόρι.|| (ως επίθ.) ~ κορδόνια/παπούτσια. [< γαλλ. suède ‘Σουηδία’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ