Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47240-47260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46697σοτάρισμασο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια του σοτάρω: τηγάνι για ~. Πβ. καβούρδισμα, τσιγάρισμα.
46698σοτάρωσο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σόταρ-α κ. σοτάρ-ισα, -ισμένος}: ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρίζω ελαφρά, κυρ. στο αρχικό στάδιο του μαγειρέματος: ~ουμε τα κρεμμύδια σε μέτρια φωτιά. ~ισα τα μανιτάρια σε βούτυρο/λάδι. [< γαλλ. sauter]
46699σοτέσο-τέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει μαγειρευτεί με σοτάρισμα: γαρίδες/λαχανικά ~. [< γαλλ. sauté]
46700σότο-βότσεσό-το-βό-τσε επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε τόνο χαμηλό και απαλό σαν να είναι ψίθυρος. [< ιταλ. sottovoce]
46701σου1βλ. εσύ
46702σου2ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό και στρογγυλό γλυκό με γέμιση συνήθ. κρέμα. Βλ. εκλέρ, προφιτερόλ. ● Υποκ.: σουδάκι (το) [< γαλλ. chou]
46703σου3ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα σίγμα.
46704σου4βλ. δικός
46705σουά σοβάζσου-ά σο-βάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ύφασμα από άγριο μετάξι και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα με ακατέργαστη υφή: νυφικό από ~. Βλ. σατέν. [< γαλλ. soie sauvage]
46706σουαρέσου-α-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): βραδινή συγκέντρωση συνήθ. σε φιλικό σπίτι για συζήτηση ή για διασκέδαση: ποιητικά/φιλολογικά ~. Πβ. βεγγέρα. Βλ. εσπερίδα. [< γαλλ. soirée]
46707ΣουαχίλιΣου-α-χί-λι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & (επίσ.) Σουαχίλι (η): γλώσσα που έχει δεχτεί επίδραση από την Αραβική και μιλιέται ως λίνγκουα φράνκα, αλλά και ως μητρική, σε χώρες της Ανατολικής Αφρικής. [< αγγλ. Swahili, αραβ. sawāhilīy]
46708σουβενίρσου-βε-νίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τουριστικό ενθύμιο και γενικότ. οποιοδήποτε αντικείμενο λειτουργεί ως αναμνηστικό: καταστήματα με ~.|| Το κράτησα για ~. Πβ. ανάμνηση. ΣΥΝ. ενθύμημα (1) [< γαλλ. souvenir]
46709σουβέρσου-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρή, στρογγυλή ή τετράγωνη βάση από διάφορα υλικά, πάνω στην οποία τοποθετείται συνήθ. ποτήρι, για να προστατεύεται από λεκέδες η επιφάνεια επίπλου, κυρ. τραπεζιού: διαφημιστικά ~. Γυάλινα/πλαστικά ~. ~ μπίρας/για μπουκάλια. Βλ. σουπλά. ● Υποκ.: σουβεράκι (το) [< γαλλ. sous-verre, 1934]
46710σούβλασού-βλα ουσ. (θηλ.): μεταλλική συνήθ. βέργα στην οποία περνούν το κρέας και το ψήνουν, περιστρέφοντάς την κυρ. πάνω από αναμμένα κάρβουνα: ηλεκτρική ~ (: που λειτουργεί με ρεύμα). Κοκορέτσι/κοτόπουλο/χοιρινό στη ~. Γουρουνόπουλο της ~ας (= σουβλιστό). ΣΥΝ. οβελός (1) [< μεσν. σούβλα]
46711σουβλακερίσου-βλα-κε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) σουβλασερί (χιουμορ.): σουβλατζίδικο. Βλ. -ερί.
46712σουβλάκισου-βλά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από μικρά κομμάτια κρέατος που έχουν ψηθεί σε ξύλινο καλαμάκι ή μικρή μεταλλική σούβλα· συνεκδ. το κρέας αυτό τυλιγμένο σε πίτα μαζί με ντομάτα, κρεμμύδι και τζατζίκι: αρνίσιο/μοσχαρίσιο ~. ~ (από) κοτόπουλο/χοιρινό. ~ καλαμάκι/μερίδα. ~ με πατάτες/ρύζι/σαλάτα/ψωμί. Ξυλάκια για ~ια. (σπανιότ.) Γαρίδες/ξιφίας ~. ~ ψαριού.|| ~ (με) γύρο/μπιφτέκι/πίτα. ΄Ενα ~ απ' όλα. Τυλιχτά ~ια. [< μεσν. σουβλάκι, υποκ. του σούβλα· πβ. γαλλ. souvlaki, αγγλ. ~, 1942, ιταλ. ~, 1978, γερμ. Souvlaki]
46713σουβλατζήςσου-βλα-τζής ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης σουβλατζίδικου ή αυτός που ψήνει και πουλά σουβλάκια. Βλ. -τζής.
46714σουβλατζίδικοσου-βλα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ψητοπωλείο όπου φτιάχνονται και πωλούνται κυρ. σουβλάκια. Βλ. -τζίδικο. ΣΥΝ. γυράδικο, σουβλακερί
46715σουβλερός, ή, ό σου-βλε-ρός επίθ. 1. μυτερός: ~ό: αγκάθι (= αιχμηρό)/κοντάρι.|| ~ή: μύτη. ~ά: δόντια/νύχια. 2. (μτφ.) πολύ έντονος: ~ός: πόνος. ~ή: φωνή. Πβ. διαπεραστικός, οξύς. Βλ. -ερός. [< 1: 17ος αι.]
46716σουβλίσου-βλί ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) σουγλί 1. (υποκ.) σούβλα μικρή σε μέγεθος. 2. ειδικό αιχμηρό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται από τους υποδηματοποιούς για να ανοίγουν τρύπες σε δερμάτινα αντικείμενα. [< μεσν. σουβλί]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.