| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46726 | σουετίνα | σου-ε-τί-να ουσ. (θηλ.): συνθετικό δέρμα, απομίμηση του σουέτ. [< γαλλ. suedine, 1932] | |
| 46727 | σούζα | σού-ζα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ενέργεια, συνήθ. επιδεικτική, κατά την οποία ο οδηγός μοτοσικλέτας ή ποδηλάτου ισορροπεί το όχημα, ενώ κινείται, στον πίσω τροχό: επικίνδυνες ~ες. Ξεκίνησε/τερμάτισε με ~. Κάνουν κόντρες και ~ες. ● ΦΡ.: έχω/κρατάω (κάποιον) σούζα (προφ.): του επιβάλλω τη θέλησή μου, τον κάνω ό,τι θέλω: Τους είχε όλους ~!, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. suso] | |
| 46728 | σουηδικός | , ή, ό σου-η-δι-κός επίθ. & (προφ.) σουηδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σουηδία ή/και τους Σουηδούς: ~ή: κορώνα (: το εθνικό νόμισμα). ● Ουσ.: Σουηδικά & (προφ.) Σουηδέζικα (τα) & (επίσ.) Σουηδική (η): η σουηδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: σουηδική γυμναστική: ΓΥΜΝ. είδος γυμναστικής με ελαφριές ασκήσεις εδάφους και ορθής στάσης, με χρήση ελάχιστου εξοπλισμού. [< γαλλ. gymnastique suédoise] , σουηδικό μασάζ: θεραπευτικό μασάζ που βασίζεται κυρ. στις μαλάξεις των μυών από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος στους μυς και στις αρθρώσεις. Βλ. ρεφλεξολογία, σιάτσου. | |
| 46729 | Σουηδός, Σουηδή | Σου-η-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Σουηδέζος, Σουηδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σουηδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σουηδική υπηκοότητα. | |
| 46730 | σουίνγκ | σου-ίνγκ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & σουίγκ: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής τζαζ που κυριάρχησε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και χαρακτηρίζεται από έντονο ρυθμό, δεξιοτεχνικά σόλο και μεγάλες ορχήστρες· ο αντίστοιχος ζωηρός χορός. [< αμερικ. swing, γαλλ. ~, 1933] | |
| 46731 | σουιπστέικ | σου-ιπ-στέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λαχείο ιπποδρομιακών αγώνων. [< αγγλ. sweepstake, γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1934] | |
| 46732 | σουίτα | σου-ί-τα ουσ. (θηλ.) 1. διαμέρισμα με όλες τις ανέσεις, συνήθ. σε ξενοδοχείο: βασιλική/γαμήλια/δίκλινη/μίνι/οικογενειακή/πολυτελής/προεδρική/χλιδάτη ~. ~ αεροπλάνου/πλοίου. ~ λουξ. 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση που αποτελείται από αυτοτελή οργανικά ή ορχηστρικά κομμάτια χορευτικού χαρακτήρα και ίδιας τονικότητας, τα οποία εκτελούνται διαδοχικά και με συγκεκριμένη σειρά: συμφωνική ~. ~ για πιάνο.|| ~ μπαλέτου (: που έχει γραφτεί ειδικά για χορόδραμα κατάλληλο ή ρυθμισμένο για εκτέλεση σε κοντσέρτο). ● ΣΥΜΠΛ.: σουίτα γραφείου: ΠΛΗΡΟΦ. πακέτο προγραμμάτων που περιλαμβάνει κυρ. επεξεργαστή κειμένου, λογιστικά φύλλα, βάση δεδομένων, πρόγραμμα σχεδιασμού και παρουσιάσεων και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. [< 1: γαλλ. suite 2: ιταλ. suita, γαλλ. ~] | |
| 46733 | σούκο | σού-κο ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: φις ή πρίζα με γείωση. [< γερμ. Schu(tz) Ko(ntakt)] | |
| 46734 | σουκραλόζη | σου-κρα-λό-ζη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. συνθετική γλυκαντική ύλη (σύμβ. C12H19Cl3O3) η οποία δημιουργείται από την ελεγχόμενη χλωρίωση της σακχαρόζης. Βλ. γλυκόζη, ζαχαρίνη, φρουκτόζη. [< αγγλ. sucralose, 1985] | |
| 46735 | σουκρούτ | σου-κρούτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ξινολάχανο. [< γαλλ. choucroute] | |
| 46736 | σουλατσαδόρος | σου-λα-τσα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που περνά την ώρα του σουλατσάροντας, χωρίς να ασχολείται με τίποτα άλλο. Πβ. αργόσχολος, χασομέρης. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. σουρτούκης ● ΦΡ.: τοκιστής και σουλατσαδόρος βλ. τοκιστής [< ιταλ. sollazzatore] | |
| 46737 | σουλατσάρισμα | σου-λα-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια του σουλατσάρω. Βλ. -ισμα, τσάρκα. ΣΥΝ. σουλάτσο | |
| 46738 | σουλατσάρω | σου-λα-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {σουλατσάρ-ιζα, σουλάτσαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): τριγυρνώ εδώ κι εκεί άσκοπα: ~ει αμέριμνος μέσα στην πόλη. Πβ. βολτάρω, περιδιαβαίνω, σεργιανίζω. [< σουλατσάρω, 17ος αι. < ιταλ. sollazzare] | |
| 46739 | σουλάτσο | σου-λά-τσο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ανέμελος περίπατος: πρωινό ~. Πβ. βόλτα, σεργιάνι, τσάρκα. ΣΥΝ. σουλατσάρισμα [< ιταλ. sollazzo] | |
| 46740 | σουλούπι | σου-λού-πι ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξωτερική εμφάνιση, μορφή: (για πρόσ.) λεπτοκαμωμένο ~. Δεν μου αρέσει το ~ του. Πβ. κοψιά, παρουσιαστικό.|| (κατ' επέκτ.) ~ αμαξιού. Πβ. περίγραμμα. [< τουρκ. üslûp] | |
| 46741 | σουλούπωμα | σου-λού-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σουλουπώνω: Το κείμενο χρειάζεται ένα μικρό ~. Πβ. ευπρεπισμός. | |
| 46742 | σουλουπώνω | σου-λου-πώ-νω ρ. (μτβ.) {σουλούπω-σα, -θηκα, -μένος, σουλουπών-οντας} (προφ.): οργανώνω και τακτοποιώ κάτι, ώστε να αποκτήσει καλύτερη μορφή: ~σαν τα παλιά κτίρια. Πβ. ευπρεπίζω. Βλ. τακτοποιώ. ΣΥΝ. συμμορφώνω (3) ● Παθ.: σουλουπώνομαι: περιποιούμαι τον εαυτό μου, βελτιώνω το παρουσιαστικό μου: Σουλουπώσου λίγο, έτσι θα βγεις έξω; Περίμενε να ~θώ λιγάκι. ΣΥΝ. συγυρίζομαι | |
| 46743 | σουλτανάτο | σουλ-τα-νά-το ουσ. (ουδ.) 1. κράτος με αρχηγό τον σουλτάνο. Βλ. -άτο. 2. ο τίτλος, το αξίωμα του σουλτάνου. [< γαλλ. sultanat] | |
| 46744 | σουλτανί | σουλ-τα-νί επίθ. {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σταφύλι σουλτανί & σουλτανί σταφύλι: ΒΟΤ. σουλτανίνα. [< τούρκ. sultani] | |
| 46745 | σουλτανικός | , ή, ό σουλ-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σουλτάνο: ~ό: καθεστώς/μπεράτι/φιρμάνι. [< μεσν. σουλτανικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ