Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47260-47280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46717σουβλιάσου-βλιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) σουγλιά 1. (μτφ.) σφάχτης: Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά μια ~ στα πλευρά της την έκανε να σταματήσει. Νιώθω ~ιές στο στήθος (= τσιμπήματα). 2. (σπάν.) τρύπημα με σουβλί και το αντίστοιχο σημάδι. [< μεσν. σουβλέα]
46718σουβλίζωσου-βλί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούβλι-σα, -στηκε, -σμένος} 1. περνώ στη σούβλα σφάγιο ή κομμάτια κρέατος και τα ψήνω: Το Πάσχα ~ουμε αρνί. 2. (προφ.-παλαιότ.) ανασκολοπίζω. || (απειλητ.) Θα σε ~σω! Πβ. θα σε κρεμάσω (ανάποδα)!σουβλίζει (μτφ.): προκαλεί οξύ, συνήθ. απροσδόκητο πόνο: Ξαφνικά, άρχισε να με ~ το στομάχι μου. [< μεσν. σουβλίζω]
46719σούβλισμασού-βλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουβλίζω: ~ κατσικιού.|| Πβ. ανασκολοπισμός.
46720σουβλιστός, ή, ό σου-βλι-στός επίθ.: (για κρέας) που έχει σουβλιστεί: ~ό: αρνί (= της σούβλας. Βλ. οβελίας).
46721σουγιάςσου-γιάς ουσ. (αρσ.): μικρό πτυσσόμενο μαχαίρι τσέπης με μία ή σπανιότ. δύο λεπίδες. Βλ. κολοκοτρωναίικος, πεταλούδα. ● Υποκ.: σουγιαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ελβετικός σουγιάς βλ. ελβετικός [< τουρκ. soya]
46722σουγλίβλ. σουβλί
46723σουγλιάβλ. σουβλιά
46724σουδάκιβλ. σου
46725σουέτσου-έτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σουέντ: επεξεργασμένο δέρμα κυρ. κατσικιού, με λεία και ελαφρώς χνουδωτή υφή: μπότες από ~. Βλ. καστόρι.|| (ως επίθ.) ~ κορδόνια/παπούτσια. [< γαλλ. suède ‘Σουηδία’]
46726σουετίνασου-ε-τί-να ουσ. (θηλ.): συνθετικό δέρμα, απομίμηση του σουέτ. [< γαλλ. suedine, 1932]
46727σούζασού-ζα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ενέργεια, συνήθ. επιδεικτική, κατά την οποία ο οδηγός μοτοσικλέτας ή ποδηλάτου ισορροπεί το όχημα, ενώ κινείται, στον πίσω τροχό: επικίνδυνες ~ες. Ξεκίνησε/τερμάτισε με ~. Κάνουν κόντρες και ~ες. ● ΦΡ.: έχω/κρατάω (κάποιον) σούζα (προφ.): του επιβάλλω τη θέλησή μου, τον κάνω ό,τι θέλω: Τους είχε όλους ~!, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. suso]
46728σουηδικός, ή, ό σου-η-δι-κός επίθ. & (προφ.) σουηδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σουηδία ή/και τους Σουηδούς: ~ή: κορώνα (: το εθνικό νόμισμα). ● Ουσ.: Σουηδικά & (προφ.) Σουηδέζικα (τα) & (επίσ.) Σουηδική (η): η σουηδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: σουηδική γυμναστική: ΓΥΜΝ. είδος γυμναστικής με ελαφριές ασκήσεις εδάφους και ορθής στάσης, με χρήση ελάχιστου εξοπλισμού. [< γαλλ. gymnastique suédoise] , σουηδικό μασάζ: θεραπευτικό μασάζ που βασίζεται κυρ. στις μαλάξεις των μυών από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος στους μυς και στις αρθρώσεις. Βλ. ρεφλεξολογία, σιάτσου.
46729Σουηδός, ΣουηδήΣου-η-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Σουηδέζος, Σουηδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σουηδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σουηδική υπηκοότητα.
46730σουίνγκσου-ίνγκ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & σουίγκ: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής τζαζ που κυριάρχησε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και χαρακτηρίζεται από έντονο ρυθμό, δεξιοτεχνικά σόλο και μεγάλες ορχήστρες· ο αντίστοιχος ζωηρός χορός. [< αμερικ. swing, γαλλ. ~, 1933]
46731σουιπστέικσου-ιπ-στέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λαχείο ιπποδρομιακών αγώνων. [< αγγλ. sweepstake, γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1934]
46732σουίτασου-ί-τα ουσ. (θηλ.) 1. διαμέρισμα με όλες τις ανέσεις, συνήθ. σε ξενοδοχείο: βασιλική/γαμήλια/δίκλινη/μίνι/οικογενειακή/πολυτελής/προεδρική/χλιδάτη ~. ~ αεροπλάνου/πλοίου. ~ λουξ. 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση που αποτελείται από αυτοτελή οργανικά ή ορχηστρικά κομμάτια χορευτικού χαρακτήρα και ίδιας τονικότητας, τα οποία εκτελούνται διαδοχικά και με συγκεκριμένη σειρά: συμφωνική ~. ~ για πιάνο.|| ~ μπαλέτου (: που έχει γραφτεί ειδικά για χορόδραμα κατάλληλο ή ρυθμισμένο για εκτέλεση σε κοντσέρτο). ● ΣΥΜΠΛ.: σουίτα γραφείου: ΠΛΗΡΟΦ. πακέτο προγραμμάτων που περιλαμβάνει κυρ. επεξεργαστή κειμένου, λογιστικά φύλλα, βάση δεδομένων, πρόγραμμα σχεδιασμού και παρουσιάσεων και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. [< 1: γαλλ. suite 2: ιταλ. suita, γαλλ. ~]
46733σούκοσού-κο ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: φις ή πρίζα με γείωση. [< γερμ. Schu(tz) Ko(ntakt)]
46734σουκραλόζησου-κρα-λό-ζη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. συνθετική γλυκαντική ύλη (σύμβ. C12H19Cl3O3) η οποία δημιουργείται από την ελεγχόμενη χλωρίωση της σακχαρόζης. Βλ. γλυκόζη, ζαχαρίνη, φρουκτόζη. [< αγγλ. sucralose, 1985]
46735σουκρούτσου-κρούτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ξινολάχανο. [< γαλλ. choucroute]
46736σουλατσαδόροςσου-λα-τσα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που περνά την ώρα του σουλατσάροντας, χωρίς να ασχολείται με τίποτα άλλο. Πβ. αργόσχολος, χασομέρης. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. σουρτούκης ● ΦΡ.: τοκιστής και σουλατσαδόρος βλ. τοκιστής [< ιταλ. sollazzatore]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.