| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46737 | σουλατσάρισμα | σου-λα-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια του σουλατσάρω. Βλ. -ισμα, τσάρκα. ΣΥΝ. σουλάτσο | |
| 46738 | σουλατσάρω | σου-λα-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {σουλατσάρ-ιζα, σουλάτσαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): τριγυρνώ εδώ κι εκεί άσκοπα: ~ει αμέριμνος μέσα στην πόλη. Πβ. βολτάρω, περιδιαβαίνω, σεργιανίζω. [< σουλατσάρω, 17ος αι. < ιταλ. sollazzare] | |
| 46739 | σουλάτσο | σου-λά-τσο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ανέμελος περίπατος: πρωινό ~. Πβ. βόλτα, σεργιάνι, τσάρκα. ΣΥΝ. σουλατσάρισμα [< ιταλ. sollazzo] | |
| 46740 | σουλούπι | σου-λού-πι ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξωτερική εμφάνιση, μορφή: (για πρόσ.) λεπτοκαμωμένο ~. Δεν μου αρέσει το ~ του. Πβ. κοψιά, παρουσιαστικό.|| (κατ' επέκτ.) ~ αμαξιού. Πβ. περίγραμμα. [< τουρκ. üslûp] | |
| 46741 | σουλούπωμα | σου-λού-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σουλουπώνω: Το κείμενο χρειάζεται ένα μικρό ~. Πβ. ευπρεπισμός. | |
| 46742 | σουλουπώνω | σου-λου-πώ-νω ρ. (μτβ.) {σουλούπω-σα, -θηκα, -μένος, σουλουπών-οντας} (προφ.): οργανώνω και τακτοποιώ κάτι, ώστε να αποκτήσει καλύτερη μορφή: ~σαν τα παλιά κτίρια. Πβ. ευπρεπίζω. Βλ. τακτοποιώ. ΣΥΝ. συμμορφώνω (3) ● Παθ.: σουλουπώνομαι: περιποιούμαι τον εαυτό μου, βελτιώνω το παρουσιαστικό μου: Σουλουπώσου λίγο, έτσι θα βγεις έξω; Περίμενε να ~θώ λιγάκι. ΣΥΝ. συγυρίζομαι | |
| 46743 | σουλτανάτο | σουλ-τα-νά-το ουσ. (ουδ.) 1. κράτος με αρχηγό τον σουλτάνο. Βλ. -άτο. 2. ο τίτλος, το αξίωμα του σουλτάνου. [< γαλλ. sultanat] | |
| 46744 | σουλτανί | σουλ-τα-νί επίθ. {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σταφύλι σουλτανί & σουλτανί σταφύλι: ΒΟΤ. σουλτανίνα. [< τούρκ. sultani] | |
| 46745 | σουλτανικός | , ή, ό σουλ-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σουλτάνο: ~ό: καθεστώς/μπεράτι/φιρμάνι. [< μεσν. σουλτανικός] | |
| 46746 | σουλτανίνα | σουλ-τα-νί-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιών κίτρινου χρώματος, χωρίς κουκούτσια, από τα οποία παράγεται η ομώνυμη ξανθή σταφίδα. Βλ. ροζακί. ΣΥΝ. σταφύλι σουλτανί [< ιταλ. sultanina] | |
| 46747 | σουλτάνος | [σουλτᾶνος] σουλ-τά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. ανώτατος άρχοντας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. αγάς. 2. τίτλος ηγεμόνα μουσουλμανικών κρατών. Βλ. εμίρης, χαλίφης. 3. (μτφ.) άνθρωπος που ζει μέσα στην πολυτέλεια και την καλοπέραση. Πβ. μπέης, πασάς. [< μεσν. σουλτάνος < τουρκ. sultan] | |
| 46748 | σουλφαμίδες | σουλ-φα-μί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΦΑΡΜΑΚ. ονομασία χημικών ενώσεων από τις οποίες παρασκευάζονται φάρμακα για τη θεραπεία μολυσματικών ασθενειών. [< γαλλ. sulfamides, περ. 1935] | |
| 46749 | σουλφίδιο | σουλ-φί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οργανική ή ανόργανη χημική ένωση του θείου με άλλο στοιχείο: ~ του νικελίου/υδρογόνου. Αλκαλικά/μεταλλικά ~α. Βλ. -ίδιο. [< γαλλ. sulfure, αγγλ. sulfide] | |
| 46750 | σούμα1 | [σοῦμα] σού-μα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. σύνολο: Η ~ ήταν ... ευρώ. Πβ. άθροισμα. 2. (μτφ.) ανακεφαλαίωση: Η ~ των νέων ρυθμίσεων είναι θετική. ● ΦΡ.: κάνω (τη) σούμα: κάνω τον λογαριασμό· προσθέτω: Στο τέλος έκαναν τη ~ για να δουν πόσα λεφτά μάζεψαν. ΣΥΝ. σουμάρω [< μεσν. σούμ(μ)α < βεν. suma, ιταλ. somma] | |
| 46751 | σούμα2 | σού-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται κυρ. στη Χίο με απόσταξη σταφυλιών ή σύκων. Πβ. στεμφυλόπνευμα, τσίπουρο. [< τουρκ. soma, suma] | |
| 46752 | σουμάδα | σου-μά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό γλυκόπικρο λευκό αναψυκτικό από εκχύλισμα αμυγδάλου: δροσιστική ~. Βλ. -άδα. | |
| 46753 | σουμάρισμα | σου-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουμάρω. Πβ. άθροιση. Βλ. -ισμα, υπολογισμός. | |
| 46754 | σουμάρω | σου-μά-ρω ρ. (μτβ.) {σούμαρ-α} (προφ.): κάνω σούμα: ~ το ποσό. Πβ. αθροίζω.|| (μτφ.) ~ε τα βασικά σημεία της συζήτησης. Πβ. συνοψίζω. [< βεν. sumar] | |
| 46755 | σουμέν | σου-μέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αντικείμενο γραφείου, συνήθ. σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, που τοποθετείται κάτω από τα χέρια για άνεση και συνήθ. έχει τη μορφή ανοιχτού φακέλου για φύλαξη χαρτιών: δερμάτινο ~. [< γαλλ. sous-main] | |
| 46756 | σουμερικός | , ή, ό σου-με-ρι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαία Σουμερία ή/και τους Σουμέριους. [< γαλλ. sumérien] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ