| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46746 | σουλτανίνα | σουλ-τα-νί-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιών κίτρινου χρώματος, χωρίς κουκούτσια, από τα οποία παράγεται η ομώνυμη ξανθή σταφίδα. Βλ. ροζακί. ΣΥΝ. σταφύλι σουλτανί [< ιταλ. sultanina] | |
| 46747 | σουλτάνος | [σουλτᾶνος] σουλ-τά-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. ανώτατος άρχοντας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. αγάς. 2. τίτλος ηγεμόνα μουσουλμανικών κρατών. Βλ. εμίρης, χαλίφης. 3. (μτφ.) άνθρωπος που ζει μέσα στην πολυτέλεια και την καλοπέραση. Πβ. μπέης, πασάς. [< μεσν. σουλτάνος < τουρκ. sultan] | |
| 46748 | σουλφαμίδες | σουλ-φα-μί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΦΑΡΜΑΚ. ονομασία χημικών ενώσεων από τις οποίες παρασκευάζονται φάρμακα για τη θεραπεία μολυσματικών ασθενειών. [< γαλλ. sulfamides, περ. 1935] | |
| 46749 | σουλφίδιο | σουλ-φί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οργανική ή ανόργανη χημική ένωση του θείου με άλλο στοιχείο: ~ του νικελίου/υδρογόνου. Αλκαλικά/μεταλλικά ~α. Βλ. -ίδιο. [< γαλλ. sulfure, αγγλ. sulfide] | |
| 46750 | σούμα1 | [σοῦμα] σού-μα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. σύνολο: Η ~ ήταν ... ευρώ. Πβ. άθροισμα. 2. (μτφ.) ανακεφαλαίωση: Η ~ των νέων ρυθμίσεων είναι θετική. ● ΦΡ.: κάνω (τη) σούμα: κάνω τον λογαριασμό· προσθέτω: Στο τέλος έκαναν τη ~ για να δουν πόσα λεφτά μάζεψαν. ΣΥΝ. σουμάρω [< μεσν. σούμ(μ)α < βεν. suma, ιταλ. somma] | |
| 46751 | σούμα2 | σού-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται κυρ. στη Χίο με απόσταξη σταφυλιών ή σύκων. Πβ. στεμφυλόπνευμα, τσίπουρο. [< τουρκ. soma, suma] | |
| 46752 | σουμάδα | σου-μά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό γλυκόπικρο λευκό αναψυκτικό από εκχύλισμα αμυγδάλου: δροσιστική ~. Βλ. -άδα. | |
| 46753 | σουμάρισμα | σου-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουμάρω. Πβ. άθροιση. Βλ. -ισμα, υπολογισμός. | |
| 46754 | σουμάρω | σου-μά-ρω ρ. (μτβ.) {σούμαρ-α} (προφ.): κάνω σούμα: ~ το ποσό. Πβ. αθροίζω.|| (μτφ.) ~ε τα βασικά σημεία της συζήτησης. Πβ. συνοψίζω. [< βεν. sumar] | |
| 46755 | σουμέν | σου-μέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αντικείμενο γραφείου, συνήθ. σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, που τοποθετείται κάτω από τα χέρια για άνεση και συνήθ. έχει τη μορφή ανοιχτού φακέλου για φύλαξη χαρτιών: δερμάτινο ~. [< γαλλ. sous-main] | |
| 46756 | σουμερικός | , ή, ό σου-με-ρι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαία Σουμερία ή/και τους Σουμέριους. [< γαλλ. sumérien] | |
| 46757 | σουμιές | βλ. σομιές | |
| 46758 | σούμο | [σοῦμο] σού-μο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ιαπωνική πάλη ανάμεσα σε εξαιρετικά μεγαλόσωμους αθλητές κατά την οποία ο ένας προσπαθεί να σπρώξει τον άλλον έξω από τον κύκλο στον οποίο βρίσκονται ή να τον κάνει να ακουμπήσει στο έδαφος οποιοδήποτε μέρος του σώματός του εκτός από το πέλμα. [< γαλλ. soumo, 1863, sumo, 1981, αγγλ. sumo, 1880 < ιαπων. sumō] | |
| 46759 | σούμπιτος | , η, ο σού-μπι-τος επίθ. (λαϊκό) 1. (για πρόσ.) που ενεργεί αμέσως, ακαριαία: Έτρεξε ~ να δει τι συνέβαινε. Βλ. αιφνιδιαστικός. 2. {κυρ. στον πληθ.} ολόκληρος, σύσσωμος: Πρέπει να πάνε ~οι (= όλοι μαζί) στη στενή. Βλ. ομαδόν. ● επίρρ.: σούμπιτο: στη σημ. 1: Έφυγε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά). [< ιταλ. subito] | |
| 46760 | σουμπρέτα | σου-μπρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΑΤΡ. ρόλος νεαρής και χαριτωμένης υπηρέτριας-καμαριέρας σε κωμωδία ή οπερέτα και συνεκδ. η αντίστοιχη ηθοποιός. Πβ. κολομπίνα. 2. (σπάν.-μτφ.) ζωηρή γυναίκα, καμωματού. Βλ. -έτα. [< γαλλ. soubrette] | |
| 46761 | σούνα | [σοῦνα] σού-να ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. το σύνολο των παραδόσεων για τη ζωή και τη διδασκαλία του Μωάμεθ που μαζί με το Κοράνι αποτελούν τη βάση του ισλαμικού νόμου. [< γαλλ. sunna < αραβ. sunnah] | |
| 46762 | σουνέτι | σου-νέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): περιτομή. [< τουρκ. sünnet] | |
| 46763 | σουνισμός | σου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & σουνιτισμός: ΘΡΗΣΚ. δόγμα του μουσουλμανισμού που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του Μωάμεθ από οπαδούς του Ισλάμ απόλυτα πιστούς στην παράδοση. Βλ. σι-, σουφ-ισμός. [< γαλλ. sunnisme] | |
| 46764 | σουνίτης | σου-νί-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): πιστός που έχει προσχωρήσει στον σουνισμό: (κ. ως επίθ.) ~ες: μουσουλμάνοι. Βλ. -ίτης1, σιίτης, σούφι. [< γαλλ. sunnite] | |
| 46765 | σουντόκου | σου-ντό-κου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παζλ λογικής που αποτελείται από 81 τετράγωνα (9x9) και 9 εσωτερικές υποδιαιρέσεις (3x3 τετράγωνα) και στο οποίο ο στόχος είναι να συμπληρωθεί κάθε τετράγωνο με έναν αριθμό από το 1 ως το 9, έτσι ώστε να μην υπάρχει επανάληψη αριθμού σε κάθε οριζόντια ή κάθετη γραμμή ή σε κάθε υποδιαίρεση: Έλυσε το ~. Βλ. σταυρόλεξο. [< αγγλ. sudoku, 2000, γαλλ. ~, 2005] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ