| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46766 | σουξέ | σου-ξέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. επιτυχία, αναγνώριση, συνήθ. εφήμερη· συνεκδ. καθετί που έχει μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό: (για γυναίκα) Έχει ~ στους άντρες (: αρέσει).|| Η ταινία ήταν μεγάλο ~. Σύνθημα που έγινε ~. 2. (ειδικότ.) ιδιαίτερα δημοφιλές μουσικό κομμάτι: παγκόσμιο ~. Λαϊκά ~. Το νέο ~ του/της ... Τα ~ της εποχής. Πβ. χιτ.|| (συνήθ. ειρων.) Γκραν ~. ● Υποκ.: σουξεδάκι (το): στη σημ. 2. Πβ. χιτάκι. ● Μεγεθ.: σουξεδάρα (η): στη σημ. 2. [< γαλλ. succès] | |
| 46767 | σουξεδιάρης | σου-ξε-διά-ρης επίθ./ουσ. , σουξεδιάρα (η) (λαϊκό): (για πρόσ.) που έχει σουξέ. Βλ. -ιάρης.|| (ως επίθ.) ~ συνθέτης. | |
| 46768 | σουξεδιάρικος | , η, ο σου-ξε-διά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό): (κυρ. για μουσικό κομμάτι) που αποτελεί σουξέ: ~ο: μπιτάκι. | |
| 46769 | σούπα | σού-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό βραστού κρέατος, ψαριού ή λαχανικών, περιέχει κομμάτια στερεάς τροφής και συνήθ. σερβίρεται ζεστό σε βαθύ πιάτο: αραιή/αχνιστή/καυτερή/κρύα (βλ. γκασπάτσο)/πηχτή ~. ~ βελουτέ. ~ αβγολέμονο/κοτόπουλο/ρύζι/τραχανάς/φιδές. ~ με θαλασσινά/καρότο/μανέστρα/μανιτάρια. Ελαφριές/έτοιμες ~ες. ~ες στιγμής/σε σκόνη. Έβρασε/έκοψε η ~. Κουτάλι της ~ας (συχνά κ. ως δοσομετρικό σε συνταγές· πβ. κουταλιά). Βλ. κακαβιά, μινεστρόνε, μπορς, μπουγιαμπέσα, -σουπα. 2. (μτφ.-νεαν. αργκό) οτιδήποτε παρουσιάζει ελάχιστο ή μηδαμινό ενδιαφέρον: Ο αγώνας/το ματς ήταν ανάλατη/σκέτη ~. Θέαμα-~ (= βαρετό). Οι ~ες της τηλεόρασης. 3. (μτφ.) ανομοιογενές σύνολο στοιχείων: ιδεολογική ~. Πβ. αχταρμάς. ● Υποκ.: σουπίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχέγονη σούπα: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. το ρευστό περιβάλλον μέσα στο οποίο θεωρείται ότι σχηματίστηκαν τα πρώτα ζωντανά κύτταρα πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. [< γαλλ. soupe biologique/primitive/primordiale, 1976] ● ΦΡ.: χαλάω τη σούπα/τη μαγιά (μτφ.-αργκό): ανατρέπω τα σχέδια: Τους ~σε ~., έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα, ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ βλ. ξαναζεσταίνω [< γαλλ. soupe] | |
| 46771 | σουπέ | σου-πέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ μεταμεσονύκτιο δείπνο, συνήθ. με κρύα φαγητά, το οποίο σερβίρεται μετά από συνεστίαση ή/και διασκέδαση. [< γαλλ. souper] | |
| 46772 | σούπερ | σού-περ επίθ. {άκλ.}: υπέροχος, φοβερός: ~ ταινία. ~ αυτοκίνητο/φόρεμα. ~ προσφορές. Το φαγητό είναι ~. Πβ. μπόμπα, τούμπανο.|| (για πρόσ.) Είσαι πολύ ~ (= καταπληκτικός)!|| (ως ουσ.) Η ~ (ενν. βενζίνη). ● ΣΥΜΠΛ.: σούπερ κοριός βλ. κοριός, σούπερ λίγκα βλ. λίγκα [< αγγλ. super] | |
| 46773 | σούπερ γούμαν | σού-περ γού-μαν ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σουπεργούμαν 1. ηρωίδα των κόμικς με υπερφυσικές ικανότητες. 2. (μτφ.) γυναίκα που καταφέρνει επιτυχώς να συνδυάσει πολλούς ρόλους και δραστηριότητες, συνήθ. καριέρα και οικογένεια. [< 2: αγγλ. superwoman, 1906] | |
| 46778 | σούπερ μάρκετ | σού-περ μάρ-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σουπερμάρκετ: μεγάλο κατάστημα όπου πωλούνται σε λιανική τιμή διάφορα είδη, κυρ. τρόφιμα και καθαριστικά προϊόντα: μεγάλες αλυσίδες ~. Το ταμείο του ~. Πβ. υπεραγορά, υπερμάρκετ.|| (κατ' επέκτ.) ~ κρεάτων. [< αμερικ. supermarket, 1931] | |
| 46779 | σούπερ μοντέλο | σού-περ μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.) & σούπερ μόντελ: υπερμοντέλο. | |
| 46774 | σούπερ ντούπερ | σού-περ ντού-περ επίθ. {άκλ.} (νεαν. αργκό): φανταστικός, καταπληκτικός: ~ ομάδα/τεχνολογία. ~ αμάξι. Πβ. γαμάτος, τούμπανο, τούρμπο. [< αγγλ. super duper, 1938] | |
| 46775 | σούπερ ποζέ | σού-περ πο-ζέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αλληλεπίθετο. [< γαλλ. superposé] | |
| 46776 | σούπερ πούμα | σού-περ πού-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. δικινητήριο ελικόπτερο μεσαίου μεγέθους με τέσσερις έλικες που χρησιμοποιείται στην πολιτική και στρατιωτική αεροπορία. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Super Puma] | |
| 46781 | σούπερ σταρ | σού-περ σταρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σουπερστάρ (προφ.): διάσημο πρόσωπο της βιομηχανίας του θεάματος: ~ του μπάσκετ/της ποπ.|| (ως επίθ.) ~ ηθοποιός. Πβ. αστέρας, σταρ, φίρμα. [< αμερικ. superstar, 1914, γαλλ. ~, 1966] | |
| 46777 | σούπερμαν | σού-περ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. υπερήρωας των κόμικς. 2. (μτφ.-προφ.) υπεράνθρωπος. [< 1: αμερικ. Superman, 1938, γαλλ. superman, 1949 2: αγγλ. superman, 1903] | |
| 46780 | σουπερνόβα | σου-περ-νό-βα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σούπερ-νόβα: ΑΣΤΡΟΝ. αστρική έκρηξη με εξαιρετικά μεγάλη λάμψη η οποία απελευθερώνει τεράστια ποσότητα ενέργειας και αποτελεί το τελευταίο στάδιο στη ζωή ενός άστρου· συνεκδ. το αστέρι που εκρήγνυται. Βλ. νόβα. ΣΥΝ. υπερκαινοφανής (αστέρας) [< αγγλ. supernova, 1932, γαλλ. ~, 1949] | |
| 46782 | σουπιά | σου-πιά ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (γένος Sepia) που συγγενεύει με το καλαμάρι, έχει πεπλατυσμένο σώμα με οκτώ βραχίονες και δύο πλοκάμια και εκτοξεύει μελάνι, όταν απειλείται: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/κοκκινιστή/κρασάτη/με σπανάκι/στα κάρβουνα/στιφάδο/ψητή. 2. (μτφ.-οικ., για πρόσ.) πονηρός, ύπουλος: Είσαι μια ~ εσύ (= αλεπού)! [1: < 17ος αι. < αρχ. σηπία] | |
| 46783 | σουπιέρα | σου-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): βαθύ και συνήθ. μεγάλο επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της σούπας: γυάλινη/μικρή ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. soupière] | |
| 46784 | σουπίνο | σου-πί-νο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ρηματικό ουσιαστικό της λατινικής γλώσσας το οποίο, όταν συντάσσεται με ρήματα κινήσεως, τίθεται σε αιτιατική πτώση (κατάληξη -um) και δηλώνει σκοπό, ενώ, όταν συντάσσεται με επίθετα, τίθεται σε αφαιρετική (κατάληξη -u) και δηλώνει αναφορά. [< λατ. supinum] | |
| 46785 | σουπιοκόκαλο | σου-πιο-κό-κα-λο ουσ. (ουδ.): κόκαλο με πορώδη υφή που αποτελεί τον σκελετό της σουπιάς. | |
| 46786 | σουπλά | σου-πλά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στρογγυλή ή ορθογώνια βάση πάνω στην οποία τοποθετείται ζεστό σκεύος ή σερβίτσιο, για την προστασία του τραπεζιού ή του τραπεζομάντιλου: πλαστικά/υφασμάτινα/χάρτινα ~. ~ διπλής όψης. Σετ ~. Βλ. σουβέρ. [< γαλλ. dessous-de-plat] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ