| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46757 | σουμιές | βλ. σομιές | |
| 46758 | σούμο | [σοῦμο] σού-μο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ιαπωνική πάλη ανάμεσα σε εξαιρετικά μεγαλόσωμους αθλητές κατά την οποία ο ένας προσπαθεί να σπρώξει τον άλλον έξω από τον κύκλο στον οποίο βρίσκονται ή να τον κάνει να ακουμπήσει στο έδαφος οποιοδήποτε μέρος του σώματός του εκτός από το πέλμα. [< γαλλ. soumo, 1863, sumo, 1981, αγγλ. sumo, 1880 < ιαπων. sumō] | |
| 46759 | σούμπιτο | , η, ο σού-μπι-τος επίθ. (λαϊκό) 1. (για πρόσ.) που ενεργεί αμέσως, ακαριαία: Έτρεξε ~ να δει τι συνέβαινε. Βλ. αιφνιδιαστικός. 2. {κυρ. στον πληθ.} ολόκληρος, σύσσωμος: Πρέπει να πάνε ~οι (= όλοι μαζί) στη στενή. Βλ. ομαδόν. ● επίρρ.: σούμπιτο: στη σημ. 1: Έφυγε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά). [< ιταλ. subito] | |
| 46760 | σουμπρέτα | σου-μπρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΑΤΡ. ρόλος νεαρής και χαριτωμένης υπηρέτριας-καμαριέρας σε κωμωδία ή οπερέτα και συνεκδ. η αντίστοιχη ηθοποιός. Πβ. κολομπίνα. 2. (σπάν.-μτφ.) ζωηρή γυναίκα, καμωματού. Βλ. -έτα. [< γαλλ. soubrette] | |
| 46761 | σούνα | [σοῦνα] σού-να ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. το σύνολο των παραδόσεων για τη ζωή και τη διδασκαλία του Μωάμεθ που μαζί με το Κοράνι αποτελούν τη βάση του ισλαμικού νόμου. [< γαλλ. sunna < αραβ. sunnah] | |
| 46762 | σουνέτι | σου-νέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): περιτομή. [< τουρκ. sünnet] | |
| 46763 | σουνισμός | σου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & σουνιτισμός: ΘΡΗΣΚ. δόγμα του μουσουλμανισμού που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του Μωάμεθ από οπαδούς του Ισλάμ απόλυτα πιστούς στην παράδοση. Βλ. σι-, σουφ-ισμός. [< γαλλ. sunnisme] | |
| 46764 | σουνίτης | σου-νί-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): πιστός που έχει προσχωρήσει στον σουνισμό: (κ. ως επίθ.) ~ες: μουσουλμάνοι. Βλ. -ίτης1, σιίτης, σούφι. [< γαλλ. sunnite] | |
| 46765 | σουντόκου | σου-ντό-κου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παζλ λογικής που αποτελείται από 81 τετράγωνα (9x9) και 9 εσωτερικές υποδιαιρέσεις (3x3 τετράγωνα) και στο οποίο ο στόχος είναι να συμπληρωθεί κάθε τετράγωνο με έναν αριθμό από το 1 ως το 9, έτσι ώστε να μην υπάρχει επανάληψη αριθμού σε κάθε οριζόντια ή κάθετη γραμμή ή σε κάθε υποδιαίρεση: Έλυσε το ~. Βλ. σταυρόλεξο. [< αγγλ. sudoku, 2000, γαλλ. ~, 2005] | |
| 46766 | σουξέ | σου-ξέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. επιτυχία, αναγνώριση, συνήθ. εφήμερη· συνεκδ. καθετί που έχει μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό: (για γυναίκα) Έχει ~ στους άντρες (: αρέσει).|| Η ταινία ήταν μεγάλο ~. Σύνθημα που έγινε ~. 2. (ειδικότ.) ιδιαίτερα δημοφιλές μουσικό κομμάτι: παγκόσμιο ~. Λαϊκά ~. Το νέο ~ του/της ... Τα ~ της εποχής. Πβ. χιτ.|| (συνήθ. ειρων.) Γκραν ~. ● Υποκ.: σουξεδάκι (το): στη σημ. 2. Πβ. χιτάκι. ● Μεγεθ.: σουξεδάρα (η): στη σημ. 2. [< γαλλ. succès] | |
| 46767 | σουξεδιάρης | σου-ξε-διά-ρης επίθ./ουσ. , σουξεδιάρα (η) (λαϊκό): (για πρόσ.) που έχει σουξέ. Βλ. -ιάρης.|| (ως επίθ.) ~ συνθέτης. | |
| 46768 | σουξεδιάρικος | , η, ο σου-ξε-διά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό): (κυρ. για μουσικό κομμάτι) που αποτελεί σουξέ: ~ο: μπιτάκι. | |
| 46769 | σούπα | σού-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό βραστού κρέατος, ψαριού ή λαχανικών, περιέχει κομμάτια στερεάς τροφής και συνήθ. σερβίρεται ζεστό σε βαθύ πιάτο: αραιή/αχνιστή/καυτερή/κρύα (βλ. γκασπάτσο)/πηχτή ~. ~ βελουτέ. ~ αβγολέμονο/κοτόπουλο/ρύζι/τραχανάς/φιδές. ~ με θαλασσινά/καρότο/μανέστρα/μανιτάρια. Ελαφριές/έτοιμες ~ες. ~ες στιγμής/σε σκόνη. Έβρασε/έκοψε η ~. Κουτάλι της ~ας (συχνά κ. ως δοσομετρικό σε συνταγές· πβ. κουταλιά). Βλ. κακαβιά, μινεστρόνε, μπορς, μπουγιαμπέσα, -σουπα. 2. (μτφ.-νεαν. αργκό) οτιδήποτε παρουσιάζει ελάχιστο ή μηδαμινό ενδιαφέρον: Ο αγώνας/το ματς ήταν ανάλατη/σκέτη ~. Θέαμα-~ (= βαρετό). Οι ~ες της τηλεόρασης. 3. (μτφ.) ανομοιογενές σύνολο στοιχείων: ιδεολογική ~. Πβ. αχταρμάς. ● Υποκ.: σουπίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχέγονη σούπα: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. το ρευστό περιβάλλον μέσα στο οποίο θεωρείται ότι σχηματίστηκαν τα πρώτα ζωντανά κύτταρα πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. [< γαλλ. soupe biologique/primitive/primordiale, 1976] ● ΦΡ.: χαλάω τη σούπα/τη μαγιά (μτφ.-αργκό): ανατρέπω τα σχέδια: Τους ~σε ~., έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα, ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ βλ. ξαναζεσταίνω [< γαλλ. soupe] | |
| 46771 | σουπέ | σου-πέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ μεταμεσονύκτιο δείπνο, συνήθ. με κρύα φαγητά, το οποίο σερβίρεται μετά από συνεστίαση ή/και διασκέδαση. [< γαλλ. souper] | |
| 46772 | σούπερ | σού-περ επίθ. {άκλ.}: υπέροχος, φοβερός: ~ ταινία. ~ αυτοκίνητο/φόρεμα. ~ προσφορές. Το φαγητό είναι ~. Πβ. μπόμπα, τούμπανο.|| (για πρόσ.) Είσαι πολύ ~ (= καταπληκτικός)!|| (ως ουσ.) Η ~ (ενν. βενζίνη). ● ΣΥΜΠΛ.: σούπερ κοριός βλ. κοριός, σούπερ λίγκα βλ. λίγκα [< αγγλ. super] | |
| 46773 | σούπερ γούμαν | σού-περ γού-μαν ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σουπεργούμαν 1. ηρωίδα των κόμικς με υπερφυσικές ικανότητες. 2. (μτφ.) γυναίκα που καταφέρνει επιτυχώς να συνδυάσει πολλούς ρόλους και δραστηριότητες, συνήθ. καριέρα και οικογένεια. [< 2: αγγλ. superwoman, 1906] | |
| 46778 | σούπερ μάρκετ | σού-περ μάρ-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σουπερμάρκετ: μεγάλο κατάστημα όπου πωλούνται σε λιανική τιμή διάφορα είδη, κυρ. τρόφιμα και καθαριστικά προϊόντα: μεγάλες αλυσίδες ~. Το ταμείο του ~. Πβ. υπεραγορά, υπερμάρκετ.|| (κατ' επέκτ.) ~ κρεάτων. [< αμερικ. supermarket, 1931] | |
| 46779 | σούπερ μοντέλο | σού-περ μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.) & σούπερ μόντελ: υπερμοντέλο. | |
| 46774 | σούπερ ντούπερ | σού-περ ντού-περ επίθ. {άκλ.} (νεαν. αργκό): φανταστικός, καταπληκτικός: ~ ομάδα/τεχνολογία. ~ αμάξι. Πβ. γαμάτος, τούμπανο, τούρμπο. [< αγγλ. super duper, 1938] | |
| 46775 | σούπερ ποζέ | σού-περ πο-ζέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αλληλεπίθετο. [< γαλλ. superposé] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ