Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47320-47340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46776σούπερ πούμασού-περ πού-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. δικινητήριο ελικόπτερο μεσαίου μεγέθους με τέσσερις έλικες που χρησιμοποιείται στην πολιτική και στρατιωτική αεροπορία. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Super Puma]
46781σούπερ σταρσού-περ σταρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σουπερστάρ (προφ.): διάσημο πρόσωπο της βιομηχανίας του θεάματος: ~ του μπάσκετ/της ποπ.|| (ως επίθ.) ~ ηθοποιός. Πβ. αστέρας, σταρ, φίρμα. [< αμερικ. superstar, 1914, γαλλ. ~, 1966]
46777σούπερμανσού-περ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. υπερήρωας των κόμικς. 2. (μτφ.-προφ.) υπεράνθρωπος. [< 1: αμερικ. Superman, 1938, γαλλ. superman, 1949 2: αγγλ. superman, 1903]
46780σουπερνόβασου-περ-νό-βα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σούπερ-νόβα: ΑΣΤΡΟΝ. αστρική έκρηξη με εξαιρετικά μεγάλη λάμψη η οποία απελευθερώνει τεράστια ποσότητα ενέργειας και αποτελεί το τελευταίο στάδιο στη ζωή ενός άστρου· συνεκδ. το αστέρι που εκρήγνυται. Βλ. νόβα. ΣΥΝ. υπερκαινοφανής (αστέρας) [< αγγλ. supernova, 1932, γαλλ. ~, 1949]
46782σουπιάσου-πιά ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (γένος Sepia) που συγγενεύει με το καλαμάρι, έχει πεπλατυσμένο σώμα με οκτώ βραχίονες και δύο πλοκάμια και εκτοξεύει μελάνι, όταν απειλείται: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/κοκκινιστή/κρασάτη/με σπανάκι/στα κάρβουνα/στιφάδο/ψητή. 2. (μτφ.-οικ., για πρόσ.) πονηρός, ύπουλος: Είσαι μια ~ εσύ (= αλεπού)! [1: < 17ος αι. < αρχ. σηπία]
46783σουπιέρασου-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): βαθύ και συνήθ. μεγάλο επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της σούπας: γυάλινη/μικρή ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. soupière]
46784σουπίνοσου-πί-νο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ρηματικό ουσιαστικό της λατινικής γλώσσας το οποίο, όταν συντάσσεται με ρήματα κινήσεως, τίθεται σε αιτιατική πτώση (κατάληξη -um) και δηλώνει σκοπό, ενώ, όταν συντάσσεται με επίθετα, τίθεται σε αφαιρετική (κατάληξη -u) και δηλώνει αναφορά. [< λατ. supinum]
46785σουπιοκόκαλοσου-πιο-κό-κα-λο ουσ. (ουδ.): κόκαλο με πορώδη υφή που αποτελεί τον σκελετό της σουπιάς.
46786σουπλάσου-πλά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στρογγυλή ή ορθογώνια βάση πάνω στην οποία τοποθετείται ζεστό σκεύος ή σερβίτσιο, για την προστασία του τραπεζιού ή του τραπεζομάντιλου: πλαστικά/υφασμάτινα/χάρτινα ~. ~ διπλής όψης. Σετ ~. Βλ. σουβέρ. [< γαλλ. dessous-de-plat]
46787σούρα1σού-ρα ουσ. (θηλ.): πτύχωση που δημιουργείται από το σούρωμα υφάσματος ή ενδύματος: διακοσμητική ~. ~ες της κουρτίνας (= πτυχές)/φούστας (= δίπλες). Πβ. σούφρα. ● Υποκ.: σουρίτσα (η) [< μεσν. σούρα]
46788σούρα2σού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεθύσι: Είναι μες στη ~. Δεν βλέπει από τη ~. Πβ. μέθη.|| (συνεκδ.) Έγινε ~ (= μέθυσε, σούρωσε).
46789σούρα3σού-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. καθένα από τα κεφάλαια του Κορανίου. [< αραβ. sūrah]
46790σουραύλισου-ραύ-λι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που μοιάζει με φλογέρα και ειδικότ. μικρός ποιμενικός αυλός: καλαμένιο/ξύλινο ~. Βλ. φλάουτο. [< σουραύλιν, 12ος αι.]
46791σουρβιάβλ. σορβιά
46792σούρβο[σοῦρβο] σούρ-βο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της σορβιάς. ● σούρβα (τα): ΛΑΟΓΡ. κάλαντα της Πρωτοχρονιάς.
46793σούργελοσούρ-γε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) : πρόσωπο με γελοία συμπεριφορά που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας: Είναι λίγο/μεγάλο ~ ο τύπος (βλ. είναι για τα πανηγύρια). Έγινε ~ (= γελοιοποιήθηκε). Πβ. νούμερο.
46794σουρεάλσου-ρε-άλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που είναι περίεργος, αλλόκοτος και μοιάζει εξωπραγματικός: ~ διάλογος. ~ κατάσταση/συζήτηση/φωτογραφία. ~ σκηνικό/συμβάν. ΣΥΝ. σουρεαλιστικός (2) [< γαλλ. surréel, 1924]
46795σουρεαλισμόςσου-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλισμός.
46796σουρεαλιστήςσου-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υπερρεαλιστής.
46797σουρεαλιστικός, ή, ό σου-ρε-α-λι-στι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλιστικός: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/εικόνα/επανάσταση/ιστορία/κωμωδία/ταινία. ~ό: κίνημα/σκηνικό/χιούμορ. 2. σουρεάλ: ~ός: διάλογος. ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: σουρεαλιστικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.