Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47320-47340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46787σούρα1σού-ρα ουσ. (θηλ.): πτύχωση που δημιουργείται από το σούρωμα υφάσματος ή ενδύματος: διακοσμητική ~. ~ες της κουρτίνας (= πτυχές)/φούστας (= δίπλες). Πβ. σούφρα. ● Υποκ.: σουρίτσα (η) [< μεσν. σούρα]
46788σούρα2σού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεθύσι: Είναι μες στη ~. Δεν βλέπει από τη ~. Πβ. μέθη.|| (συνεκδ.) Έγινε ~ (= μέθυσε, σούρωσε).
46789σούρα3σού-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. καθένα από τα κεφάλαια του Κορανίου. [< αραβ. sūrah]
46790σουραύλισου-ραύ-λι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που μοιάζει με φλογέρα και ειδικότ. μικρός ποιμενικός αυλός: καλαμένιο/ξύλινο ~. Βλ. φλάουτο. [< σουραύλιν, 12ος αι.]
46791σουρβιάβλ. σορβιά
46792σούρβο[σοῦρβο] σούρ-βο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της σορβιάς. ● σούρβα (τα): ΛΑΟΓΡ. κάλαντα της Πρωτοχρονιάς.
46793σούργελοσούρ-γε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) : πρόσωπο με γελοία συμπεριφορά που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας: Είναι λίγο/μεγάλο ~ ο τύπος (βλ. είναι για τα πανηγύρια). Έγινε ~ (= γελοιοποιήθηκε). Πβ. νούμερο.
46794σουρεάλσου-ρε-άλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που είναι περίεργος, αλλόκοτος και μοιάζει εξωπραγματικός: ~ διάλογος. ~ κατάσταση/συζήτηση/φωτογραφία. ~ σκηνικό/συμβάν. ΣΥΝ. σουρεαλιστικός (2) [< γαλλ. surréel, 1924]
46795σουρεαλισμόςσου-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλισμός.
46796σουρεαλιστήςσου-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υπερρεαλιστής.
46797σουρεαλιστικός, ή, ό σου-ρε-α-λι-στι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλιστικός: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/εικόνα/επανάσταση/ιστορία/κωμωδία/ταινία. ~ό: κίνημα/σκηνικό/χιούμορ. 2. σουρεάλ: ~ός: διάλογος. ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: σουρεαλιστικά
46798σουρίσου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το σκούρο γκρίζο χρώμα: ταγεράκι γκρι-~. Πβ. ανθρακί, ποντικί. [< γαλλ. (gris) souris]
46799σουρίζωσου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούρι-ξα} (λαϊκό-λογοτ.): σφυρίζω: Το φίδι ~ξε.|| (μτφ.) Οι φλόγες ~αν τη νύχτα. [< αρχ. συρίζω]
46800σουρίμισου-ρί-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός συνήθ. σε μορφή στικ, από φτηνό ψιλοκομμένο άσπρο ψάρι, επεξεργασμένος ώστε να μοιάζει στη γεύση με πιο ακριβά θαλασσινά, όπως είναι ο αστακός και η γαρίδα: ~ καβουριού. [< αγγλ. surimi, 1973, γαλλ. ~, 1983]
46801σουρλουλού[σουρλουλοῦ] σουρ-λου-λού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) επιπόλαιη και αμφίβολης ηθικής γυναίκα. 2. (χαϊδευτ.) παιχνιδιάρα και πεταχτούλα: ~ μου εσύ. Βλ. -ού1. [< βεν. turlulu]
46802σουρντίνασουρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & σορντίνα: ΜΟΥΣ. εξάρτημα μουσικών οργάνων, κατάλληλο για την ελάττωση της έντασης του ήχου: ~ βιολιού/τρομπέτας. Βλ. πεντάλ. [< γαλλ. sourdine]
46803σούρνωβλ. σέρνω
46804σουρουκλεμέςσου-ρου-κλε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αλάνης. Βλ. -ές. [< τουρκ. sürüklenmek]
46805σούρουποσού-ρου-πο ουσ. (ουδ.) & σουρούπωμα: δειλινό. Πβ. λυκόφως, μούχρωμα. Βλ. σύθαμπο.
46806σουρουπώνεισου-ρου-πώ-νει ρ. (απρόσ.) {σουρούπωσε} (συνήθ. λογοτ.): αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, νυχτώνει. Πβ. βραδιάζει.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.