| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 46787 | σούρα1 | σού-ρα ουσ. (θηλ.): πτύχωση που δημιουργείται από το σούρωμα υφάσματος ή ενδύματος: διακοσμητική ~. ~ες της κουρτίνας (= πτυχές)/φούστας (= δίπλες). Πβ. σούφρα. ● Υποκ.: σουρίτσα (η) [< μεσν. σούρα] | |
| 46788 | σούρα2 | σού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεθύσι: Είναι μες στη ~. Δεν βλέπει από τη ~. Πβ. μέθη.|| (συνεκδ.) Έγινε ~ (= μέθυσε, σούρωσε). | |
| 46789 | σούρα3 | σού-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. καθένα από τα κεφάλαια του Κορανίου. [< αραβ. sūrah] | |
| 46790 | σουραύλι | σου-ραύ-λι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που μοιάζει με φλογέρα και ειδικότ. μικρός ποιμενικός αυλός: καλαμένιο/ξύλινο ~. Βλ. φλάουτο. [< σουραύλιν, 12ος αι.] | |
| 46791 | σουρβιά | βλ. σορβιά | |
| 46792 | σούρβο | [σοῦρβο] σούρ-βο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της σορβιάς. ● σούρβα (τα): ΛΑΟΓΡ. κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. | |
| 46793 | σούργελο | σούρ-γε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) : πρόσωπο με γελοία συμπεριφορά που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας: Είναι λίγο/μεγάλο ~ ο τύπος (βλ. είναι για τα πανηγύρια). Έγινε ~ (= γελοιοποιήθηκε). Πβ. νούμερο. | |
| 46794 | σουρεάλ | σου-ρε-άλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που είναι περίεργος, αλλόκοτος και μοιάζει εξωπραγματικός: ~ διάλογος. ~ κατάσταση/συζήτηση/φωτογραφία. ~ σκηνικό/συμβάν. ΣΥΝ. σουρεαλιστικός (2) [< γαλλ. surréel, 1924] | |
| 46795 | σουρεαλισμός | σου-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλισμός. | |
| 46796 | σουρεαλιστής | σου-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υπερρεαλιστής. | |
| 46797 | σουρεαλιστικός | , ή, ό σου-ρε-α-λι-στι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλιστικός: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/εικόνα/επανάσταση/ιστορία/κωμωδία/ταινία. ~ό: κίνημα/σκηνικό/χιούμορ. 2. σουρεάλ: ~ός: διάλογος. ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: σουρεαλιστικά | |
| 46798 | σουρί | σου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το σκούρο γκρίζο χρώμα: ταγεράκι γκρι-~. Πβ. ανθρακί, ποντικί. [< γαλλ. (gris) souris] | |
| 46799 | σουρίζω | σου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούρι-ξα} (λαϊκό-λογοτ.): σφυρίζω: Το φίδι ~ξε.|| (μτφ.) Οι φλόγες ~αν τη νύχτα. [< αρχ. συρίζω] | |
| 46800 | σουρίμι | σου-ρί-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός συνήθ. σε μορφή στικ, από φτηνό ψιλοκομμένο άσπρο ψάρι, επεξεργασμένος ώστε να μοιάζει στη γεύση με πιο ακριβά θαλασσινά, όπως είναι ο αστακός και η γαρίδα: ~ καβουριού. [< αγγλ. surimi, 1973, γαλλ. ~, 1983] | |
| 46801 | σουρλουλού | [σουρλουλοῦ] σουρ-λου-λού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) επιπόλαιη και αμφίβολης ηθικής γυναίκα. 2. (χαϊδευτ.) παιχνιδιάρα και πεταχτούλα: ~ μου εσύ. Βλ. -ού1. [< βεν. turlulu] | |
| 46802 | σουρντίνα | σουρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & σορντίνα: ΜΟΥΣ. εξάρτημα μουσικών οργάνων, κατάλληλο για την ελάττωση της έντασης του ήχου: ~ βιολιού/τρομπέτας. Βλ. πεντάλ. [< γαλλ. sourdine] | |
| 46803 | σούρνω | βλ. σέρνω | |
| 46804 | σουρουκλεμές | σου-ρου-κλε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αλάνης. Βλ. -ές. [< τουρκ. sürüklenmek] | |
| 46805 | σούρουπο | σού-ρου-πο ουσ. (ουδ.) & σουρούπωμα: δειλινό. Πβ. λυκόφως, μούχρωμα. Βλ. σύθαμπο. | |
| 46806 | σουρουπώνει | σου-ρου-πώ-νει ρ. (απρόσ.) {σουρούπωσε} (συνήθ. λογοτ.): αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, νυχτώνει. Πβ. βραδιάζει. | |