| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46776 | σούπερ πούμα | σού-περ πού-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. δικινητήριο ελικόπτερο μεσαίου μεγέθους με τέσσερις έλικες που χρησιμοποιείται στην πολιτική και στρατιωτική αεροπορία. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Super Puma] | |
| 46781 | σούπερ σταρ | σού-περ σταρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & σουπερστάρ (προφ.): διάσημο πρόσωπο της βιομηχανίας του θεάματος: ~ του μπάσκετ/της ποπ.|| (ως επίθ.) ~ ηθοποιός. Πβ. αστέρας, σταρ, φίρμα. [< αμερικ. superstar, 1914, γαλλ. ~, 1966] | |
| 46777 | σούπερμαν | σού-περ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. υπερήρωας των κόμικς. 2. (μτφ.-προφ.) υπεράνθρωπος. [< 1: αμερικ. Superman, 1938, γαλλ. superman, 1949 2: αγγλ. superman, 1903] | |
| 46780 | σουπερνόβα | σου-περ-νό-βα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σούπερ-νόβα: ΑΣΤΡΟΝ. αστρική έκρηξη με εξαιρετικά μεγάλη λάμψη η οποία απελευθερώνει τεράστια ποσότητα ενέργειας και αποτελεί το τελευταίο στάδιο στη ζωή ενός άστρου· συνεκδ. το αστέρι που εκρήγνυται. Βλ. νόβα. ΣΥΝ. υπερκαινοφανής (αστέρας) [< αγγλ. supernova, 1932, γαλλ. ~, 1949] | |
| 46782 | σουπιά | σου-πιά ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (γένος Sepia) που συγγενεύει με το καλαμάρι, έχει πεπλατυσμένο σώμα με οκτώ βραχίονες και δύο πλοκάμια και εκτοξεύει μελάνι, όταν απειλείται: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/κοκκινιστή/κρασάτη/με σπανάκι/στα κάρβουνα/στιφάδο/ψητή. 2. (μτφ.-οικ., για πρόσ.) πονηρός, ύπουλος: Είσαι μια ~ εσύ (= αλεπού)! [1: < 17ος αι. < αρχ. σηπία] | |
| 46783 | σουπιέρα | σου-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): βαθύ και συνήθ. μεγάλο επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της σούπας: γυάλινη/μικρή ~. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. soupière] | |
| 46784 | σουπίνο | σου-πί-νο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ρηματικό ουσιαστικό της λατινικής γλώσσας το οποίο, όταν συντάσσεται με ρήματα κινήσεως, τίθεται σε αιτιατική πτώση (κατάληξη -um) και δηλώνει σκοπό, ενώ, όταν συντάσσεται με επίθετα, τίθεται σε αφαιρετική (κατάληξη -u) και δηλώνει αναφορά. [< λατ. supinum] | |
| 46785 | σουπιοκόκαλο | σου-πιο-κό-κα-λο ουσ. (ουδ.): κόκαλο με πορώδη υφή που αποτελεί τον σκελετό της σουπιάς. | |
| 46786 | σουπλά | σου-πλά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στρογγυλή ή ορθογώνια βάση πάνω στην οποία τοποθετείται ζεστό σκεύος ή σερβίτσιο, για την προστασία του τραπεζιού ή του τραπεζομάντιλου: πλαστικά/υφασμάτινα/χάρτινα ~. ~ διπλής όψης. Σετ ~. Βλ. σουβέρ. [< γαλλ. dessous-de-plat] | |
| 46787 | σούρα1 | σού-ρα ουσ. (θηλ.): πτύχωση που δημιουργείται από το σούρωμα υφάσματος ή ενδύματος: διακοσμητική ~. ~ες της κουρτίνας (= πτυχές)/φούστας (= δίπλες). Πβ. σούφρα. ● Υποκ.: σουρίτσα (η) [< μεσν. σούρα] | |
| 46788 | σούρα2 | σού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεθύσι: Είναι μες στη ~. Δεν βλέπει από τη ~. Πβ. μέθη.|| (συνεκδ.) Έγινε ~ (= μέθυσε, σούρωσε). | |
| 46789 | σούρα3 | σού-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. καθένα από τα κεφάλαια του Κορανίου. [< αραβ. sūrah] | |
| 46790 | σουραύλι | σου-ραύ-λι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που μοιάζει με φλογέρα και ειδικότ. μικρός ποιμενικός αυλός: καλαμένιο/ξύλινο ~. Βλ. φλάουτο. [< σουραύλιν, 12ος αι.] | |
| 46791 | σουρβιά | βλ. σορβιά | |
| 46792 | σούρβο | [σοῦρβο] σούρ-βο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της σορβιάς. ● σούρβα (τα): ΛΑΟΓΡ. κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. | |
| 46793 | σούργελο | σούρ-γε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) : πρόσωπο με γελοία συμπεριφορά που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας: Είναι λίγο/μεγάλο ~ ο τύπος (βλ. είναι για τα πανηγύρια). Έγινε ~ (= γελοιοποιήθηκε). Πβ. νούμερο. | |
| 46794 | σουρεάλ | σου-ρε-άλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που είναι περίεργος, αλλόκοτος και μοιάζει εξωπραγματικός: ~ διάλογος. ~ κατάσταση/συζήτηση/φωτογραφία. ~ σκηνικό/συμβάν. ΣΥΝ. σουρεαλιστικός (2) [< γαλλ. surréel, 1924] | |
| 46795 | σουρεαλισμός | σου-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλισμός. | |
| 46796 | σουρεαλιστής | σου-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.): υπερρεαλιστής. | |
| 46797 | σουρεαλιστικός | , ή, ό σου-ρε-α-λι-στι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υπερρεαλιστικός: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/εικόνα/επανάσταση/ιστορία/κωμωδία/ταινία. ~ό: κίνημα/σκηνικό/χιούμορ. 2. σουρεάλ: ~ός: διάλογος. ~ή: κατάσταση. ● επίρρ.: σουρεαλιστικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ