| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46807 | σούρσιμο | βλ. σύρσιμο | |
| 46808 | σούρτα-φέρτα | σούρ-τα φέρ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): συνεχείς επισκέψεις ή μετακινήσεις με στόχο κυρ. την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων: Όλο ~ είναι. Χωρίς πολλά ~ ~. Πβ. πήγαινε-έλα. | |
| 46809 | σουρτούκης | σουρ-τού-κης ουσ. (αρσ.) {συχνότ. θηλ. σουρτούκω, σουρτούκα} (λαϊκό): άτομο που του αρέσει να τριγυρίζει άσκοπα, να περιπλανιέται, να σουλατσάρει. ΣΥΝ. σουλατσαδόρος [< τουρκ. sürtük] | |
| 46810 | σούρωμα | σού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. πτύχωση από μάζεμα υφάσματος ή σχηματισμός ρυτίδων. 2. στράγγισμα: Μετά το ~, περιχύστε τα ζυμαρικά με λάδι. 3. (προφ.) σούρα. Πβ. μεθύσι. [< μεσν. σούρωμα] | |
| 46811 | σουρωμένος | , η, ο σου-ρω-μέ-νος επίθ. 1. στραγγισμένος: ~ο: γάλα/τσάι. Πβ. σουρωτός. 2. ζαρωμένος, που σχηματίζει σούρες. 3. (προφ.) μεθυσμένος: Γύρισε σπίτι εντελώς ~η. | |
| 46812 | σουρώνω1 | σου-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σε, -μένος} 1. στραγγίζω, φιλτράρω με σουρωτήρι: ~ετε τον ζωμό. 2. (για ύφασμα ή ένδυμα) κάνω σούρα: Μπλούζα που ~ει στο μπούστο. Πβ. μαζεύω, μπαίνω. || (μτφ. για πρόσ.) αποκτώ ρυτίδες λόγω υπερβολικού αδυνατίσματος· ζαρώνω, σουφρώνω: [< 17ος αι. ‘στραγγίζω, αδυνατίζω’ < μτγν. σειρῶ] | |
| 46813 | σουρώνω2 | σου-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σα, -μένος} (προφ.): μεθώ υπερβολικά. ΣΥΝ. τα κοπανάω | |
| 46814 | σουρωτήρι | σου-ρω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. μαγειρικό κοίλο σκεύος με διάτρητη βάση ή πλέγμα, κατάλληλο για το στράγγισμα φαγητών ή το φιλτράρισμα αφεψημάτων: ανοξείδωτο/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ τσαγιού. ~ για μακαρόνια. Βλ. -τήρι, κόσκινο, φίλτρο. ΣΥΝ. στραγγιστήρι, τρυπητήρι (2) 2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε έχει γεμίσει με τρύπες: Τα κουνούπια τον έκαναν ~ από τα τσιμπήματα. Το αυτοκίνητο έγινε ~ από τις σφαίρες.|| Έχει μυαλό/μνήμη ~ (: ξεχνάει εύκολα). 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) που καταναλώνει πολύ αλκοόλ. Πβ. μέθυσος, μπεκρής. ● ΦΡ.: άμυνα χωνί/σουρωτήρι βλ. άμυνα | |
| 46815 | σουρωτός | , ή, ό σου-ρω-τός επίθ. 1. (για ρούχο ή ύφασμα) που έχει σούρες: ~ή: φούστα. ~ές: μπότες. 2. που τον έχουν σουρώσει· στραγγιστός: ~ός: καφές. ~ό: γιαούρτι. | |
| 46816 | σους | βλ. σουτ2 | |
| 46817 | σουσαμάτο | [σουσαμᾶτο] σου-σα-μά-το ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.): ΖΑΧΑΡ. παστέλι. Βλ. -άτο. | |
| 46818 | σουσαμέλαιο | βλ. σησαμέλαιο | |
| 46819 | σουσαμένιος | , ια, ιο σου-σα-μέ-νιος επίθ.: που είναι από σουσάμι ή το περιέχει: ~ιος: χαλβάς. Κοτόπουλο με ~ια κρούστα. Βλ. -ένιος. | |
| 46820 | σουσάμι | σου-σά-μι ουσ. (ουδ.) {σουσαμ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ο εδώδιμος σπόρος της σουσαμιάς που χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή αρτοσκευασμάτων και γλυκών: αλεσμένο (βλ. ταχίνι)/αναποφλοίωτο/άσπρο/καβουρδισμένο/μαύρο/ψημένο ~. Κουλούρι/κριτσίνι/παστέλι με ~. Κρούστα/λάδι (= σησαμέλαιο)/σπόροι ~ιού. Πασπαλίζουμε με ~. Πβ. σησάμι. [< τουρκ. susam] | |
| 46821 | σουσαμιά | σου-σα-μιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μονοετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Sesamum indicum), μικρό σε μέγεθος, που ευδοκιμεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές και παράγει σουσάμι. | |
| 46822 | σουσαμόλαδο | σου-σα-μό-λα-δο ουσ. (ουδ.) & σαμόλαδο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σησαμέλαιο. | |
| 46823 | σούσι | σού-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνικό φαγητό από κρύο βρασμένο ρύζι με κομμάτια ωμού ψαριού ή σπανιότ. θαλασσινών, συνήθ. σε μπουκιές τυλιγμένες σε αποξηραμένα φύκια: ~ μπαρ. ~ με λαχανικά. Βλ. σασίμι, τεμπούρα. [< αγγλ. sushi, γαλλ. ~, 1971] | |
| 46824 | σουσού | [σουσοῦ] σου-σού ουσ. (θηλ.) (οικ.): για γυναίκα που συμπεριφέρεται επιδεικτικά σαν αριστοκράτισσα ή σπανιότ. για κορίτσι που μιμείται το παραπάνω φέρσιμο. Βλ. -ού1. [< γαλλ. chouchou] | |
| 46825 | σουσουδίστικος | , η, ο σου-σου-δί-στι-κος επίθ. (προφ.): σνομπ, υπεροπτικός: ~ο: ύφος. Βλ. -ίστικος. | |
| 46826 | σουσούμι | σου-σού-μι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. ξεχωριστό γνώρισμα ή σημάδι: ~ του προσώπου του είναι μια ελιά στο μάγουλο. Έχει πάρει τα ~ια (: χαρακτηριστικά) των γονιών του. 2. παρατσούκλι. [< μεσν. σουσούμι(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ