| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46798 | σουρί | σου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το σκούρο γκρίζο χρώμα: ταγεράκι γκρι-~. Πβ. ανθρακί, ποντικί. [< γαλλ. (gris) souris] | |
| 46799 | σουρίζω | σου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούρι-ξα} (λαϊκό-λογοτ.): σφυρίζω: Το φίδι ~ξε.|| (μτφ.) Οι φλόγες ~αν τη νύχτα. [< αρχ. συρίζω] | |
| 46800 | σουρίμι | σου-ρί-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός συνήθ. σε μορφή στικ, από φτηνό ψιλοκομμένο άσπρο ψάρι, επεξεργασμένος ώστε να μοιάζει στη γεύση με πιο ακριβά θαλασσινά, όπως είναι ο αστακός και η γαρίδα: ~ καβουριού. [< αγγλ. surimi, 1973, γαλλ. ~, 1983] | |
| 46801 | σουρλουλού | [σουρλουλοῦ] σουρ-λου-λού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) επιπόλαιη και αμφίβολης ηθικής γυναίκα. 2. (χαϊδευτ.) παιχνιδιάρα και πεταχτούλα: ~ μου εσύ. Βλ. -ού1. [< βεν. turlulu] | |
| 46802 | σουρντίνα | σουρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & σορντίνα: ΜΟΥΣ. εξάρτημα μουσικών οργάνων, κατάλληλο για την ελάττωση της έντασης του ήχου: ~ βιολιού/τρομπέτας. Βλ. πεντάλ. [< γαλλ. sourdine] | |
| 46803 | σούρνω | βλ. σέρνω | |
| 46804 | σουρουκλεμές | σου-ρου-κλε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αλάνης. Βλ. -ές. [< τουρκ. sürüklenmek] | |
| 46805 | σούρουπο | σού-ρου-πο ουσ. (ουδ.) & σουρούπωμα: δειλινό. Πβ. λυκόφως, μούχρωμα. Βλ. σύθαμπο. | |
| 46806 | σουρουπώνει | σου-ρου-πώ-νει ρ. (απρόσ.) {σουρούπωσε} (συνήθ. λογοτ.): αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, νυχτώνει. Πβ. βραδιάζει. | |
| 46807 | σούρσιμο | βλ. σύρσιμο | |
| 46808 | σούρτα-φέρτα | σούρ-τα φέρ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): συνεχείς επισκέψεις ή μετακινήσεις με στόχο κυρ. την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων: Όλο ~ είναι. Χωρίς πολλά ~ ~. Πβ. πήγαινε-έλα. | |
| 46809 | σουρτούκης | σουρ-τού-κης ουσ. (αρσ.) {συχνότ. θηλ. σουρτούκω, σουρτούκα} (λαϊκό): άτομο που του αρέσει να τριγυρίζει άσκοπα, να περιπλανιέται, να σουλατσάρει. ΣΥΝ. σουλατσαδόρος [< τουρκ. sürtük] | |
| 46810 | σούρωμα | σού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. πτύχωση από μάζεμα υφάσματος ή σχηματισμός ρυτίδων. 2. στράγγισμα: Μετά το ~, περιχύστε τα ζυμαρικά με λάδι. 3. (προφ.) σούρα. Πβ. μεθύσι. [< μεσν. σούρωμα] | |
| 46811 | σουρωμένος | , η, ο σου-ρω-μέ-νος επίθ. 1. στραγγισμένος: ~ο: γάλα/τσάι. Πβ. σουρωτός. 2. ζαρωμένος, που σχηματίζει σούρες. 3. (προφ.) μεθυσμένος: Γύρισε σπίτι εντελώς ~η. | |
| 46812 | σουρώνω1 | σου-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σε, -μένος} 1. στραγγίζω, φιλτράρω με σουρωτήρι: ~ετε τον ζωμό. 2. (για ύφασμα ή ένδυμα) κάνω σούρα: Μπλούζα που ~ει στο μπούστο. Πβ. μαζεύω, μπαίνω. || (μτφ. για πρόσ.) αποκτώ ρυτίδες λόγω υπερβολικού αδυνατίσματος· ζαρώνω, σουφρώνω: [< 17ος αι. ‘στραγγίζω, αδυνατίζω’ < μτγν. σειρῶ] | |
| 46813 | σουρώνω2 | σου-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σα, -μένος} (προφ.): μεθώ υπερβολικά. ΣΥΝ. τα κοπανάω | |
| 46814 | σουρωτήρι | σου-ρω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. μαγειρικό κοίλο σκεύος με διάτρητη βάση ή πλέγμα, κατάλληλο για το στράγγισμα φαγητών ή το φιλτράρισμα αφεψημάτων: ανοξείδωτο/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ τσαγιού. ~ για μακαρόνια. Βλ. -τήρι, κόσκινο, φίλτρο. ΣΥΝ. στραγγιστήρι, τρυπητήρι (2) 2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε έχει γεμίσει με τρύπες: Τα κουνούπια τον έκαναν ~ από τα τσιμπήματα. Το αυτοκίνητο έγινε ~ από τις σφαίρες.|| Έχει μυαλό/μνήμη ~ (: ξεχνάει εύκολα). 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) που καταναλώνει πολύ αλκοόλ. Πβ. μέθυσος, μπεκρής. ● ΦΡ.: άμυνα χωνί/σουρωτήρι βλ. άμυνα | |
| 46815 | σουρωτός | , ή, ό σου-ρω-τός επίθ. 1. (για ρούχο ή ύφασμα) που έχει σούρες: ~ή: φούστα. ~ές: μπότες. 2. που τον έχουν σουρώσει· στραγγιστός: ~ός: καφές. ~ό: γιαούρτι. | |
| 46816 | σους | βλ. σουτ2 | |
| 46817 | σουσαμάτο | [σουσαμᾶτο] σου-σα-μά-το ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.): ΖΑΧΑΡ. παστέλι. Βλ. -άτο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ