Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47340-47360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46798σουρίσου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το σκούρο γκρίζο χρώμα: ταγεράκι γκρι-~. Πβ. ανθρακί, ποντικί. [< γαλλ. (gris) souris]
46799σουρίζωσου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σούρι-ξα} (λαϊκό-λογοτ.): σφυρίζω: Το φίδι ~ξε.|| (μτφ.) Οι φλόγες ~αν τη νύχτα. [< αρχ. συρίζω]
46800σουρίμισου-ρί-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολτός συνήθ. σε μορφή στικ, από φτηνό ψιλοκομμένο άσπρο ψάρι, επεξεργασμένος ώστε να μοιάζει στη γεύση με πιο ακριβά θαλασσινά, όπως είναι ο αστακός και η γαρίδα: ~ καβουριού. [< αγγλ. surimi, 1973, γαλλ. ~, 1983]
46801σουρλουλού[σουρλουλοῦ] σουρ-λου-λού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) επιπόλαιη και αμφίβολης ηθικής γυναίκα. 2. (χαϊδευτ.) παιχνιδιάρα και πεταχτούλα: ~ μου εσύ. Βλ. -ού1. [< βεν. turlulu]
46802σουρντίνασουρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & σορντίνα: ΜΟΥΣ. εξάρτημα μουσικών οργάνων, κατάλληλο για την ελάττωση της έντασης του ήχου: ~ βιολιού/τρομπέτας. Βλ. πεντάλ. [< γαλλ. sourdine]
46803σούρνωβλ. σέρνω
46804σουρουκλεμέςσου-ρου-κλε-μές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αλάνης. Βλ. -ές. [< τουρκ. sürüklenmek]
46805σούρουποσού-ρου-πο ουσ. (ουδ.) & σουρούπωμα: δειλινό. Πβ. λυκόφως, μούχρωμα. Βλ. σύθαμπο.
46806σουρουπώνεισου-ρου-πώ-νει ρ. (απρόσ.) {σουρούπωσε} (συνήθ. λογοτ.): αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, νυχτώνει. Πβ. βραδιάζει.
46807σούρσιμοβλ. σύρσιμο
46808σούρτα-φέρτασούρ-τα φέρ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): συνεχείς επισκέψεις ή μετακινήσεις με στόχο κυρ. την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων: Όλο ~ είναι. Χωρίς πολλά ~ ~. Πβ. πήγαινε-έλα.
46809σουρτούκηςσουρ-τού-κης ουσ. (αρσ.) {συχνότ. θηλ. σουρτούκω, σουρτούκα} (λαϊκό): άτομο που του αρέσει να τριγυρίζει άσκοπα, να περιπλανιέται, να σουλατσάρει. ΣΥΝ. σουλατσαδόρος [< τουρκ. sürtük]
46810σούρωμασού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. πτύχωση από μάζεμα υφάσματος ή σχηματισμός ρυτίδων. 2. στράγγισμα: Μετά το ~, περιχύστε τα ζυμαρικά με λάδι. 3. (προφ.) σούρα. Πβ. μεθύσι. [< μεσν. σούρωμα]
46811σουρωμένος, η, ο σου-ρω-μέ-νος επίθ. 1. στραγγισμένος: ~ο: γάλα/τσάι. Πβ. σουρωτός. 2. ζαρωμένος, που σχηματίζει σούρες. 3. (προφ.) μεθυσμένος: Γύρισε σπίτι εντελώς ~η.
46812σουρώνω1σου-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σε, -μένος} 1. στραγγίζω, φιλτράρω με σουρωτήρι: ~ετε τον ζωμό. 2. (για ύφασμα ή ένδυμα) κάνω σούρα: Μπλούζα που ~ει στο μπούστο. Πβ. μαζεύω, μπαίνω. || (μτφ. για πρόσ.) αποκτώ ρυτίδες λόγω υπερβολικού αδυνατίσματος· ζαρώνω, σουφρώνω: [< 17ος αι. ‘στραγγίζω, αδυνατίζω’ < μτγν. σειρῶ]
46813σουρώνω2 σου-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {σουρών-ει ... | σούρω-σα, -μένος} (προφ.): μεθώ υπερβολικά. ΣΥΝ. τα κοπανάω
46814σουρωτήρισου-ρω-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. μαγειρικό κοίλο σκεύος με διάτρητη βάση ή πλέγμα, κατάλληλο για το στράγγισμα φαγητών ή το φιλτράρισμα αφεψημάτων: ανοξείδωτο/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ τσαγιού. ~ για μακαρόνια. Βλ. -τήρι, κόσκινο, φίλτρο. ΣΥΝ. στραγγιστήρι, τρυπητήρι (2) 2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε έχει γεμίσει με τρύπες: Τα κουνούπια τον έκαναν ~ από τα τσιμπήματα. Το αυτοκίνητο έγινε ~ από τις σφαίρες.|| Έχει μυαλό/μνήμη ~ (: ξεχνάει εύκολα). 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) που καταναλώνει πολύ αλκοόλ. Πβ. μέθυσος, μπεκρής. ● ΦΡ.: άμυνα χωνί/σουρωτήρι βλ. άμυνα
46815σουρωτός, ή, ό σου-ρω-τός επίθ. 1. (για ρούχο ή ύφασμα) που έχει σούρες: ~ή: φούστα. ~ές: μπότες. 2. που τον έχουν σουρώσει· στραγγιστός: ~ός: καφές. ~ό: γιαούρτι.
46816σουςβλ. σουτ2
46817σουσαμάτο[σουσαμᾶτο] σου-σα-μά-το ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.): ΖΑΧΑΡ. παστέλι. Βλ. -άτο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.