| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46827 | σουσουράδα | σου-σου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό μεταναστευτικό πτηνό (οικογ. Motacillidae) που έχει χαρακτηριστικά στενή και μακριά ουρά την οποία κουνά πάνω κάτω. Βλ. εδαφόβιος, κελαδά. ΣΥΝ. τσιλιβήθρα (2) 2. (μτφ.-χαϊδευτ.) νεαρή κοπέλα ή κορίτσι με ναζιάρικη και φιλάρεσκη συμπεριφορά. Βλ. τσαχπίνης. ● Υποκ.: σουσουραδίτσα (η) [< μεσν. σουσουράδα] | |
| 46828 | σούσουρο | σού-σου-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) έντονη και συνήθ. αρνητική φημολογία: Έγινε μεγάλο ~ για ... Έχει προκαλέσει ~ με τις πράξεις του. Πβ. θόρυβος, ντόρος, σάλος. Βλ. σκάνδαλο. 2. χαμηλόφωνη ταυτόχρονη ομιλία· ψιθύρισμα: Τον ενοχλούσε το ~ που γινόταν έξω στους δρόμους. [< ιταλ. sussurro] | |
| 46829 | σούστα | σού-στα ουσ. (θηλ.) 1. ελατήριο στρώματος: σπασμένη ~. 2. μικρό στρογγυλό μεταλλικό εξάρτημα που αποτελείται από δύο κομμάτια, από τα οποία το ένα έχει προεξοχή για να μπαίνει με πίεση στην κοιλότητα του άλλου, ώστε να συγκρατούν τα μέρη ενός ρούχου· πρεσαριστό κουμπί. Βλ. κόπιτσα. 3. παραδοσιακός, κυρ. κρητικός, πηδηχτός γρήγορος χορός, ο οποίος ξεκινά ως κυκλικός και καταλήγει αντικριστός. Βλ. μαλεβιζιώτης, πεντοζάλης. 4. (παλαιότ.) δίτροχο μόνιππο. [< 1: 15ος αι. < βεν. susta ‘τροχαλία’] | |
| 46830 | σουτ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το χάντμπολ) λάκτισμα ή ρίψη της μπάλας προς το αντίπαλο τέρμα ή καλάθι: άπιαστο/αριστερό (= με το αριστερό πόδι ή χέρι)/άστοχο/άτεχνο/γυριστό/δεξί/διαγώνιο/δυνατό/ελεύθερο/ευθύβολο/μακρινό/πλασαριστό/σκαφτό/συρτό/τεχνικό/φαλτσαριστό/φιλόδοξο/χαμηλό/χλιαρό (= αδύναμο)/ψηλοκρεμαστό ~. ~ εκτός/εντός περιοχής. ~ από ευνοϊκή θέση/εν κινήσει. ~ που έφυγε άουτ. Δοκίμασε/έκανε/έπιασε/επιχείρησε/έριξε ~ (= σούταρε). Βλ. βολ-πλανέ.|| (μόνο στο μπάσκετ) ~ δύο/τριών πόντων (βλ. δί-, τρί-ποντο). Πβ. βολή.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κεραυνός/-μπανάνα/-(φωτο)βολίδα. Σέντρα-~. ● Υποκ.: σουτάκι (το) ● Μεγεθ.: σουτάρα (η) ● ΦΡ.: σουτ εκτός ισορροπίας (κυρ. στο μπάσκετ): που επιχειρείται από παίκτη τη στιγμή που χάνει την ισορροπία του: Ευστόχησε με/σε ~ ~. [< αμερικ. off balance shot] , τρώω σουτ (αργκό-ειρων.): (για πρόσ.) με διώχνουν βίαια· (σπανιότ. για πράγμα που) πετιέται: Έφαγε ~ από την εταιρεία/το κόμμα (: πήρε δρόμο, τον πέταξαν έξω με τις κλοτσιές).|| Η τηλεόραση έφαγε ~. [< αγγλ. shoot] | |
| 46831 | σουτ2 | επιφών. & (σπάν.) σους: (ως προτροπή/προσταγή) σκασμός, ησυχία, τσιμουδιά!: ~! Μη μιλάς δυνατά, θα ξυπνήσεις το παιδί! Πβ. κιχ, μόκο, σιωπή! [< λ. ηχομιμητ., πβ. γαλλ. chut] | |
| 46832 | σουτάρισμα | σου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουτάρω: ~ και κεφαλιά. Πβ. κλοτσιά, λάκτισμα, σουτ1.|| (αργκό) Έφαγε ~ (= απολύθηκε· πβ. αποπομπή, διώξιμο, εκδίωξη). Είχε ένα αυτοκίνητο για ~ (= απόσυρση, πέταμα). Βλ. -ισμα. | |
| 46833 | σουτάρω | σου-τά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σούταρ-α (σπάν.) -ισα, -ισμένος, σουτάρ-οντας} & (σπάν.) σουτέρνω 1. ΑΘΛ. κάνω σουτ: (στο ποδόσφαιρο) ~ε έξω από τη μεγάλη περιοχή/από το σημείο του πέναλτι. (στο μπάσκετ) ~ε το τελευταίο τρίποντο. 2. (αργκό) απολύω: Τον ~αν από την επιχείρηση. Πβ. αποπέμπω, διώχνω.|| (κατ' επέκτ.) Την ~ε (= τη χώρισε). 3. (αργκό) πετώ, ξεφορτώνομαι κάτι περιττό, άχρηστο: ~ε τον παλιό του υπολογιστή. | |
| 46834 | σουτέρ | σου-τέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο ή στο μπάσκετ) παίκτης που σουτάρει ή ειδικότ. που έχει ικανότητα στο σκοράρισμα: δεινός ~. Πβ. γκολτζής. Βλ. σκόρερ. [< αγγλ. shooter] | |
| 46835 | σουτέρνω | βλ. σουτάρω | |
| 46836 | σουτζουκάκια | σου-τζου-κά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σουτζουκάκι}: ΜΑΓΕΙΡ. κεφτεδάκια, συνήθ. μακρόστενα, με μπαχαρικά, κυρ. κύμινο, τα οποία πρώτα τηγανίζονται και μετά μαγειρεύονται στην κατσαρόλα με σάλτσα ντομάτας: σμυρναίικα ~. | |
| 46837 | σουτζούκι | σου-τζού-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποξηραμένο, πικάντικο λουκάνικο με λίγα λιπαρά: αρμένικο ~. 2. ΖΑΧΑΡ. γλυκό σε μακρόστενο σχήμα, από ξεραμένη μουσταλευριά, που στεγνώνει πάνω σε κλωστή στην οποία έχουν περαστεί καρύδια ή σπανιότ. αμύγδαλα. Βλ. ραχάτ-λουκούμ. 3. (σπάν.) σουτζουκάκι. [< τουρκ. sucuk] | |
| 46838 | σουτιέν | σου-τιέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο εσώρουχο που φοριέται στο στήθος, για να το συγκρατεί: δαντελωτό/ενισχυμένο ~. ~ με επένδυση/με μπανέλα/στράπλες. ΣΥΝ. στηθόδεσμος [< γαλλ. soutien-gorge, περ. 1904] | |
| 46839 | σούτινγκ γκαρντ | σού-τινγκ γκαρντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ., άκλ.}: ΑΘΛ. παίκτης ομάδας μπάσκετ που σουτάρει από την περιφέρεια· η αντίστοιχη θέση. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πίβοτ, πλέι μέικερ, πόιντ γκαρντ, σέντερ, σμολ φόργουορντ. ΣΥΝ. δυάρι (2) [< αμερικ. shooting guard, 1914] | |
| 46840 | σούφι | σού-φι ουσ. (αρσ.) {ακλ.}: οπαδός του σουφισμού. Βλ. σι-, σουν-ίτης. [< γαλλ. soufi] | |
| 46841 | σουφισμός | σου-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ισλαμικός μυστικισμός και ειδικότ. μουσουλμανική αίρεση με βασικά χαρακτηριστικά την ασκητική ζωή και τον διαλογισμό. Βλ. σι-, σουν-ισμός. [< γαλλ. soufisme] | |
| 46842 | σουφλέ | σου-φλέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό ή γλυκό που έχει ως βασικό συστατικό την κρέμα γάλακτος, ψήνεται σε φούρνο και σερβίρεται ζεστό, μόλις φουσκώσει: σπανάκι ~. ~ ζυμαρικών/με μανιτάρια/με τυρί.|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ σοκολάτας. [< γαλλ. soufflé] | |
| 46843 | σούφρα | σού-φρα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) πτυχή, ζάρα και ειδικότ. ρυτίδα. Πβ. δίπλα, σούρα. 2. (αργκό) πρωκτικός σφιγκτήρας. 3. (αργκό) κλέψιμο. ΣΥΝ. σούφρωμα (2) [< 1: 16ος αι.] | |
| 46844 | σουφραζέτα | σου-φρα-ζέ-τα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): αγωνίστρια στην Αγγλία η οποία στις αρχές του 20ού αι. μαχόταν για το δικαίωμα της γυναικείας ψήφου μέχρι την κατοχύρωσή του το 1928· κατ' επέκτ. φεμινίστρια. Βλ. -έτα. [< γαλλ. suffragette, 1907] | |
| 46845 | σούφρωμα | σού-φρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουφρώνω: ~ μετώπου (= ζάρωμα)/μύτης.|| ~ υφάσματος. Πβ. πτύχωση, ρυτίδωση. 2. (αργκό) κλοπή που γίνεται χωρίς να το πάρει κάποιος είδηση: ~ κινητού. Πβ. ξάφρισμα. ΣΥΝ. σούφρα (3) | |
| 46846 | σουφρώνω | σου-φρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σούφρω-σα, -μένος} 1. κάνω κάτι να ζαρώσει ή γεμίζω ζάρες: ~σε τη μούρη (πβ. κατσουφιάζω)/τα φρύδια (πβ. συνοφρυώνομαι)/τα χείλη.|| (σπάν., για ύφασμα ή ένδυμα) Το ρούχο ~σε (πβ. μπαίνω). 2. (αργκό) κλέβω, αρπάζω κάτι χωρίς να γίνω αντιληπτός: ~σε ... ευρώ. Μου ~σαν το πορτοφόλι/την τσάντα. Πβ. βουτώ, ξαφρίζω, τσεπώνω. [< 1: 15ος αι. ‘αποκτώ ρυτίδες’ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ