| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46818 | σουσαμέλαιο | βλ. σησαμέλαιο | |
| 46819 | σουσαμένιος | , ια, ιο σου-σα-μέ-νιος επίθ.: που είναι από σουσάμι ή το περιέχει: ~ιος: χαλβάς. Κοτόπουλο με ~ια κρούστα. Βλ. -ένιος. | |
| 46820 | σουσάμι | σου-σά-μι ουσ. (ουδ.) {σουσαμ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ο εδώδιμος σπόρος της σουσαμιάς που χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή αρτοσκευασμάτων και γλυκών: αλεσμένο (βλ. ταχίνι)/αναποφλοίωτο/άσπρο/καβουρδισμένο/μαύρο/ψημένο ~. Κουλούρι/κριτσίνι/παστέλι με ~. Κρούστα/λάδι (= σησαμέλαιο)/σπόροι ~ιού. Πασπαλίζουμε με ~. Πβ. σησάμι. [< τουρκ. susam] | |
| 46821 | σουσαμιά | σου-σα-μιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μονοετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Sesamum indicum), μικρό σε μέγεθος, που ευδοκιμεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές και παράγει σουσάμι. | |
| 46822 | σουσαμόλαδο | σου-σα-μό-λα-δο ουσ. (ουδ.) & σαμόλαδο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σησαμέλαιο. | |
| 46823 | σούσι | σού-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνικό φαγητό από κρύο βρασμένο ρύζι με κομμάτια ωμού ψαριού ή σπανιότ. θαλασσινών, συνήθ. σε μπουκιές τυλιγμένες σε αποξηραμένα φύκια: ~ μπαρ. ~ με λαχανικά. Βλ. σασίμι, τεμπούρα. [< αγγλ. sushi, γαλλ. ~, 1971] | |
| 46824 | σουσού | [σουσοῦ] σου-σού ουσ. (θηλ.) (οικ.): για γυναίκα που συμπεριφέρεται επιδεικτικά σαν αριστοκράτισσα ή σπανιότ. για κορίτσι που μιμείται το παραπάνω φέρσιμο. Βλ. -ού1. [< γαλλ. chouchou] | |
| 46825 | σουσουδίστικος | , η, ο σου-σου-δί-στι-κος επίθ. (προφ.): σνομπ, υπεροπτικός: ~ο: ύφος. Βλ. -ίστικος. | |
| 46826 | σουσούμι | σου-σού-μι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. ξεχωριστό γνώρισμα ή σημάδι: ~ του προσώπου του είναι μια ελιά στο μάγουλο. Έχει πάρει τα ~ια (: χαρακτηριστικά) των γονιών του. 2. παρατσούκλι. [< μεσν. σουσούμι(ν)] | |
| 46827 | σουσουράδα | σου-σου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό μεταναστευτικό πτηνό (οικογ. Motacillidae) που έχει χαρακτηριστικά στενή και μακριά ουρά την οποία κουνά πάνω κάτω. Βλ. εδαφόβιος, κελαδά. ΣΥΝ. τσιλιβήθρα (2) 2. (μτφ.-χαϊδευτ.) νεαρή κοπέλα ή κορίτσι με ναζιάρικη και φιλάρεσκη συμπεριφορά. Βλ. τσαχπίνης. ● Υποκ.: σουσουραδίτσα (η) [< μεσν. σουσουράδα] | |
| 46828 | σούσουρο | σού-σου-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) έντονη και συνήθ. αρνητική φημολογία: Έγινε μεγάλο ~ για ... Έχει προκαλέσει ~ με τις πράξεις του. Πβ. θόρυβος, ντόρος, σάλος. Βλ. σκάνδαλο. 2. χαμηλόφωνη ταυτόχρονη ομιλία· ψιθύρισμα: Τον ενοχλούσε το ~ που γινόταν έξω στους δρόμους. [< ιταλ. sussurro] | |
| 46829 | σούστα | σού-στα ουσ. (θηλ.) 1. ελατήριο στρώματος: σπασμένη ~. 2. μικρό στρογγυλό μεταλλικό εξάρτημα που αποτελείται από δύο κομμάτια, από τα οποία το ένα έχει προεξοχή για να μπαίνει με πίεση στην κοιλότητα του άλλου, ώστε να συγκρατούν τα μέρη ενός ρούχου· πρεσαριστό κουμπί. Βλ. κόπιτσα. 3. παραδοσιακός, κυρ. κρητικός, πηδηχτός γρήγορος χορός, ο οποίος ξεκινά ως κυκλικός και καταλήγει αντικριστός. Βλ. μαλεβιζιώτης, πεντοζάλης. 4. (παλαιότ.) δίτροχο μόνιππο. [< 1: 15ος αι. < βεν. susta ‘τροχαλία’] | |
| 46830 | σουτ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το χάντμπολ) λάκτισμα ή ρίψη της μπάλας προς το αντίπαλο τέρμα ή καλάθι: άπιαστο/αριστερό (= με το αριστερό πόδι ή χέρι)/άστοχο/άτεχνο/γυριστό/δεξί/διαγώνιο/δυνατό/ελεύθερο/ευθύβολο/μακρινό/πλασαριστό/σκαφτό/συρτό/τεχνικό/φαλτσαριστό/φιλόδοξο/χαμηλό/χλιαρό (= αδύναμο)/ψηλοκρεμαστό ~. ~ εκτός/εντός περιοχής. ~ από ευνοϊκή θέση/εν κινήσει. ~ που έφυγε άουτ. Δοκίμασε/έκανε/έπιασε/επιχείρησε/έριξε ~ (= σούταρε). Βλ. βολ-πλανέ.|| (μόνο στο μπάσκετ) ~ δύο/τριών πόντων (βλ. δί-, τρί-ποντο). Πβ. βολή.|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κεραυνός/-μπανάνα/-(φωτο)βολίδα. Σέντρα-~. ● Υποκ.: σουτάκι (το) ● Μεγεθ.: σουτάρα (η) ● ΦΡ.: σουτ εκτός ισορροπίας (κυρ. στο μπάσκετ): που επιχειρείται από παίκτη τη στιγμή που χάνει την ισορροπία του: Ευστόχησε με/σε ~ ~. [< αμερικ. off balance shot] , τρώω σουτ (αργκό-ειρων.): (για πρόσ.) με διώχνουν βίαια· (σπανιότ. για πράγμα που) πετιέται: Έφαγε ~ από την εταιρεία/το κόμμα (: πήρε δρόμο, τον πέταξαν έξω με τις κλοτσιές).|| Η τηλεόραση έφαγε ~. [< αγγλ. shoot] | |
| 46831 | σουτ2 | επιφών. & (σπάν.) σους: (ως προτροπή/προσταγή) σκασμός, ησυχία, τσιμουδιά!: ~! Μη μιλάς δυνατά, θα ξυπνήσεις το παιδί! Πβ. κιχ, μόκο, σιωπή! [< λ. ηχομιμητ., πβ. γαλλ. chut] | |
| 46832 | σουτάρισμα | σου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουτάρω: ~ και κεφαλιά. Πβ. κλοτσιά, λάκτισμα, σουτ1.|| (αργκό) Έφαγε ~ (= απολύθηκε· πβ. αποπομπή, διώξιμο, εκδίωξη). Είχε ένα αυτοκίνητο για ~ (= απόσυρση, πέταμα). Βλ. -ισμα. | |
| 46833 | σουτάρω | σου-τά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σούταρ-α (σπάν.) -ισα, -ισμένος, σουτάρ-οντας} & (σπάν.) σουτέρνω 1. ΑΘΛ. κάνω σουτ: (στο ποδόσφαιρο) ~ε έξω από τη μεγάλη περιοχή/από το σημείο του πέναλτι. (στο μπάσκετ) ~ε το τελευταίο τρίποντο. 2. (αργκό) απολύω: Τον ~αν από την επιχείρηση. Πβ. αποπέμπω, διώχνω.|| (κατ' επέκτ.) Την ~ε (= τη χώρισε). 3. (αργκό) πετώ, ξεφορτώνομαι κάτι περιττό, άχρηστο: ~ε τον παλιό του υπολογιστή. | |
| 46834 | σουτέρ | σου-τέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο ή στο μπάσκετ) παίκτης που σουτάρει ή ειδικότ. που έχει ικανότητα στο σκοράρισμα: δεινός ~. Πβ. γκολτζής. Βλ. σκόρερ. [< αγγλ. shooter] | |
| 46835 | σουτέρνω | βλ. σουτάρω | |
| 46836 | σουτζουκάκια | σου-τζου-κά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. σουτζουκάκι}: ΜΑΓΕΙΡ. κεφτεδάκια, συνήθ. μακρόστενα, με μπαχαρικά, κυρ. κύμινο, τα οποία πρώτα τηγανίζονται και μετά μαγειρεύονται στην κατσαρόλα με σάλτσα ντομάτας: σμυρναίικα ~. | |
| 46837 | σουτζούκι | σου-τζού-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποξηραμένο, πικάντικο λουκάνικο με λίγα λιπαρά: αρμένικο ~. 2. ΖΑΧΑΡ. γλυκό σε μακρόστενο σχήμα, από ξεραμένη μουσταλευριά, που στεγνώνει πάνω σε κλωστή στην οποία έχουν περαστεί καρύδια ή σπανιότ. αμύγδαλα. Βλ. ραχάτ-λουκούμ. 3. (σπάν.) σουτζουκάκι. [< τουρκ. sucuk] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ