| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3786 | ανεπανάληπτος | , η, ο [ἀνεπανάληπτος] α-νε-πα-νά-λη-πτος επίθ. 1. μοναδικός, ασύγκριτος: ~ος: ηθοποιός (πβ. αμίμητος, αξέχαστος, άφθαστος). ~η: εμπειρία/επιτυχία/ερμηνεία/ευκαιρία/παράσταση. ~ο: θέαμα/ρεκόρ. Πετύχαμε κάτι το ~ο. Περάσαμε ~ες στιγμές μαζί. Πβ. ανυπέρβλητος, απίθανος, φοβερός. ΑΝΤ. κοινός (3), συνηθισμένος (2) 2. που δεν μπορεί να επαναληφθεί, να ξαναγίνει: ~ο ιστορικό γεγονός. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ~. ● επίρρ.: ανεπανάληπτα [< μεσν. ανεπανάληπτος] | |
| 3787 | ανεπανόρθωτος | , η, ο [ἀνεπανόρθωτος] α-νε-πα-νόρ-θω-τος επίθ.: που δεν είναι δυνατόν να διορθωθεί, να αποκατασταθεί: ~ος: κλονισμός της υγείας. ~ο: λάθος/πλήγμα/σφάλμα. ~ες: καταστροφές/φθορές. Σε ~ο βαθμό. Μας έκανε ~ο κακό. Προκλήθηκαν ~ες βλάβες/ζημιές. Πβ. αθεράπευτος, ανήκεστος. ΑΝΤ. επανορθώσιμος ● επίρρ.: ανεπανόρθωτα [< μτγν. ἀνεπανόρθωτος] | |
| 3788 | ανεπάρκεια | [ἀνεπάρκεια] α-νε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) έλλειψη ποσοτικής ή ποιοτικής επάρκειας: ενεργειακή ~. ~ εξοπλισμού/προσωπικού/τροφίμων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης.|| (ΧΗΜ.) ~ αέρα (: σε μείγμα αέρα-καυσίμου στο οποίο το ποσοστό αέρα είναι μικρότερο από το απαιτούμενο για την πλήρη εσωτερική καύση μηχανήματος).|| Επιστημονική ~ (πβ. ανεπιτηδειότητα, ανικανότητα). Η ~ ενός μηχανισμού/νόμου/συστήματος (πβ. αδυναμία, ακαταλληλότητα, ΑΝΤ. καταλληλότητα). 2. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική λειτουργία οργάνου ή αδένα του σώματος: ηπατική/πολυοργανική/φλεβική ~.|| (Δια)νοητική/πνευματική (πβ. νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση)/σωματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστική ανεπάρκεια βλ. αναπνευστικός, ανεπάρκεια τραχήλου βλ. τράχηλος, καρδιακή ανεπάρκεια βλ. καρδιακός, νεφρική ανεπάρκεια βλ. νεφρικός, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια ● ΦΡ.: εν ανεπαρκεία [ἐν ἀνεπαρκείᾳ] (λόγ.): σε κατάσταση έλλειψης: αγαθό/είδος ~ ~. Βλ. αφθονία. [< γαλλ. insuffisance] | |
| 3789 | ανεπαρκής | , ής, ές [ἀνεπαρκής] α-νε-παρ-κής επίθ. {ανεπαρκ-ούς | -είς (ουδ.-ή)· ανεπαρκέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που δεν επαρκεί ποσοτικά ή ποιοτικά: ~ής: μισθός/χώρος (= μικρός). ~ής: διατροφή (ΑΝΤ. ισορροπημένη). ~είς: πληροφορίες. ~ή: αποθέματα/στοιχεία. || ~ής: μόρφωση/προσπάθεια (πβ. αναποτελεσματική)/προστασία. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέτρα/προσόντα. Πβ. ελλιπής.|| (για πρόσ.) ~ής: γονιός/εκπαιδευτικός (πβ. ανάξιος, ανίκανος). ΑΝΤ. επαρκής ● επίρρ.: ανεπαρκώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. insuffisant] | |
| 3790 | ανέπαφος | , η, ο [ἀνέπαφος] α-νέ-πα-φος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν αγγίχτηκε, δεν αλλοιώθηκε, δεν φθάρηκε: ~ος: θησαυρός. ~η: περιουσία/φύση. Τείχος που σώζεται ~ο (= ακέραιο). Πβ. άγγιχτος.|| (για πρόσ.) Ο πιλότος βγήκε ~ από τα συντρίμμια του αεροσκάφους (πβ. αλώβητος, σώος και αβλαβής). ΣΥΝ. άθικτος (1), ανέγγιχτος (1), απείραχτος (1) || ~ες: πληρωμές/συναλλαγές. [< αρχ. ἀνέπαφος, αγγλ. contactless] | |
| 3791 | ανεπεξέργαστος | , η, ο [ἀνεπεξέργαστος] α-νε-πε-ξέρ-γα-στος επίθ. ΣΥΝ. ακατέργαστος. ΑΝΤ. επεξεργασμένος. 1. που δεν τον έχουν επεξεργαστεί, δεν έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας: ~ος: καπνός/χρυσός. ~η: ζάχαρη/σταφίδα. ~α: δέρματα/λύματα. Φυσικά υλικά σε ~η μορφή. ΣΥΝ. αδούλευτος (1) ΑΝΤ. δουλεμένος (1), κατεργασμένος 2. (μτφ.) που δεν έχει καλλιεργηθεί, εξεταστεί ή μελετηθεί: ~ος: λόγος. ~ο: κείμενο/υλικό. ~ες: πληροφορίες. ~α: δεδομένα. [< μεσν. ανεπεξέργαστος] | |
| 3792 | ανεπηρέαστος | , η, ο [ἀνεπηρέαστος] α-νε-πη-ρέ-α-στος επίθ.: που δεν επηρεάζεται ή δεν έχει επηρεαστεί: ~ος: δικαστής (πβ. ακέραιος, ακριβοδίκαιος, αμερόληπτος, αντικειμενικός). ~η: βούληση/γνώμη/κρίση. ~ από προκαταλήψεις/προσωπικές συμπάθειες/συμφέροντα. Κανένας τομέας δεν (παρα)μένει ~ από την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας (πβ. αμετάβλητος). Αποφασίζω ~. Το γεγονός αυτό δεν άφησε ~ο τον καλλιτεχνικό κόσμο (πβ. ασυγκίνητος, ατάραχος). ΑΝΤ. επηρεασμένος ● επίρρ.: ανεπηρέαστα [< μτγν. ἀνεπηρέαστος, αγγλ. unaffected] | |
| 3793 | ανεπιβεβαίωτος | , η, ο [ἀνεπιβεβαίωτος] α-νε-πι-βε-βαί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν επιβεβαιώθηκε ή δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί: ~α: δημοσιεύματα. ~οι: φόβοι. ~ες: πηγές/πληροφορίες (πβ. αδιασταύρωτος)/φήμες. Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει ακόμη ~. ~α τα αίτια θανάτου του ... ΑΝΤ. επιβεβαιωμένος. ΣΥΝ. αβεβαίωτος, ανεξακρίβωτος ● επίρρ.: ανεπιβεβαίωτα [< αγγλ. unconfirmed] | |
| 3794 | ανεπίβλεπτος | , η, ο [ἀνεπίβλεπτος] α-νε-πί-βλε-πτος επίθ. (επίσ.): που δεν τον επιβλέπει, δεν τον επιτηρεί κάποιος: ~η: εργασία. ~ο: έργο. ΣΥΝ. ανεπιτήρητος ● επίρρ.: ανεπίβλεπτα | |
| 3795 | ανεπίγνωστος | , η, ο [ἀνεπίγνωστος] α-νε-πί-γνω-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εκδηλώνεται, συμβαίνει, γίνεται χωρίς επίγνωση, ασυνείδητα: ~η: πράξη. ~ο: σφάλμα. Πβ. ασυναίσθητος. ΑΝΤ. ενσυνείδητος (2), συνειδητός (1) ● επίρρ.: ανεπίγνωστα & (λόγ.) -ώστως [< μτγν. ἀνεπίγνωστος ‘αυτός που δεν γνωρίζει καλά’] | |
| 3796 | ανεπίγραφος | , η, ο [ἀνεπίγραφος] α-νε-πί-γρα-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που δεν φέρει επιγραφή: ~η: πλάκα/(επιτύμβια) στήλη. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. ενεπίγραφος [< μτγν. ἀνεπίγραφος] | |
| 3797 | ανεπίδεκτος | , η, ο [ἀνεπίδεκτος] α-νε-πί-δε-κτος επίθ. (+ γεν.) (λόγ.): που δεν επιδέχεται (κάτι), δεν προσφέρεται (για κάτι): Κείμενο ~ο βελτίωσης. Αντικείμενα ~α επισκευής. ΑΝΤ. δεκτικός, επιδεκτικός ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπίδεκτος μαθήσεως: αυτός που δεν μπορεί να μάθει κάτι εύκολα ή καθόλου: Στη μουσική είσαι ~η ~. [< μτγν. ἀνεπίδεκτος] | |
| 3798 | ανεπίδοτος | , η, ο [ἀνεπίδοτος] α-νε-πί-δο-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν παραδόθηκε στον παραλήπτη του: ~η: επιστολή. ~ο: δέμα/έγγραφο. ΑΝΤ. παραδεδομένος 2. (σπάν.-μτφ.) που δεν έχει απήχηση, ανταπόκριση: ~ος: έρωτας (πβ. ανανταπόδοτος, ανέφικτος). [< μτγν. ἀνεπίδοτος 'που δεν προοδεύει'] | |
| 3799 | ανεπιεικής | , ής, ές [ἀνεπιεικής] α-νε-πι-ει-κής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη επιείκειας: ~είς: ποινές. Πβ. αμείλικτος, άτεγκτος. ΣΥΝ. ανελαστικός (1), αυστηρός (1) ΑΝΤ. ελαστικός (2), επιεικής ● επίρρ.: ανεπιεικώς [-ῶς] [< αρχ. ἀνεπιεικής] | |
| 3800 | ανεπιθύμητος | , η, ο [ἀνεπιθύμητος] α-νε-πι-θύ-μη-τος επίθ.: που δεν είναι επιθυμητός· δυσάρεστος: ~η: εγκυμοσύνη/συμπεριφορά/συνάντηση. ~ες: επισκέψεις/(παρ)ενέργειες/συνέπειες. Νιώθω πως είμαι ~η εδώ. Πβ. απευκταίος. ΑΝΤ. επιθυμητός, ευπρόσδεκτος ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητο πρόσωπο 1. ΠΟΛΙΤ. συνήθ. για διπλωμάτη ή πολιτικό που κρίνεται μη επιθυμητός σε μία χώρα, οπότε καλείται να την εγκαταλείψει ή του απαγορεύεται η είσοδος σε αυτή: Ο πρόξενος του ... θεωρείται/κηρύχθηκε/χαρακτηρίστηκε ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) για κάποιον του οποίου η παρουσία σε έναν χώρο θεωρείται δυσάρεστη λόγω συγκεκριμένης συμπεριφοράς ή ιδιοτήτων. [< λατ. persona non grata] , ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία [< μτγν. ἀνεπιθύμητος] | |
| 3801 | ανεπίκαιρος | , η, ο [ἀνεπίκαιρος] α-νε-πί-και-ρος επίθ.: που δεν συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, δεν συμβαδίζει με την επικαιρότητα: ~η: συζήτηση. ~ο: θέμα. Πβ. άκαιρος, παράκαιρος. ΑΝΤ. εύστοχος, καίριος.|| (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο ενός εγχειρήματος. Βλ. -καιρος, -η, -ο. ΑΝΤ. επίκαιρος (1) ● επίρρ.: ανεπίκαιρα | |
| 3802 | ανεπικαιρότητα | [ἀνεπικαιρότητα] α-νε-πι-και-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανεπίκαιρου: η ~ μιας δημοσίευσης/ενός θέματος. ΑΝΤ. επικαιρότητα (2) | |
| 3803 | ανεπικύρωτος | , η, ο [ἀνεπικύρωτος] α-νε-πι-κύ-ρω-τος επίθ. (επίσ.): που δεν επικυρώθηκε από κάποιον αρμόδιο, ώστε να ισχύει: ~η: απόφαση/φωτοτυπία. ~ο: έγγραφο. Βλ. αθεώρητος, ανυπόγραφος. ΑΝΤ. επικυρωμένος | |
| 8423 | ανεπίληπτη | , η, ο [ἀψεγάδιαστος] α-ψε-γά-δια-στος επίθ.: χωρίς ψεγάδι, ελάττωμα, μειονέκτημα, τέλειος: ~η: ομορφιά/συμπεριφορά (= άμεμπτη, ανεπίληπτη). ~ο: πρόσωπο/σώμα. ΣΥΝ. άψογος ● επίρρ.: αψεγάδιαστα | |
| 3804 | ανεπίληπτος | , η, ο [ἀνεπίληπτος] α-νε-πί-λη-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει, να τον επικρίνει: ~ος: δικαστής/χαρακτήρας. ~η: διαγωγή/συμπεριφορά. ~ο: ήθος. Υπόδειγμα ενάρετου και ~ου ατόμου. ~η προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Πβ. ακέραιος, αψεγάδιαστος, άψογος. ΣΥΝ. άμεμπτος ΑΝΤ. επιλήψιμος, επίμεμπτος, μεμπτός ● επίρρ.: ανεπίληπτα [< αρχ. ἀνεπίληπτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ