Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4720-4740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3795ανεπίγνωστος, η, ο [ἀνεπίγνωστος] α-νε-πί-γνω-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εκδηλώνεται, συμβαίνει, γίνεται χωρίς επίγνωση, ασυνείδητα: ~η: πράξη. ~ο: σφάλμα. Πβ. ασυναίσθητος. ΑΝΤ. ενσυνείδητος (2), συνειδητός (1) ● επίρρ.: ανεπίγνωστα & (λόγ.) -ώστως [< μτγν. ἀνεπίγνωστος ‘αυτός που δεν γνωρίζει καλά’]
3796ανεπίγραφος, η, ο [ἀνεπίγραφος] α-νε-πί-γρα-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που δεν φέρει επιγραφή: ~η: πλάκα/(επιτύμβια) στήλη. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. ενεπίγραφος [< μτγν. ἀνεπίγραφος]
3797ανεπίδεκτος, η, ο [ἀνεπίδεκτος] α-νε-πί-δε-κτος επίθ. (+ γεν.) (λόγ.): που δεν επιδέχεται (κάτι), δεν προσφέρεται (για κάτι): Κείμενο ~ο βελτίωσης. Αντικείμενα ~α επισκευής. ΑΝΤ. δεκτικός, επιδεκτικός ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπίδεκτος μαθήσεως: αυτός που δεν μπορεί να μάθει κάτι εύκολα ή καθόλου: Στη μουσική είσαι ~η ~. [< μτγν. ἀνεπίδεκτος]
3798ανεπίδοτος, η, ο [ἀνεπίδοτος] α-νε-πί-δο-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν παραδόθηκε στον παραλήπτη του: ~η: επιστολή. ~ο: δέμα/έγγραφο. ΑΝΤ. παραδεδομένος 2. (σπάν.-μτφ.) που δεν έχει απήχηση, ανταπόκριση: ~ος: έρωτας (πβ. ανανταπόδοτος, ανέφικτος). [< μτγν. ἀνεπίδοτος 'που δεν προοδεύει']
3799ανεπιεικής, ής, ές [ἀνεπιεικής] α-νε-πι-ει-κής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη επιείκειας: ~είς: ποινές. Πβ. αμείλικτος, άτεγκτος. ΣΥΝ. ανελαστικός (1), αυστηρός (1) ΑΝΤ. ελαστικός (2), επιεικής ● επίρρ.: ανεπιεικώς [-ῶς] [< αρχ. ἀνεπιεικής]
3800ανεπιθύμητος, η, ο [ἀνεπιθύμητος] α-νε-πι-θύ-μη-τος επίθ.: που δεν είναι επιθυμητός· δυσάρεστος: ~η: εγκυμοσύνη/συμπεριφορά/συνάντηση. ~ες: επισκέψεις/(παρ)ενέργειες/συνέπειες. Νιώθω πως είμαι ~η εδώ. Πβ. απευκταίος. ΑΝΤ. επιθυμητός, ευπρόσδεκτος ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητο πρόσωπο 1. ΠΟΛΙΤ. συνήθ. για διπλωμάτη ή πολιτικό που κρίνεται μη επιθυμητός σε μία χώρα, οπότε καλείται να την εγκαταλείψει ή του απαγορεύεται η είσοδος σε αυτή: Ο πρόξενος του ... θεωρείται/κηρύχθηκε/χαρακτηρίστηκε ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) για κάποιον του οποίου η παρουσία σε έναν χώρο θεωρείται δυσάρεστη λόγω συγκεκριμένης συμπεριφοράς ή ιδιοτήτων. [< λατ. persona non grata] , ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία [< μτγν. ἀνεπιθύμητος]
3801ανεπίκαιρος, η, ο [ἀνεπίκαιρος] α-νε-πί-και-ρος επίθ.: που δεν συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, δεν συμβαδίζει με την επικαιρότητα: ~η: συζήτηση. ~ο: θέμα. Πβ. άκαιρος, παράκαιρος. ΑΝΤ. εύστοχος, καίριος.|| (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο ενός εγχειρήματος. Βλ. -καιρος, -η, -ο. ΑΝΤ. επίκαιρος (1) ● επίρρ.: ανεπίκαιρα
3802ανεπικαιρότητα[ἀνεπικαιρότητα] α-νε-πι-και-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανεπίκαιρου: η ~ μιας δημοσίευσης/ενός θέματος. ΑΝΤ. επικαιρότητα (2)
3803ανεπικύρωτος, η, ο [ἀνεπικύρωτος] α-νε-πι-κύ-ρω-τος επίθ. (επίσ.): που δεν επικυρώθηκε από κάποιον αρμόδιο, ώστε να ισχύει: ~η: απόφαση/φωτοτυπία. ~ο: έγγραφο. Βλ. αθεώρητος, ανυπόγραφος. ΑΝΤ. επικυρωμένος
3804ανεπίληπτος, η, ο [ἀνεπίληπτος] α-νε-πί-λη-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει, να τον επικρίνει: ~ος: δικαστής/χαρακτήρας. ~η: διαγωγή/συμπεριφορά. ~ο: ήθος. Υπόδειγμα ενάρετου και ~ου ατόμου. ~η προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Πβ. ακέραιος, αψεγάδιαστος, άψογος. ΣΥΝ. άμεμπτος ΑΝΤ. επιλήψιμος, επίμεμπτος, μεμπτός ● επίρρ.: ανεπίληπτα [< αρχ. ἀνεπίληπτος]
3805ανεπίλυτος, η, ο [ἀνεπίλυτος] α-νε-πί-λυ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να (επι)λυθεί: ~ος: γρίφος. ~η: υπόθεση (π.χ. δολοφονίας. Πβ. ανεξιχνίαστη). ~α: προβλήματα. Έχουν ~ες διαφορές. ~α παραμένουν ακανθώδη ζητήματα, όπως ... Βλ. δυσεπίλυτος. ΣΥΝ. άλυτος (1) [< μτγν. ἀνεπίλυτος]
3806ανεπίσημος, η, ο [ἀνεπίσημος] α-νε-πί-ση-μος επίθ. ΑΝΤ. επίσημος 1. που γίνεται ή υφίσταται με απλό, συνήθη ή άτυπο τρόπο· που δεν γνωστοποιείται επίσημα: ~ος: διάλογος/όρος/τίτλος. ~η: γλώσσα/ενδυμασία (πβ. καθημερινή)/επίσκεψη/πρόσκληση/πρόταση/συνάντηση. ~ο: δείπνο/σημείωμα (βλ. νον πέιπερ)/ύφος (πβ. οικείο). ~ες: επαφές.|| ~ες: δηλώσεις/πληροφορίες. ~α: αποτελέσματα/έγγραφα. 2. (για πρόσ.) που δεν έχει κάποια τυπικά καθορισμένη ιδιότητα ή αξίωμα: ~ος: εκπρόσωπος/φορέας.|| ~ος: πρεσβευτής (πβ. πρέσβης, πρέσβειρα καλής θελήσεως). ● επίρρ.: ανεπίσημα & (λόγ.) -ήμως [< γερμ. inoffiziell, γαλλ. inofficiel]
3807ανεπισημότητα[ἀνεπισημότητα] α-νε-πι-ση-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανεπίσημου: η ~ μιας διάσκεψης/εκδήλωσης/συνάντησης. ΑΝΤ. επισημότητα [< αγγλ. informality]
3808ανεπιστρεπτί[ἀνεπιστρεπτί] α-νε-πι-στρε-πτί επίρρ. (επίσ.): χωρίς επιστροφή, χωρίς δυνατότητα επανόδου σε κάτι που ίσχυε παλιότερα: Έχει παρέλθει ~ η εποχή ... ΣΥΝ. αμετάκλητα, για πάντα, οριστικά [< μτγν. ἀνεπιστρεπτί]
3809ανεπίστρεπτος, η, ο [ἀνεπίστρεπτος] α-νε-πί-στρε-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν αναστρέφεται, δεν έχει επιστροφή: ~ος: χρόνος. ~η: εξέλιξη/πορεία. ~ο: παρελθόν (πβ. αγύριστο). Το περιβάλλον έχει υποστεί ~ες καταστροφές (ΑΝΤ. αναστρέψιμες).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το οριστικό, το ~ο του τέλους. Πβ. τελεσίδικος. ● επίρρ.: ανεπίστρεπτα [< μτγν. ἀνεπίστρεπτος]
3810ανεπίτευκτος, η, ο [ἀνεπίτευκτος] α-νε-πί-τευ-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (σπάν.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί: ~ος: στόχος. Βλ. δυσεπίτευκτος. ΣΥΝ. αδύνατος (2), ακατόρθωτος, ανέφικτος, απραγματοποίητος ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος [< μτγν. ἀνεπίτευκτος ‘ανεπιτυχής’]
3811ανεπιτήδειος, α, ο [ἀνεπιτήδειος] α-νε-πι-τή-δει-ος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει τη δεξιότητα, την ικανότητα να εκτελέσει σωστά ένα έργο: ~ος: τεχνίτης. Πβ. αδέξιος. ΑΝΤ. επιδέξιος, επιτήδειος (1) [< αρχ. ἀνεπιτήδειος]
3812ανεπιτήδευτος, η, ο [ἀνεπιτήδευτος] α-νε-πι-τή-δευ-τος επίθ. ΑΝΤ. επιτηδευμένος 1. απροσποίητος, αυθεντικός: ~η: αγάπη/απλότητα/ερμηνεία/ευγένεια/συμπεριφορά. ~ο: χιούμορ. Πηγαίο και ~ο αίσθημα. Άνθρωποι απλοί και ~οι. Πβ. αβίαστος, γνήσιος, ειλικρινής, φυσικός. ΑΝΤ. προσποιητός 2. που δεν είναι υπερβολικά προσεγμένος ή και επεξεργασμένος· απλός: ~ος: λόγος. ~η: γλώσσα/γραφή/εμφάνιση/κομψότητα. ~ο: στιλ/ύφος. Πβ. απέριττος, λιτός. ● επίρρ.: ανεπιτήδευτα [< μτγν. ἀνεπιτήδευτος]
3813ανεπιτήρητος, η, ο [ἀνεπιτήρητος] α-νε-πι-τή-ρη-τος επίθ. (επίσ.): που είναι ή γίνεται χωρίς επίβλεψη: ~η: βόσκηση. ~α: ζώα (βλ. αδέσποτος). ~οι και απροστάτευτοι χώροι. ΣΥΝ. ανεπίβλεπτος ΑΝΤ. επιτηρούμενος ● επίρρ.: ανεπιτήρητα [< μεσν. ανεπιτήρητος]
3814ανεπίτρεπτος, η, ο [ἀνεπίτρεπτος] α-νε-πί-τρε-πτος επίθ.: που δεν επιτρέπεται, δεν γίνεται ή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός: ~ος: χαρακτηρισμός. ~η: διάκριση/καθυστέρηση/ολιγωρία/πρόκληση/στάση/συμπεριφορά. ~οι: περιορισμοί. ~ες: ενέργειες. ~α: αστεία/σχόλια. Ιστοσελίδες με ~ο περιεχόμενο. Είναι ~ο να κάνεις τέτοια λάθη. Οι παρεμβάσεις στο έργο τους είναι όχι μόνο ~ες, αλλά και παράνομες. Πβ. αδιανόητος, αδικαιολόγητος, απαράδεκτος, ασυγχώρητος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της μεταβίβασης (μετοχών). ΑΝΤ. επιτρεπτός ● επίρρ.: ανεπίτρεπτα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.