Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47380-47400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46838σουτιένσου-τιέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο εσώρουχο που φοριέται στο στήθος, για να το συγκρατεί: δαντελωτό/ενισχυμένο ~. ~ με επένδυση/με μπανέλα/στράπλες. ΣΥΝ. στηθόδεσμος [< γαλλ. soutien-gorge, περ. 1904]
46839σούτινγκ γκαρντσού-τινγκ γκαρντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ., άκλ.}: ΑΘΛ. παίκτης ομάδας μπάσκετ που σουτάρει από την περιφέρεια· η αντίστοιχη θέση. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πίβοτ, πλέι μέικερ, πόιντ γκαρντ, σέντερ, σμολ φόργουορντ. ΣΥΝ. δυάρι (2) [< αμερικ. shooting guard, 1914]
46840σούφισού-φι ουσ. (αρσ.) {ακλ.}: οπαδός του σουφισμού. Βλ. σι-, σουν-ίτης. [< γαλλ. soufi]
46841σουφισμόςσου-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ισλαμικός μυστικισμός και ειδικότ. μουσουλμανική αίρεση με βασικά χαρακτηριστικά την ασκητική ζωή και τον διαλογισμό. Βλ. σι-, σουν-ισμός. [< γαλλ. soufisme]
46842σουφλέσου-φλέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό ή γλυκό που έχει ως βασικό συστατικό την κρέμα γάλακτος, ψήνεται σε φούρνο και σερβίρεται ζεστό, μόλις φουσκώσει: σπανάκι ~. ~ ζυμαρικών/με μανιτάρια/με τυρί.|| (ΖΑΧΑΡ.) ~ σοκολάτας. [< γαλλ. soufflé]
46843σούφρασού-φρα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) πτυχή, ζάρα και ειδικότ. ρυτίδα. Πβ. δίπλα, σούρα. 2. (αργκό) πρωκτικός σφιγκτήρας. 3. (αργκό) κλέψιμο. ΣΥΝ. σούφρωμα (2) [< 1: 16ος αι.]
46844σουφραζέτασου-φρα-ζέ-τα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): αγωνίστρια στην Αγγλία η οποία στις αρχές του 20ού αι. μαχόταν για το δικαίωμα της γυναικείας ψήφου μέχρι την κατοχύρωσή του το 1928· κατ' επέκτ. φεμινίστρια. Βλ. -έτα. [< γαλλ. suffragette, 1907]
46845σούφρωμασού-φρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σουφρώνω: ~ μετώπου (= ζάρωμα)/μύτης.|| ~ υφάσματος. Πβ. πτύχωση, ρυτίδωση. 2. (αργκό) κλοπή που γίνεται χωρίς να το πάρει κάποιος είδηση: ~ κινητού. Πβ. ξάφρισμα. ΣΥΝ. σούφρα (3)
46846σουφρώνωσου-φρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σούφρω-σα, -μένος} 1. κάνω κάτι να ζαρώσει ή γεμίζω ζάρες: ~σε τη μούρη (πβ. κατσουφιάζω)/τα φρύδια (πβ. συνοφρυώνομαι)/τα χείλη.|| (σπάν., για ύφασμα ή ένδυμα) Το ρούχο ~σε (πβ. μπαίνω). 2. (αργκό) κλέβω, αρπάζω κάτι χωρίς να γίνω αντιληπτός: ~σε ... ευρώ. Μου ~σαν το πορτοφόλι/την τσάντα. Πβ. βουτώ, ξαφρίζω, τσεπώνω. [< 1: 15ος αι. ‘αποκτώ ρυτίδες’
46847σοφάρισμασο-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σοφάρω. Πβ. οδήγηση. Βλ. -ισμα.
46848σοφάρωσο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {σοφάρισε} (λαϊκό): οδηγώ αυτοκίνητο. [< γαλλ. chauffer]
46849σοφάς[σοφᾶς] σο-φάς ουσ. (αρσ.) 1. (παρωχ.-λαϊκό) μιντέρι. 2. (σε παραδοσιακές κατοικίες) υπερυψωμένη ξύλινη κατασκευή στο εσωτερικό δωματίου, που χρησίμευε ως χώρος ύπνου. [< 1: 16ος αι. < τουρκ. sofa]
46850σοφέρ, σοφερίνασο-φέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {το αρσ. άκλ.| σοφερίνες}: επαγγελματίας έμμισθος οδηγός ιδιωτικού οχήματος: Κυκλοφορεί με προσωπικό ~. Βλ. λιμουζίνα. [< γαλλ. chauffeur]
46851σοφεράντζασο-φε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτου. Βλ. -άντζα, σοφέρ, ταξιτζής.
46852σοφίασο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σοφού ανθρώπου, η δύναμη ή η ικανότητά του για γνώση, ανάλυση, ορθή κρίση και δράση, η ίδια η γνώση που έχει αποκτήσει· η παρόμοια ιδιότητα που πιστεύεται ότι έχει ο Θεός σε απόλυτο βαθμό και φαίνεται σε ό,τι έχει δημιουργήσει: βαθιά/επιστημονική/λαϊκή/ποιητική/πρακτική/ώριμη ~. Η ~ των γερόντων/του νομοθέτη. Η ~ της ηλικίας/του λόγου/της πείρας/του πνεύματός του. Συμβουλεύει με ~ και σύνεση. Δρα με ~ και λογική. Λόγια/νάματα/πράξη ~ας.|| (ειδικότ.) Θεία/θεϊκή ~. Η ~ του Δημιουργού/της φύσης. 2. η συσσωρευμένη και συλλογική γνώση, όπως παρουσιάζεται στα δημιουργήματα των ανθρώπων και μεταδίδεται στις επόμενες γενιές, συχνά ως ιδεώδες ζωής: αρχαία/λαϊκή/προγονική ~. Η ~ της Aνατολής/της επιστήμης/του κόσμου/της παράδοσης/του παρελθόντος. Βλ. ανθρωπο~, θυμο~. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-συχνά ειρων.) λόγος που προβάλλεται ως σημαντικός και ουσιώδης, αλλά είναι επιφανειακός και ανούσιος: βαρύγδουπες ~ες. ~ες μεγάλων ανδρών! Αραδιάζει/λέει/ξεστομίζει ~ες. Πβ. εξυπνάδα, σοφιστεία. ● ΦΡ.: τα πάντα εν σοφία εποίησε (λόγ.): για να δηλωθεί η τελειότητα των δημιουργημάτων του Θεού. [< αρχ. σοφία, γαλλ. sagesse]
46853σοφίζομαισο-φί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σοφί-στηκε} (λόγ.): τεχνάζομαι, μηχανεύομαι: ~στηκε μια δικαιολογία/ένα κόλπο. Και τι δεν ~στηκαν πάλι για να γλιτώσουν. Πβ. επινοώ, εφευρίσκω, σκαρφίζομαι, σκαρώνω. [< αρχ. σοφίζομαι]
46854σόφισμασό-φι-σμα ουσ. (ουδ.) {σοφίσμ-ατα}: ΦΙΛΟΣ. σκόπιμα παραπλανητικός συλλογισμός ή αληθοφανές επιχείρημα, που έχει στόχο την εξαπάτηση ή την πρόκληση σύγχυσης στον συνομιλητή ή τον ακροατή και γενικότ. κάθε πονηρή επινόηση: Επιστράτευσε διάφορα ~ατα, για να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση. ΣΥΝ. σοφιστεία (2) [< αρχ. σόφισμα]
46855σοφιστείασο-φι-στεί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη του σοφιστή. 2. σόφισμα. [< μτγν. σοφιστεία 'σοφιστική οξύνοια']
46856σοφιστήςσο-φι-στής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που χρησιμοποιεί σοφιστείες, για να παραπλανήσει τους συνομιλητές του. 2. ΦΙΛΟΣ. (συχνά με κεφαλ. Σ) (από τον 5ο αι. π.Χ.) επαγγελματίας δάσκαλος κυρ. της ρητορικής, της πολιτικής και της φιλοσοφίας, που παρέδιδε μαθήματα ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη: το κίνημα των ~ών. [< αρχ. σοφιστής, γαλλ. sophiste, αγγλ. sophist]
46857σοφιστικέσο-φι-στι-κέ επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. (συχνά ειρων.) κουλτουριάρικος: ~ κοινό.|| ~ λουκ/ντύσιμο/ύφος. ~ γυαλιά. Το στιλ της είναι πολύ ~. Πβ. διανοουμενίστικος, ιντελεκτουέλ. 2. (για συσκευές) περίπλοκος, εξελιγμένος και πολύ μοντέρνος: ~ μοντέλο κινητού. [< γαλλ. sophistiqué, 1936]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.