| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46847 | σοφάρισμα | σο-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σοφάρω. Πβ. οδήγηση. Βλ. -ισμα. | |
| 46848 | σοφάρω | σο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {σοφάρισε} (λαϊκό): οδηγώ αυτοκίνητο. [< γαλλ. chauffer] | |
| 46849 | σοφάς | [σοφᾶς] σο-φάς ουσ. (αρσ.) 1. (παρωχ.-λαϊκό) μιντέρι. 2. (σε παραδοσιακές κατοικίες) υπερυψωμένη ξύλινη κατασκευή στο εσωτερικό δωματίου, που χρησίμευε ως χώρος ύπνου. [< 1: 16ος αι. < τουρκ. sofa] | |
| 46850 | σοφέρ, σοφερίνα | σο-φέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {το αρσ. άκλ.| σοφερίνες}: επαγγελματίας έμμισθος οδηγός ιδιωτικού οχήματος: Κυκλοφορεί με προσωπικό ~. Βλ. λιμουζίνα. [< γαλλ. chauffeur] | |
| 46851 | σοφεράντζα | σο-φε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτου. Βλ. -άντζα, σοφέρ, ταξιτζής. | |
| 46852 | σοφία | σο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σοφού ανθρώπου, η δύναμη ή η ικανότητά του για γνώση, ανάλυση, ορθή κρίση και δράση, η ίδια η γνώση που έχει αποκτήσει· η παρόμοια ιδιότητα που πιστεύεται ότι έχει ο Θεός σε απόλυτο βαθμό και φαίνεται σε ό,τι έχει δημιουργήσει: βαθιά/επιστημονική/λαϊκή/ποιητική/πρακτική/ώριμη ~. Η ~ των γερόντων/του νομοθέτη. Η ~ της ηλικίας/του λόγου/της πείρας/του πνεύματός του. Συμβουλεύει με ~ και σύνεση. Δρα με ~ και λογική. Λόγια/νάματα/πράξη ~ας.|| (ειδικότ.) Θεία/θεϊκή ~. Η ~ του Δημιουργού/της φύσης. 2. η συσσωρευμένη και συλλογική γνώση, όπως παρουσιάζεται στα δημιουργήματα των ανθρώπων και μεταδίδεται στις επόμενες γενιές, συχνά ως ιδεώδες ζωής: αρχαία/λαϊκή/προγονική ~. Η ~ της Aνατολής/της επιστήμης/του κόσμου/της παράδοσης/του παρελθόντος. Βλ. ανθρωπο~, θυμο~. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-συχνά ειρων.) λόγος που προβάλλεται ως σημαντικός και ουσιώδης, αλλά είναι επιφανειακός και ανούσιος: βαρύγδουπες ~ες. ~ες μεγάλων ανδρών! Αραδιάζει/λέει/ξεστομίζει ~ες. Πβ. εξυπνάδα, σοφιστεία. ● ΦΡ.: τα πάντα εν σοφία εποίησε (λόγ.): για να δηλωθεί η τελειότητα των δημιουργημάτων του Θεού. [< αρχ. σοφία, γαλλ. sagesse] | |
| 46853 | σοφίζομαι | σο-φί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σοφί-στηκε} (λόγ.): τεχνάζομαι, μηχανεύομαι: ~στηκε μια δικαιολογία/ένα κόλπο. Και τι δεν ~στηκαν πάλι για να γλιτώσουν. Πβ. επινοώ, εφευρίσκω, σκαρφίζομαι, σκαρώνω. [< αρχ. σοφίζομαι] | |
| 46854 | σόφισμα | σό-φι-σμα ουσ. (ουδ.) {σοφίσμ-ατα}: ΦΙΛΟΣ. σκόπιμα παραπλανητικός συλλογισμός ή αληθοφανές επιχείρημα, που έχει στόχο την εξαπάτηση ή την πρόκληση σύγχυσης στον συνομιλητή ή τον ακροατή και γενικότ. κάθε πονηρή επινόηση: Επιστράτευσε διάφορα ~ατα, για να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση. ΣΥΝ. σοφιστεία (2) [< αρχ. σόφισμα] | |
| 46855 | σοφιστεία | σο-φι-στεί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη του σοφιστή. 2. σόφισμα. [< μτγν. σοφιστεία 'σοφιστική οξύνοια'] | |
| 46856 | σοφιστής | σο-φι-στής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που χρησιμοποιεί σοφιστείες, για να παραπλανήσει τους συνομιλητές του. 2. ΦΙΛΟΣ. (συχνά με κεφαλ. Σ) (από τον 5ο αι. π.Χ.) επαγγελματίας δάσκαλος κυρ. της ρητορικής, της πολιτικής και της φιλοσοφίας, που παρέδιδε μαθήματα ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη: το κίνημα των ~ών. [< αρχ. σοφιστής, γαλλ. sophiste, αγγλ. sophist] | |
| 46857 | σοφιστικέ | σο-φι-στι-κέ επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. (συχνά ειρων.) κουλτουριάρικος: ~ κοινό.|| ~ λουκ/ντύσιμο/ύφος. ~ γυαλιά. Το στιλ της είναι πολύ ~. Πβ. διανοουμενίστικος, ιντελεκτουέλ. 2. (για συσκευές) περίπλοκος, εξελιγμένος και πολύ μοντέρνος: ~ μοντέλο κινητού. [< γαλλ. sophistiqué, 1936] | |
| 46858 | σοφιστικός | , ή, ό σο-φι-στι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τους σοφιστές: ~ή: αντίληψη/διδασκαλία. 2. απατηλός, ψευδής, παραπλανητικός: ~ό: επιχείρημα/τέχνασμα (πβ. σόφισμα, σοφιστεία). ● Ουσ.: σοφιστική (η): ΦΙΛΟΣ. το πνευματικό κίνημα, η διδασκαλία των σοφιστών: πρώτη/δεύτερη ~. ● επίρρ.: σοφιστικά [< αρχ. σοφιστικός] | |
| 46859 | σοφίτα | σο-φί-τα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. δωμάτιο ή μικρό διαμέρισμα που κατασκευάζεται ακριβώς κάτω από τη στέγη σπιτιού: ξύλινη ~. Κρύφτηκε στη ~. Βλ. δώμα. [< ιταλ. soffitta] | |
| 46860 | σοφολογιότατος | , η, ο σο-φο-λο-γι-ό-τα-τος επίθ. 1. (τον 19ο αι.) ως χαρακτηρισμός που αποδιδόταν σε σπουδαίους λόγιους. 2. (ειρων.) υπερβολικά σχολαστικός σε γλωσσικά ζητήματα και κατ' επέκτ. υποστηρικτής της ακραίας καθαρεύουσας. | |
| 46861 | σοφός | , ή, ό σο-φός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει πλούσιες και βαθιές γνώσεις, διαθέτει ορθή κρίση, σύνεση και ευφυΐα, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του: ~ός: γέροντας/δάσκαλος/επιστήμονας/λαός/νους/συγγραφέας. ~οί: ηγέτες. Γίναμε ~ότεροι. Βγήκαμε πιο ~οί από την πρόσφατη περιπέτεια. (ειρων.) ~οί: εγκέφαλοι.|| (ως ουσ.) Μεγάλος ~. Οι ~οί του τόπου. Οι επτά ~οί της Αρχαίας Ελλάδας. Συμβούλιο ~ών. Πβ. ευρυμαθής. 2. που είναι αποτέλεσμα γνώσης, σωστής κρίσης και σκέψης, ορθών επιλογών: ~ή: απόφαση/γνώμη/διαπίστωση/ενέργεια/επισήμανση/καθοδήγηση/κίνηση/λύση/μέθοδος/οδηγία/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/τακτική/υπόδειξη/χρήση (των φυσικών πόρων). ~ό: ρητό/σχέδιο/σχόλιο. ~ές: κουβέντες/παροιμίες/συμβουλές. Επενδύει τα χρήματά της με ~ό τρόπο. Επιλογή που αποδείχτηκε ~ή. Πβ. εύστοχος, πετυχημένος. ● επίρρ.: σοφά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιτροπή σοφών: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ομάδα από αναγνωρισμένους επιστήμονες στους οποίους ανατίθεται επισήμως η μελέτη και επίλυση ενός δύσκολου ζητήματος που αφορά το κοινωνικό σύνολο: εθνική ~ ~. ~ ~ για το ασφαλιστικό/την οικονομία. Πόρισμα/σύσταση ~ής ~. ● ΦΡ.: έτερος εξ ετέρου σοφός (αρχαιοπρ.): κανείς δεν γεννιέται παντογνώστης, η γνώση μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον., σοφόν το σαφές (γνωμ.): η σαφήνεια είναι χαρακτηριστικό της σοφίας. [< αρχ. σοφός, γαλλ. savant] | |
| 18616 | Σοφος | , η, ο(ν) [ἕτερος] έ-τε-ρος επίθ. {λογιότ. θηλ. ετέρα, γεν. αρσ. κ. ουδ. -ου (λογιότ.) -έρου | -ων (λογιότ.) -έρων} (λόγ.): άλλος (συχνά ο ένας από τους δύο): ο ~ος υφυπουργός. Ο ~ος Γιάννης της παρέας. Ο Πρόεδρος ή ~ο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι ~οι βουλευτές του νομού. Οικολογικές ή ~ες οργανώσεις. Διοικητικά ή ~α επίσημα έγγραφα.|| (λογιότ., + γεν.) Ο ~ος των γονέων/των συζύγων. ● ΣΥΜΠΛ.: το έτερον ήμισυ βλ. ήμισυς ● ΦΡ.: έτερον εκάτερον βλ. εκάτερος, εκατέρα, εκάτερο(ν), έτερος εξ ετέρου σοφός βλ. σοφός, ο έτερος Καππαδόκης βλ. Καππαδόκης [< αρχ. ἕτερος] | |
| 46862 | σοφράς | σο-φράς ουσ. (αρσ.) {σοφράδες} & σουφράς (παλαιότ.-λαϊκό): παραδοσιακό χαμηλό ξύλινο τραπέζι φαγητού, συνήθ. στρογγυλό. Βλ. τάβλα. [< 18ος αι. < τουρκ. sofra] | |
| 46863 | σοφρίτο | σο-φρί-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κερκυραϊκό φαγητό από λεπτές φέτες μοσχαρίσιου κρέατος οι οποίες, αφού τηγανιστούν, ψήνονται σε άσπρη σάλτσα σκόρδου και μαϊντανού. Βλ. παστιτσάδα.[< ιταλ. soffritto ‘τσιγαρισμένο’] | |
| 46864 | σόφτγουερ | σό-φτ-γου-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό. Βλ. χάρντγουερ. | |
| 46865 | σόφτμπολ | σό-φτ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που μοιάζει με το μπέιζμπολ, αλλά παίζεται σε μικρότερο γήπεδο με μεγαλύτερη και πιο μαλακή μπάλα: πρωτάθλημα/τουρνουά ~. ~ ανδρών/γυναικών. [< αμερικ. softball, 1926, γαλλ. ~, 1980] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ