| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46858 | σοφιστικός | , ή, ό σο-φι-στι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τους σοφιστές: ~ή: αντίληψη/διδασκαλία. 2. απατηλός, ψευδής, παραπλανητικός: ~ό: επιχείρημα/τέχνασμα (πβ. σόφισμα, σοφιστεία). ● Ουσ.: σοφιστική (η): ΦΙΛΟΣ. το πνευματικό κίνημα, η διδασκαλία των σοφιστών: πρώτη/δεύτερη ~. ● επίρρ.: σοφιστικά [< αρχ. σοφιστικός] | |
| 46859 | σοφίτα | σο-φί-τα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. δωμάτιο ή μικρό διαμέρισμα που κατασκευάζεται ακριβώς κάτω από τη στέγη σπιτιού: ξύλινη ~. Κρύφτηκε στη ~. Βλ. δώμα. [< ιταλ. soffitta] | |
| 46860 | σοφολογιότατος | , η, ο σο-φο-λο-γι-ό-τα-τος επίθ. 1. (τον 19ο αι.) ως χαρακτηρισμός που αποδιδόταν σε σπουδαίους λόγιους. 2. (ειρων.) υπερβολικά σχολαστικός σε γλωσσικά ζητήματα και κατ' επέκτ. υποστηρικτής της ακραίας καθαρεύουσας. | |
| 46861 | σοφός | , ή, ό σο-φός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει πλούσιες και βαθιές γνώσεις, διαθέτει ορθή κρίση, σύνεση και ευφυΐα, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του: ~ός: γέροντας/δάσκαλος/επιστήμονας/λαός/νους/συγγραφέας. ~οί: ηγέτες. Γίναμε ~ότεροι. Βγήκαμε πιο ~οί από την πρόσφατη περιπέτεια. (ειρων.) ~οί: εγκέφαλοι.|| (ως ουσ.) Μεγάλος ~. Οι ~οί του τόπου. Οι επτά ~οί της Αρχαίας Ελλάδας. Συμβούλιο ~ών. Πβ. ευρυμαθής. 2. που είναι αποτέλεσμα γνώσης, σωστής κρίσης και σκέψης, ορθών επιλογών: ~ή: απόφαση/γνώμη/διαπίστωση/ενέργεια/επισήμανση/καθοδήγηση/κίνηση/λύση/μέθοδος/οδηγία/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/τακτική/υπόδειξη/χρήση (των φυσικών πόρων). ~ό: ρητό/σχέδιο/σχόλιο. ~ές: κουβέντες/παροιμίες/συμβουλές. Επενδύει τα χρήματά της με ~ό τρόπο. Επιλογή που αποδείχτηκε ~ή. Πβ. εύστοχος, πετυχημένος. ● επίρρ.: σοφά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιτροπή σοφών: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ομάδα από αναγνωρισμένους επιστήμονες στους οποίους ανατίθεται επισήμως η μελέτη και επίλυση ενός δύσκολου ζητήματος που αφορά το κοινωνικό σύνολο: εθνική ~ ~. ~ ~ για το ασφαλιστικό/την οικονομία. Πόρισμα/σύσταση ~ής ~. ● ΦΡ.: έτερος εξ ετέρου σοφός (αρχαιοπρ.): κανείς δεν γεννιέται παντογνώστης, η γνώση μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον., σοφόν το σαφές (γνωμ.): η σαφήνεια είναι χαρακτηριστικό της σοφίας. [< αρχ. σοφός, γαλλ. savant] | |
| 18616 | Σοφος | , η, ο(ν) [ἕτερος] έ-τε-ρος επίθ. {λογιότ. θηλ. ετέρα, γεν. αρσ. κ. ουδ. -ου (λογιότ.) -έρου | -ων (λογιότ.) -έρων} (λόγ.): άλλος (συχνά ο ένας από τους δύο): ο ~ος υφυπουργός. Ο ~ος Γιάννης της παρέας. Ο Πρόεδρος ή ~ο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι ~οι βουλευτές του νομού. Οικολογικές ή ~ες οργανώσεις. Διοικητικά ή ~α επίσημα έγγραφα.|| (λογιότ., + γεν.) Ο ~ος των γονέων/των συζύγων. ● ΣΥΜΠΛ.: το έτερον ήμισυ βλ. ήμισυς ● ΦΡ.: έτερον εκάτερον βλ. εκάτερος, εκατέρα, εκάτερο(ν), έτερος εξ ετέρου σοφός βλ. σοφός, ο έτερος Καππαδόκης βλ. Καππαδόκης [< αρχ. ἕτερος] | |
| 46862 | σοφράς | σο-φράς ουσ. (αρσ.) {σοφράδες} & σουφράς (παλαιότ.-λαϊκό): παραδοσιακό χαμηλό ξύλινο τραπέζι φαγητού, συνήθ. στρογγυλό. Βλ. τάβλα. [< 18ος αι. < τουρκ. sofra] | |
| 46863 | σοφρίτο | σο-φρί-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κερκυραϊκό φαγητό από λεπτές φέτες μοσχαρίσιου κρέατος οι οποίες, αφού τηγανιστούν, ψήνονται σε άσπρη σάλτσα σκόρδου και μαϊντανού. Βλ. παστιτσάδα.[< ιταλ. soffritto ‘τσιγαρισμένο’] | |
| 46864 | σόφτγουερ | σό-φτ-γου-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό. Βλ. χάρντγουερ. | |
| 46865 | σόφτμπολ | σό-φτ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που μοιάζει με το μπέιζμπολ, αλλά παίζεται σε μικρότερο γήπεδο με μεγαλύτερη και πιο μαλακή μπάλα: πρωτάθλημα/τουρνουά ~. ~ ανδρών/γυναικών. [< αμερικ. softball, 1926, γαλλ. ~, 1980] | |
| 46866 | ΣΠ | (ο): Συνήγορος του Πολίτη. | |
| 46867 | ΣΠΑ | (το): Σχέδιο Περιφερειακής Ανάπτυξης. | |
| 46868 | σπα | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ειδικό, συνήθ. πολυτελές, κέντρο με εγκαταστάσεις ιαματικών λουτρών για αισθητικούς ή/και θεραπευτικούς σκοπούς: ~ για χαλάρωση. Πβ. θερμαλισμός. Βλ. ατμόλουτρο, τζακούζι, υδρομασάζ. 2. τοποθεσία ή θέρετρο με ιαματικές πηγές και συνεκδ. η ίδια η πηγή. [< 1: αγγλ. (health) spa, 1960, γαλλ. spa, 1998 2: αγγλ. spa] | |
| 46869 | σπαγγάτο | σπαγ-γά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκάτο & σπαγγάτ: ΑΘΛ. άσκηση γυμναστικής ή χορού στην οποία τα πόδια ανοίγουν διάπλατα στο δάπεδο. [< γερμ. Spagat] | |
| 46870 | σπαγγετερία | σπαγ-γε-τε-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σπαγκετερία & σπαγγεταρία: εστιατόριο στο οποίο σερβίρονται κυρ. γεύματα με μακαρόνια ή άλλα ζυμαρικά. [< ιταλ. spaghetteria, 1947] | |
| 46871 | σπαγγέτι | σπαγ-γέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκέτι (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λεπτά μακαρόνια: ~ καρμπονάρα/μαρινάρα/μπολονέζ/ναπολιτέν. ~ με θαλασσινά/κοτόπουλο/σάλτσα ντομάτας. Βράζω/στραγγίζω τα ~. Βλ. πάστα. ● ΣΥΜΠΛ.: σπαγγέτι γουέστερν βλ. γουέστερν [< ιταλ. spaghetti] | |
| 46872 | σπαγγετίνι | σπαγ-γε-τί-νι ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτό σπαγγέτι: ~ με σάλτσα/με τόνο. [< ιταλ. spaghettinο (εν.), αγγλ. spaghettini, 1923] | |
| 46873 | σπαγκέτι | βλ. σπαγγέτι | |
| 46874 | σπαγκοραμμένος | , η, ο σπα-γκο-ραμ-μέ-νος επίθ./ουσ. & σπαγγοραμμένος: τσιγκούνης, σφιχτοχέρης. Πβ. τσιφούτης, φιλάργυρος, φιλοχρήματος, φραγκοφονιάς. ΣΥΝ. σπάγκος (2) ΑΝΤ. χουβαρντάς | |
| 46875 | σπάγκος | σπά-γκος ουσ. (αρσ.) & σπάγγος 1. δυνατό, λεπτό σχοινί με πολλές χρήσεις: χοντρός ~. ~ για άπλωμα ρούχων/δέσιμο σκηνής. Βλ. κορδόνι, νήμα. 2. (μτφ.) σπαγκοραμμένος. ● Υποκ.: σπαγκάκι & σπαγγάκι (το) [< σπάγκος, 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spago] | |
| 46876 | σπαζοκεφαλιά | σπα-ζο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) 1. πνευματικό παιχνίδι που λύνεται πολύ δύσκολα: μαθηματική ~. ~ για γερούς λύτες. Πβ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απαιτεί ιδιαίτερη σκέψη και προσπάθεια για να διευθετηθεί. [< γαλλ. casse-tête, γερμ. Kopfzerbrechen] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ