Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47400-47420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46866ΣΠ(ο): Συνήγορος του Πολίτη.
46867ΣΠΑ(το): Σχέδιο Περιφερειακής Ανάπτυξης.
46868σπαουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ειδικό, συνήθ. πολυτελές, κέντρο με εγκαταστάσεις ιαματικών λουτρών για αισθητικούς ή/και θεραπευτικούς σκοπούς: ~ για χαλάρωση. Πβ. θερμαλισμός. Βλ. ατμόλουτρο, τζακούζι, υδρομασάζ. 2. τοποθεσία ή θέρετρο με ιαματικές πηγές και συνεκδ. η ίδια η πηγή. [< 1: αγγλ. (health) spa, 1960, γαλλ. spa, 1998 2: αγγλ. spa]
46869σπαγγάτοσπαγ-γά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκάτο & σπαγγάτ: ΑΘΛ. άσκηση γυμναστικής ή χορού στην οποία τα πόδια ανοίγουν διάπλατα στο δάπεδο. [< γερμ. Spagat]
46870σπαγγετερίασπαγ-γε-τε-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σπαγκετερία & σπαγγεταρία: εστιατόριο στο οποίο σερβίρονται κυρ. γεύματα με μακαρόνια ή άλλα ζυμαρικά. [< ιταλ. spaghetteria, 1947]
46871σπαγγέτισπαγ-γέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκέτι (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λεπτά μακαρόνια: ~ καρμπονάρα/μαρινάρα/μπολονέζ/ναπολιτέν. ~ με θαλασσινά/κοτόπουλο/σάλτσα ντομάτας. Βράζω/στραγγίζω τα ~. Βλ. πάστα. ● ΣΥΜΠΛ.: σπαγγέτι γουέστερν βλ. γουέστερν [< ιταλ. spaghetti]
46872σπαγγετίνισπαγ-γε-τί-νι ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτό σπαγγέτι: ~ με σάλτσα/με τόνο. [< ιταλ. spaghettinο (εν.), αγγλ. spaghettini, 1923]
46873σπαγκέτιβλ. σπαγγέτι
46874σπαγκοραμμένος, η, ο σπα-γκο-ραμ-μέ-νος επίθ./ουσ. & σπαγγοραμμένος: τσιγκούνης, σφιχτοχέρης. Πβ. τσιφούτης, φιλάργυρος, φιλοχρήματος, φραγκοφονιάς. ΣΥΝ. σπάγκος (2) ΑΝΤ. χουβαρντάς
46875σπάγκοςσπά-γκος ουσ. (αρσ.) & σπάγγος 1. δυνατό, λεπτό σχοινί με πολλές χρήσεις: χοντρός ~. ~ για άπλωμα ρούχων/δέσιμο σκηνής. Βλ. κορδόνι, νήμα. 2. (μτφ.) σπαγκοραμμένος. ● Υποκ.: σπαγκάκι & σπαγγάκι (το) [< σπάγκος, 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spago]
46876σπαζοκεφαλιάσπα-ζο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) 1. πνευματικό παιχνίδι που λύνεται πολύ δύσκολα: μαθηματική ~. ~ για γερούς λύτες. Πβ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απαιτεί ιδιαίτερη σκέψη και προσπάθεια για να διευθετηθεί. [< γαλλ. casse-tête, γερμ. Kopfzerbrechen]
46877σπαζοκεφαλιάζωσπα-ζο-κε-φα-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σπαζοκεφάλια-σα} (προφ.): παιδεύω το μυαλό μου για να βρω λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα ή να αντιμετωπίσω μια κατάσταση: ~σα μέχρι να βρω τι είχε συμβεί. Πβ. πονοκεφαλιάζω.
46878σπάζωβλ. σπάω
46879σπαθασκίασπα-θα-σκί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. πολεμική τέχνη στην οποία διδάσκεται η χρήση σπάθης: ιαπωνική/μεσαιωνική ~. Πβ. ξιφασκία. Βλ. -ασκία.
46880σπαθάτος, η, ο [σπαθᾶτος] σπα-θά-τος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ψηλός και λιγνός: Έχει ένα κορμί ~ο. Πβ. ευθυτενής, λυγερόκορμος. 2. (μτφ.) έντιμος, ντόμπρος, ειλικρινής: ξηγημένοι και ~οι.|| ~η: νίκη (= ξεκάθαρη). 3. σπαθοφόρος. Βλ. -άτος. [< μεσν. σπαθάτος]
46881σπάθησπά-θη ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) όπλο ιππέων με μακριά ευθεία ή καμπύλη λεπίδα, κοφτερή μόνο από τη μία ακμή της. Πβ. σπαθί. 2. ΑΘΛ. είδος ξίφους που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της ξιφασκίας και συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα. || ~ ανδρών/γυναικών/νεανίδων. Ολυμπιονίκης στην ~. Πβ. σπαθασκία. ● ΣΥΜΠΛ.: δαμόκλειος σπάθη βλ. δαμόκλειος [< αρχ. σπάθη, αγγλ. spatha, γαλλ. spathe]
46882σπαθίσπα-θί ουσ. (ουδ.) {σπαθιού} 1. όπλο με λαβή στην οποία είναι προσαρμοσμένη μακριά, κοφτερή λεπίδα: δίκοπο ~. Πβ. ξίφος, σπάθη. 2. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο ένα μαύρο τριφύλλι και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: ντάμα ~. Βλ. καρό, κούπα, μπαστούνι. ● Υποκ.: σπαθάκι (το): στη σημ. 1. [< 17ος αι.] ● Μεγεθ.: σπάθα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: (κάποιος) είναι σπαθί (μτφ.-προφ.): είναι ειλικρινής, έντιμος, ευθύς: Το παιδί ~ ~, δεν εξαπατά τους άλλους., με το σπαθί (μου/σου/του) (μτφ.-προφ.): με την αξία μου: Κέρδισα ~ μου. Έχει φτάσει ψηλά ~ του., δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, ξηγιέμαι σπαθί βλ. ξηγιέμαι, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο [< 1: μεσν. σπαθί(ν) < μτγν. σπαθίον < αρχ. σπάθη 2: ιταλ. spade]
46883σπαθιάσπα-θιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με σπαθί και συνεκδ. το αντίστοιχο σημάδι, τραύμα. Βλ. λαβωματιά. [< μεσν. σπαθία]
46884σπαθίζωσπα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάθισε} (λόγ.) 1. χτυπώ, πληγώνω ή/και σκοτώνω κάποιον με σπαθί. 2. (μτφ.-λογοτ.) διαπερνώ: Ο ήλιος ~ει τα σύννεφα. 3. ασκούμαι ή αγωνίζομαι στη σπαθασκία. [< μτγν. σπαθίζω 'ανακατεύω με σπάτουλα']
46885σπαθιστήςσπα-θι-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που ασχολείται με τη σπαθασκία. Πβ. ξιφομάχος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.