| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46866 | ΣΠ | (ο): Συνήγορος του Πολίτη. | |
| 46867 | ΣΠΑ | (το): Σχέδιο Περιφερειακής Ανάπτυξης. | |
| 46868 | σπα | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ειδικό, συνήθ. πολυτελές, κέντρο με εγκαταστάσεις ιαματικών λουτρών για αισθητικούς ή/και θεραπευτικούς σκοπούς: ~ για χαλάρωση. Πβ. θερμαλισμός. Βλ. ατμόλουτρο, τζακούζι, υδρομασάζ. 2. τοποθεσία ή θέρετρο με ιαματικές πηγές και συνεκδ. η ίδια η πηγή. [< 1: αγγλ. (health) spa, 1960, γαλλ. spa, 1998 2: αγγλ. spa] | |
| 46869 | σπαγγάτο | σπαγ-γά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκάτο & σπαγγάτ: ΑΘΛ. άσκηση γυμναστικής ή χορού στην οποία τα πόδια ανοίγουν διάπλατα στο δάπεδο. [< γερμ. Spagat] | |
| 46870 | σπαγγετερία | σπαγ-γε-τε-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σπαγκετερία & σπαγγεταρία: εστιατόριο στο οποίο σερβίρονται κυρ. γεύματα με μακαρόνια ή άλλα ζυμαρικά. [< ιταλ. spaghetteria, 1947] | |
| 46871 | σπαγγέτι | σπαγ-γέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπαγκέτι (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λεπτά μακαρόνια: ~ καρμπονάρα/μαρινάρα/μπολονέζ/ναπολιτέν. ~ με θαλασσινά/κοτόπουλο/σάλτσα ντομάτας. Βράζω/στραγγίζω τα ~. Βλ. πάστα. ● ΣΥΜΠΛ.: σπαγγέτι γουέστερν βλ. γουέστερν [< ιταλ. spaghetti] | |
| 46872 | σπαγγετίνι | σπαγ-γε-τί-νι ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτό σπαγγέτι: ~ με σάλτσα/με τόνο. [< ιταλ. spaghettinο (εν.), αγγλ. spaghettini, 1923] | |
| 46873 | σπαγκέτι | βλ. σπαγγέτι | |
| 46874 | σπαγκοραμμένος | , η, ο σπα-γκο-ραμ-μέ-νος επίθ./ουσ. & σπαγγοραμμένος: τσιγκούνης, σφιχτοχέρης. Πβ. τσιφούτης, φιλάργυρος, φιλοχρήματος, φραγκοφονιάς. ΣΥΝ. σπάγκος (2) ΑΝΤ. χουβαρντάς | |
| 46875 | σπάγκος | σπά-γκος ουσ. (αρσ.) & σπάγγος 1. δυνατό, λεπτό σχοινί με πολλές χρήσεις: χοντρός ~. ~ για άπλωμα ρούχων/δέσιμο σκηνής. Βλ. κορδόνι, νήμα. 2. (μτφ.) σπαγκοραμμένος. ● Υποκ.: σπαγκάκι & σπαγγάκι (το) [< σπάγκος, 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spago] | |
| 46876 | σπαζοκεφαλιά | σπα-ζο-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) 1. πνευματικό παιχνίδι που λύνεται πολύ δύσκολα: μαθηματική ~. ~ για γερούς λύτες. Πβ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απαιτεί ιδιαίτερη σκέψη και προσπάθεια για να διευθετηθεί. [< γαλλ. casse-tête, γερμ. Kopfzerbrechen] | |
| 46877 | σπαζοκεφαλιάζω | σπα-ζο-κε-φα-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σπαζοκεφάλια-σα} (προφ.): παιδεύω το μυαλό μου για να βρω λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα ή να αντιμετωπίσω μια κατάσταση: ~σα μέχρι να βρω τι είχε συμβεί. Πβ. πονοκεφαλιάζω. | |
| 46878 | σπάζω | βλ. σπάω | |
| 46879 | σπαθασκία | σπα-θα-σκί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. πολεμική τέχνη στην οποία διδάσκεται η χρήση σπάθης: ιαπωνική/μεσαιωνική ~. Πβ. ξιφασκία. Βλ. -ασκία. | |
| 46880 | σπαθάτος | , η, ο [σπαθᾶτος] σπα-θά-τος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ψηλός και λιγνός: Έχει ένα κορμί ~ο. Πβ. ευθυτενής, λυγερόκορμος. 2. (μτφ.) έντιμος, ντόμπρος, ειλικρινής: ξηγημένοι και ~οι.|| ~η: νίκη (= ξεκάθαρη). 3. σπαθοφόρος. Βλ. -άτος. [< μεσν. σπαθάτος] | |
| 46881 | σπάθη | σπά-θη ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) όπλο ιππέων με μακριά ευθεία ή καμπύλη λεπίδα, κοφτερή μόνο από τη μία ακμή της. Πβ. σπαθί. 2. ΑΘΛ. είδος ξίφους που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της ξιφασκίας και συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα. || ~ ανδρών/γυναικών/νεανίδων. Ολυμπιονίκης στην ~. Πβ. σπαθασκία. ● ΣΥΜΠΛ.: δαμόκλειος σπάθη βλ. δαμόκλειος [< αρχ. σπάθη, αγγλ. spatha, γαλλ. spathe] | |
| 46882 | σπαθί | σπα-θί ουσ. (ουδ.) {σπαθιού} 1. όπλο με λαβή στην οποία είναι προσαρμοσμένη μακριά, κοφτερή λεπίδα: δίκοπο ~. Πβ. ξίφος, σπάθη. 2. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο ένα μαύρο τριφύλλι και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: ντάμα ~. Βλ. καρό, κούπα, μπαστούνι. ● Υποκ.: σπαθάκι (το): στη σημ. 1. [< 17ος αι.] ● Μεγεθ.: σπάθα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: (κάποιος) είναι σπαθί (μτφ.-προφ.): είναι ειλικρινής, έντιμος, ευθύς: Το παιδί ~ ~, δεν εξαπατά τους άλλους., με το σπαθί (μου/σου/του) (μτφ.-προφ.): με την αξία μου: Κέρδισα ~ μου. Έχει φτάσει ψηλά ~ του., δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, ξηγιέμαι σπαθί βλ. ξηγιέμαι, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο [< 1: μεσν. σπαθί(ν) < μτγν. σπαθίον < αρχ. σπάθη 2: ιταλ. spade] | |
| 46883 | σπαθιά | σπα-θιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με σπαθί και συνεκδ. το αντίστοιχο σημάδι, τραύμα. Βλ. λαβωματιά. [< μεσν. σπαθία] | |
| 46884 | σπαθίζω | σπα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάθισε} (λόγ.) 1. χτυπώ, πληγώνω ή/και σκοτώνω κάποιον με σπαθί. 2. (μτφ.-λογοτ.) διαπερνώ: Ο ήλιος ~ει τα σύννεφα. 3. ασκούμαι ή αγωνίζομαι στη σπαθασκία. [< μτγν. σπαθίζω 'ανακατεύω με σπάτουλα'] | |
| 46885 | σπαθιστής | σπα-θι-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που ασχολείται με τη σπαθασκία. Πβ. ξιφομάχος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ