| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46632 | σπαθίφυλλο | σπα-θί-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Araceae, γένος Spathiphyllum) με ευθυτενή φύλλα και λευκό άνθος, όμοιο με κρίνο. | |
| 46886 | σπαθοειδής | , ής, ές σπα-θο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με σπαθί ως προς τη μορφή του· σπαθωτός. Βλ. -ειδής. | |
| 46887 | σπαθόλαμα | σπα-θό-λα-μα ουσ. (θηλ.): μακρόστενη λάμα σπαθόσεγας. | |
| 46888 | σπαθόσεγα | σπα-θό-σε-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό εργαλείο με σπαθόλαμα που χρησιμοποιείται κυρ. για ευθεία κοπή ξύλων, μετάλλων, πλαστικών: ~ μπαταρίας. ΣΥΝ. αλεποουρά (1) | |
| 46889 | σπαθοφόρος | , ος, ο σπα-θο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει, κρατά σπαθί ή σπάθη: ~ος: ιππέας.|| (ως ουσ., ειρων.) Οι ~οι. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. σπαθάτος (3) | |
| 46890 | σπαθόχορτο | σπα-θό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. βάλσαμο. Βλ. βούρλο, γλαδιόλα. | |
| 46891 | σπαθόψαρο | σπα-θό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι της τάξης των περκόμορφων (οικογ. Trichiuridae) με μακρόστενο ασημόχρωμο σώμα, μακρύ ρύγχος, μυτερή ουρά και μεγάλα κοφτερά δόντια: μαύρο ~. Βλ. -ψαρο. | |
| 46892 | σπαθωτός | , ή, ό σπα-θω-τός επίθ.: που έχει σχήμα όμοιο με σπαθί· σπαθοειδής: ~ά: φύλλα. | |
| 46893 | σπάλα | σπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. το οστό της ωμοπλάτης σφαγίων. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (συνεκδ.) το αντίστοιχο κομμάτι κρέατος: αρνίσια (βλ. χεράκι)/χοιρινή ~. ~ μοσχαρίσια/χωρίς κόκαλο. [< 1: 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spalla < αρχ. σπάθη] | |
| 46894 | σπαλέτο | σπα-λέ-το ουσ. (ουδ.) (σε παραδοσιακές φορεσιές): ΛΑΟΓΡ. μεγάλη κυρ. μεταξωτή μαντίλα τριγωνικού σχήματος, που συνήθ. τη δένουν γύρω από τον λαιμό ή τη στερεώνουν στο στήθος: κεντημένο/μάλλινο/ριχτό ~. | |
| 46895 | σπαλομπριζόλα | σπα-λο-μπρι-ζό-λα ουσ. (θηλ.): μπριζόλα από σπάλα. | |
| 46896 | σπαμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπιθύμητο ηλεκτρονικό μήνυμα (ιμέιλ), εμπορικού ή διαφημιστικού συνήθ. περιεχομένου, που αποστέλλεται μαζικά σε μεγάλο αριθμό παραληπτών: αλληλογραφία ~. Προστασία κατά των ~. Ανίχνευση ~ και ιών.|| (ως επίθ.) ~ μηνύματα. Βλ. αντισπάμ, κακόβουλο λογισμικό. ΣΥΝ. ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία [< αμερικ. spam, 1990, γαλλ. 1997] | |
| 46897 | σπάμερ | σπά-μερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. άτομο που κάνει σπάμινγκ. Βλ. χάκερ. [< αμερικ. spammer, 1994] | |
| 46898 | σπάμινγκ | σπά-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μαζική αποστολή σπαμ: ~ για διαφημιστικούς λόγους. [< αμερικ. spamming, 1994] | |
| 46899 | σπανάκι | σπα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Spinacia oleracea) με εδώδιμα πλατιά, παχιά και βαθυπράσινα φύλλα, το οποίο τρώγεται ωμό ως σαλάτα ή συνήθ. μαγειρεμένο και είναι πλούσιο σε σίδηρο και βιταμίνες Α, C, Ε και Κ: βρασμένο/πουρές/σοταρισμένο/σουφλέ ~. Κατεψυγμένο/κονσερβοποιημένο/φρέσκο ~. Γίγαντες/ομελέτα/σουπιές με ~. Βλ. λαχανικά. [< μεσν. σπανάκι(ν) < μεσν. λατ. spinachium < αραβ. isfānākh] | |
| 46900 | σπανακόπιτα | σπα-να-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από σπανάκι: σπιτική ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοπιτάκι (το) [< πβ. αγγλ. spanakopita, 1944] | |
| 46901 | σπανακόρυζο | σπα-να-κό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με βρασμένο σπανάκι, ρύζι και μυρωδικά. Βλ. λαχανό-, πρασό-ρυζο. | |
| 46902 | σπανακοτυρόπιτα | σπα-να-κο-τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σπανακόπιτα που περιέχει τυρί, συνήθ. φέτα: παραδοσιακή/χωριάτικη ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοτυροπιτάκι (το) | |
| 46903 | σπάνιελ | σπά-νι-ελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπανιέλ: ΖΩΟΛ. είδος κυνηγετικών σκύλων που περιλαμβάνει πολλές ράτσες. Βλ. κόκερ. [< αγγλ. spaniel] | |
| 46904 | σπανίζει | σπα-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. -ων} (λόγ.): είναι σπάνιο, υπάρχει σε έλλειψη ή παρουσιάζεται σπάνια: ~ το καλό χιούμορ. Φυτό που ~ στη χώρα μας (ΑΝΤ. ευδοκιμεί). Τέτοιοι άνθρωποι ~ουν στις μέρες μας. ~ον: είδος. ~οντες: πόροι. ΑΝΤ. αφθονεί [< αρχ. σπανίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ