Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [47420-47440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46632σπαθίφυλλοσπα-θί-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Araceae, γένος Spathiphyllum) με ευθυτενή φύλλα και λευκό άνθος, όμοιο με κρίνο.
46886σπαθοειδής, ής, ές σπα-θο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με σπαθί ως προς τη μορφή του· σπαθωτός. Βλ. -ειδής.
46887σπαθόλαμασπα-θό-λα-μα ουσ. (θηλ.): μακρόστενη λάμα σπαθόσεγας.
46888σπαθόσεγασπα-θό-σε-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό εργαλείο με σπαθόλαμα που χρησιμοποιείται κυρ. για ευθεία κοπή ξύλων, μετάλλων, πλαστικών: ~ μπαταρίας. ΣΥΝ. αλεποουρά (1)
46889σπαθοφόρος, ος, ο σπα-θο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει, κρατά σπαθί ή σπάθη: ~ος: ιππέας.|| (ως ουσ., ειρων.) Οι ~οι. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. σπαθάτος (3)
46890σπαθόχορτοσπα-θό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. βάλσαμο. Βλ. βούρλο, γλαδιόλα.
46891σπαθόψαροσπα-θό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι της τάξης των περκόμορφων (οικογ. Trichiuridae) με μακρόστενο ασημόχρωμο σώμα, μακρύ ρύγχος, μυτερή ουρά και μεγάλα κοφτερά δόντια: μαύρο ~. Βλ. -ψαρο.
46892σπαθωτός, ή, ό σπα-θω-τός επίθ.: που έχει σχήμα όμοιο με σπαθί· σπαθοειδής: ~ά: φύλλα.
46893σπάλασπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. το οστό της ωμοπλάτης σφαγίων. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (συνεκδ.) το αντίστοιχο κομμάτι κρέατος: αρνίσια (βλ. χεράκι)/χοιρινή ~. ~ μοσχαρίσια/χωρίς κόκαλο. [< 1: 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spalla < αρχ. σπάθη]
46894σπαλέτοσπα-λέ-το ουσ. (ουδ.) (σε παραδοσιακές φορεσιές): ΛΑΟΓΡ. μεγάλη κυρ. μεταξωτή μαντίλα τριγωνικού σχήματος, που συνήθ. τη δένουν γύρω από τον λαιμό ή τη στερεώνουν στο στήθος: κεντημένο/μάλλινο/ριχτό ~.
46895σπαλομπριζόλασπα-λο-μπρι-ζό-λα ουσ. (θηλ.): μπριζόλα από σπάλα.
46896σπαμουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπιθύμητο ηλεκτρονικό μήνυμα (ιμέιλ), εμπορικού ή διαφημιστικού συνήθ. περιεχομένου, που αποστέλλεται μαζικά σε μεγάλο αριθμό παραληπτών: αλληλογραφία ~. Προστασία κατά των ~. Ανίχνευση ~ και ιών.|| (ως επίθ.) ~ μηνύματα. Βλ. αντισπάμ, κακόβουλο λογισμικό. ΣΥΝ. ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία [< αμερικ. spam, 1990, γαλλ. 1997]
46897σπάμερσπά-μερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. άτομο που κάνει σπάμινγκ. Βλ. χάκερ. [< αμερικ. spammer, 1994]
46898σπάμινγκσπά-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μαζική αποστολή σπαμ: ~ για διαφημιστικούς λόγους. [< αμερικ. spamming, 1994]
46899σπανάκισπα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Spinacia oleracea) με εδώδιμα πλατιά, παχιά και βαθυπράσινα φύλλα, το οποίο τρώγεται ωμό ως σαλάτα ή συνήθ. μαγειρεμένο και είναι πλούσιο σε σίδηρο και βιταμίνες Α, C, Ε και Κ: βρασμένο/πουρές/σοταρισμένο/σουφλέ ~. Κατεψυγμένο/κονσερβοποιημένο/φρέσκο ~. Γίγαντες/ομελέτα/σουπιές με ~. Βλ. λαχανικά. [< μεσν. σπανάκι(ν) < μεσν. λατ. spinachium < αραβ. isfānākh]
46900σπανακόπιτασπα-να-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από σπανάκι: σπιτική ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοπιτάκι (το) [< πβ. αγγλ. spanakopita, 1944]
46901σπανακόρυζοσπα-να-κό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με βρασμένο σπανάκι, ρύζι και μυρωδικά. Βλ. λαχανό-, πρασό-ρυζο.
46902σπανακοτυρόπιτασπα-να-κο-τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σπανακόπιτα που περιέχει τυρί, συνήθ. φέτα: παραδοσιακή/χωριάτικη ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοτυροπιτάκι (το)
46903σπάνιελσπά-νι-ελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπανιέλ: ΖΩΟΛ. είδος κυνηγετικών σκύλων που περιλαμβάνει πολλές ράτσες. Βλ. κόκερ. [< αγγλ. spaniel]
46904σπανίζεισπα-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. -ων} (λόγ.): είναι σπάνιο, υπάρχει σε έλλειψη ή παρουσιάζεται σπάνια: ~ το καλό χιούμορ. Φυτό που ~ στη χώρα μας (ΑΝΤ. ευδοκιμεί). Τέτοιοι άνθρωποι ~ουν στις μέρες μας. ~ον: είδος. ~οντες: πόροι. ΑΝΤ. αφθονεί [< αρχ. σπανίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.