| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46877 | σπαζοκεφαλιάζω | σπα-ζο-κε-φα-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σπαζοκεφάλια-σα} (προφ.): παιδεύω το μυαλό μου για να βρω λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα ή να αντιμετωπίσω μια κατάσταση: ~σα μέχρι να βρω τι είχε συμβεί. Πβ. πονοκεφαλιάζω. | |
| 46878 | σπάζω | βλ. σπάω | |
| 46879 | σπαθασκία | σπα-θα-σκί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. πολεμική τέχνη στην οποία διδάσκεται η χρήση σπάθης: ιαπωνική/μεσαιωνική ~. Πβ. ξιφασκία. Βλ. -ασκία. | |
| 46880 | σπαθάτος | , η, ο [σπαθᾶτος] σπα-θά-τος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ψηλός και λιγνός: Έχει ένα κορμί ~ο. Πβ. ευθυτενής, λυγερόκορμος. 2. (μτφ.) έντιμος, ντόμπρος, ειλικρινής: ξηγημένοι και ~οι.|| ~η: νίκη (= ξεκάθαρη). 3. σπαθοφόρος. Βλ. -άτος. [< μεσν. σπαθάτος] | |
| 46881 | σπάθη | σπά-θη ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) όπλο ιππέων με μακριά ευθεία ή καμπύλη λεπίδα, κοφτερή μόνο από τη μία ακμή της. Πβ. σπαθί. 2. ΑΘΛ. είδος ξίφους που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της ξιφασκίας και συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα. || ~ ανδρών/γυναικών/νεανίδων. Ολυμπιονίκης στην ~. Πβ. σπαθασκία. ● ΣΥΜΠΛ.: δαμόκλειος σπάθη βλ. δαμόκλειος [< αρχ. σπάθη, αγγλ. spatha, γαλλ. spathe] | |
| 46882 | σπαθί | σπα-θί ουσ. (ουδ.) {σπαθιού} 1. όπλο με λαβή στην οποία είναι προσαρμοσμένη μακριά, κοφτερή λεπίδα: δίκοπο ~. Πβ. ξίφος, σπάθη. 2. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο ένα μαύρο τριφύλλι και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: ντάμα ~. Βλ. καρό, κούπα, μπαστούνι. ● Υποκ.: σπαθάκι (το): στη σημ. 1. [< 17ος αι.] ● Μεγεθ.: σπάθα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: (κάποιος) είναι σπαθί (μτφ.-προφ.): είναι ειλικρινής, έντιμος, ευθύς: Το παιδί ~ ~, δεν εξαπατά τους άλλους., με το σπαθί (μου/σου/του) (μτφ.-προφ.): με την αξία μου: Κέρδισα ~ μου. Έχει φτάσει ψηλά ~ του., δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, ξηγιέμαι σπαθί βλ. ξηγιέμαι, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο [< 1: μεσν. σπαθί(ν) < μτγν. σπαθίον < αρχ. σπάθη 2: ιταλ. spade] | |
| 46883 | σπαθιά | σπα-θιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με σπαθί και συνεκδ. το αντίστοιχο σημάδι, τραύμα. Βλ. λαβωματιά. [< μεσν. σπαθία] | |
| 46884 | σπαθίζω | σπα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάθισε} (λόγ.) 1. χτυπώ, πληγώνω ή/και σκοτώνω κάποιον με σπαθί. 2. (μτφ.-λογοτ.) διαπερνώ: Ο ήλιος ~ει τα σύννεφα. 3. ασκούμαι ή αγωνίζομαι στη σπαθασκία. [< μτγν. σπαθίζω 'ανακατεύω με σπάτουλα'] | |
| 46885 | σπαθιστής | σπα-θι-στής ουσ. (αρσ.): άτομο που ασχολείται με τη σπαθασκία. Πβ. ξιφομάχος. | |
| 46632 | σπαθίφυλλο | σπα-θί-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Araceae, γένος Spathiphyllum) με ευθυτενή φύλλα και λευκό άνθος, όμοιο με κρίνο. | |
| 46886 | σπαθοειδής | , ής, ές σπα-θο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με σπαθί ως προς τη μορφή του· σπαθωτός. Βλ. -ειδής. | |
| 46887 | σπαθόλαμα | σπα-θό-λα-μα ουσ. (θηλ.): μακρόστενη λάμα σπαθόσεγας. | |
| 46888 | σπαθόσεγα | σπα-θό-σε-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό εργαλείο με σπαθόλαμα που χρησιμοποιείται κυρ. για ευθεία κοπή ξύλων, μετάλλων, πλαστικών: ~ μπαταρίας. ΣΥΝ. αλεποουρά (1) | |
| 46889 | σπαθοφόρος | , ος, ο σπα-θο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει, κρατά σπαθί ή σπάθη: ~ος: ιππέας.|| (ως ουσ., ειρων.) Οι ~οι. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. σπαθάτος (3) | |
| 46890 | σπαθόχορτο | σπα-θό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. βάλσαμο. Βλ. βούρλο, γλαδιόλα. | |
| 46891 | σπαθόψαρο | σπα-θό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι της τάξης των περκόμορφων (οικογ. Trichiuridae) με μακρόστενο ασημόχρωμο σώμα, μακρύ ρύγχος, μυτερή ουρά και μεγάλα κοφτερά δόντια: μαύρο ~. Βλ. -ψαρο. | |
| 46892 | σπαθωτός | , ή, ό σπα-θω-τός επίθ.: που έχει σχήμα όμοιο με σπαθί· σπαθοειδής: ~ά: φύλλα. | |
| 46893 | σπάλα | σπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. το οστό της ωμοπλάτης σφαγίων. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (συνεκδ.) το αντίστοιχο κομμάτι κρέατος: αρνίσια (βλ. χεράκι)/χοιρινή ~. ~ μοσχαρίσια/χωρίς κόκαλο. [< 1: 17ος αι. < βεν.-ιταλ. spalla < αρχ. σπάθη] | |
| 46894 | σπαλέτο | σπα-λέ-το ουσ. (ουδ.) (σε παραδοσιακές φορεσιές): ΛΑΟΓΡ. μεγάλη κυρ. μεταξωτή μαντίλα τριγωνικού σχήματος, που συνήθ. τη δένουν γύρω από τον λαιμό ή τη στερεώνουν στο στήθος: κεντημένο/μάλλινο/ριχτό ~. | |
| 46895 | σπαλομπριζόλα | σπα-λο-μπρι-ζό-λα ουσ. (θηλ.): μπριζόλα από σπάλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ