Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47440-47460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46896σπαμουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπιθύμητο ηλεκτρονικό μήνυμα (ιμέιλ), εμπορικού ή διαφημιστικού συνήθ. περιεχομένου, που αποστέλλεται μαζικά σε μεγάλο αριθμό παραληπτών: αλληλογραφία ~. Προστασία κατά των ~. Ανίχνευση ~ και ιών.|| (ως επίθ.) ~ μηνύματα. Βλ. αντισπάμ, κακόβουλο λογισμικό. ΣΥΝ. ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία [< αμερικ. spam, 1990, γαλλ. 1997]
46897σπάμερσπά-μερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. άτομο που κάνει σπάμινγκ. Βλ. χάκερ. [< αμερικ. spammer, 1994]
46898σπάμινγκσπά-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μαζική αποστολή σπαμ: ~ για διαφημιστικούς λόγους. [< αμερικ. spamming, 1994]
46899σπανάκισπα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Spinacia oleracea) με εδώδιμα πλατιά, παχιά και βαθυπράσινα φύλλα, το οποίο τρώγεται ωμό ως σαλάτα ή συνήθ. μαγειρεμένο και είναι πλούσιο σε σίδηρο και βιταμίνες Α, C, Ε και Κ: βρασμένο/πουρές/σοταρισμένο/σουφλέ ~. Κατεψυγμένο/κονσερβοποιημένο/φρέσκο ~. Γίγαντες/ομελέτα/σουπιές με ~. Βλ. λαχανικά. [< μεσν. σπανάκι(ν) < μεσν. λατ. spinachium < αραβ. isfānākh]
46900σπανακόπιτασπα-να-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από σπανάκι: σπιτική ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοπιτάκι (το) [< πβ. αγγλ. spanakopita, 1944]
46901σπανακόρυζοσπα-να-κό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με βρασμένο σπανάκι, ρύζι και μυρωδικά. Βλ. λαχανό-, πρασό-ρυζο.
46902σπανακοτυρόπιτασπα-να-κο-τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σπανακόπιτα που περιέχει τυρί, συνήθ. φέτα: παραδοσιακή/χωριάτικη ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: σπανακοτυροπιτάκι (το)
46903σπάνιελσπά-νι-ελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σπανιέλ: ΖΩΟΛ. είδος κυνηγετικών σκύλων που περιλαμβάνει πολλές ράτσες. Βλ. κόκερ. [< αγγλ. spaniel]
46904σπανίζεισπα-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. -ων} (λόγ.): είναι σπάνιο, υπάρχει σε έλλειψη ή παρουσιάζεται σπάνια: ~ το καλό χιούμορ. Φυτό που ~ στη χώρα μας (ΑΝΤ. ευδοκιμεί). Τέτοιοι άνθρωποι ~ουν στις μέρες μας. ~ον: είδος. ~οντες: πόροι. ΑΝΤ. αφθονεί [< αρχ. σπανίζω]
46905σπανιολέτασπα-νιο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): περιστρεφόμενη λαβή για άνοιγμα παραθύρου ή μπαλκονόπορτας: ~ ασφαλείας/συρόμενου. Βλ. -έτα. [< ιταλ. spagnoletta]
46906σπανιόλικος, η, ο σπα-νιό-λι-κος επίθ. (λαϊκό): ισπανικός.
46907σπάνιος, α, ο σπά-νι-ος επίθ. 1. που υπάρχει σε μικρή ποσότητα, δυσεύρετος: ~α: πανίδα/χλωρίδα. ~ο: πουλί/φυτό. ~α: είδη θηλαστικών. Πβ. (είδος) υπό εξαφάνιση.|| ~ο: νόμισμα/φωτογραφικό υλικό. ~α: αποσπάσματα/βιβλία/ευρήματα. Πβ. λιγοστός, ολιγάριθμος. ΑΝΤ. άφθονος. 2. που δεν είναι συχνός: ~α: μορφή καρκίνου/πάθηση/περίπτωση. ~ο: φαινόμενο. ~α: νοσήματα. Πβ. αραιός, σποραδικός. ΑΝΤ. συνηθισμένος (1) 3. που ξεχωρίζει ως κάτι ιδιαίτερο, εκλεκτός, πολύτιμος: ~ος: άνθρωπος/μουσικός. ~α: ομορφιά/φωνή. ~ο: ήθος. ~α: προσόντα. Βλ. εξαιρετικός, μοναδικός. ● επίρρ.: σπάνια & (λόγ.) σπανίως: στη σημ. 2: ~ έρχεται να μας δει. Σπανίως εμφανίζεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις. ΣΥΝ. αραιά και πού ΑΝΤ. όλο (1), συνήθως ● ΣΥΜΠΛ.: ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια βλ. αέριο, σπάνιες γαίες βλ. γαίες [< αρχ. σπάνιος]
46908σπανιότητασπα-νι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπάνιου: ~ νερού/πόρων (πβ. στενότητα)/προϊόντων. ~ πελατών. ΣΥΝ. σπάνις. ΑΝΤ. αφθονία. Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη.|| Η ~ της κατάστασης/του φαινομένου. Βλ. σποραδικότητα.|| Η ~ του χαρακτήρα. Βλ. μοναδικότητα, -ότητα. [< αρχ. σπανιότης]
46909σπάνιςσπά-νις ουσ. (θηλ.) {σπάν-εως} (αρχαιοπρ.): σπανιότητα, έλλειψη: ~ πόρων/τροφίμων/χρημάτων. Συνθήκες αφθονίας ή ~εως αγαθών. [< αρχ. σπάνις]
46910σπανομαρίασπα-νο-μα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σπανομαρίας (ο) (λαϊκό-ειρων.): σπανός άνδρας.
46911σπανός, ή, ό σπα-νός επίθ. 1. (για άνδρα) που έχει λίγες ή καθόλου τρίχες, κυρ. στο πρόσωπο: Δεν βγάζει γένια, είναι ~. Βλ. αγένειος. 2. (μτφ., για τόπο) γυμνός απο βλάστηση: ~ό: βουνό. Πβ. άδενδρος, φαλακρός. ΑΝΤ. κατάφυτος. ● ΦΡ.: μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, εκτός από ό,τι αντιβαίνει στη φύση: Τελικά όλα γίνονται, ~ ~., είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια βλ. μπαρμπέρης [< μεσν. σπανός]
46912σπαράγγισπα-ράγ-γι ουσ. (ουδ.) ΒΟΤ. 1. πολυετές θαμνώδες ή ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Asparagus officinalis) με εδώδιμους, μακρόστενους και τρυφερούς βλαστούς, οι οποίοι τρώγονται μαγειρεμένοι ως εκλεκτά λαχανικά και ιδ. συνεκδ. οι ίδιοι οι βλαστοί: λευκό/πράσινο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Πένες/ριζότο/σαλάτα/τάρτα με ~ια. 2. καλλωπιστικό φυτό με βελονοειδή φύλλα. Βλ. αράχνη. [< μεσν. σπαράγγι(ον) < αρχ. ἀσπάραγος, ἀσφάραγος]
46913σπάραγμασπά-ραγ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. σπαράγμ-ατα} 1. (λόγ.) τμήμα που έχει αφαιρεθεί, συνήθ. από κείμενο: ~ βιβλίου/διαλόγου/περιοδικού.|| ~ατα τοιχογραφιών/ψηφιδωτών. 2. ΦΙΛΟΛ. κομμάτι από παλαιό χειρόγραφο, περγαμηνή ή κώδικα. 3. (μτφ.) καλλιτεχνική ή λογοτεχνική έμπνευση που δεν έχει ολοκληρωθεί ή είναι ελλιπής. 4. σπαραγμός. [< αρχ. σπάραγμα ‘απόκομμα, απόσπασμα, κομμάτιασμα’]
46914σπαραγμόςσπα-ραγ-μός ουσ. (αρσ.): βαθύτατη θλίψη, έντονος ψυχικός πόνος. Πβ. οδύνη, οδυρμός, συντριβή.|| Εμφύλιος ~. Βλ. αλληλο~. ΣΥΝ. σπάραγμα (4) [< αρχ. σπαραγμός ‘σύσπαση, κομμάτιασμα’]
46915σπαράζωσπα-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάρα-ξα, -χτηκε, -γμένος, σπαράζ-οντας} 1. υποφέρω από ψυχική δοκιμασία· προξενώ μεγάλη θλίψη σε κάποιον: ~ει η καρδιά μου (= ραγίζει).|| Η λύπη του μου ~ξε την ψυχή. Πβ. πονώ, στενοχωριέμαι. 2. (επιτατ.) τινάζομαι, σπαρταρώ: Κλαίει και ~ει. ~ει απο τα γέλια/τον πόνο. Σπάραζε σαν το ψάρι. ΣΥΝ. σφαδάζω ● σπαράζει & (λόγ.) σπαράσσει: (για συμφορά) βασανίζει ανελέητα, καταστρέφει: Ο διχασμός/πόλεμος ~ τη χώρα. Κόμμα που ~εται από εσωτερικές έριδες. Κοινωνίες/χώρες που ~ονται από εμφύλιες διαμάχες/συγκρούσεις. ~όμενη από τη βία περιοχή.|| (σπάν. κυριολ.) Τον ~ξε (= κατασπάραξε) καρχαρίας. Πβ. ξεσκίζω. ● ΦΡ.: σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα βλ. κλάμα [< μεσν. σπαράζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.