| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46905 | σπανιολέτα | σπα-νιο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): περιστρεφόμενη λαβή για άνοιγμα παραθύρου ή μπαλκονόπορτας: ~ ασφαλείας/συρόμενου. Βλ. -έτα. [< ιταλ. spagnoletta] | |
| 46906 | σπανιόλικος | , η, ο σπα-νιό-λι-κος επίθ. (λαϊκό): ισπανικός. | |
| 46907 | σπάνιος | , α, ο σπά-νι-ος επίθ. 1. που υπάρχει σε μικρή ποσότητα, δυσεύρετος: ~α: πανίδα/χλωρίδα. ~ο: πουλί/φυτό. ~α: είδη θηλαστικών. Πβ. (είδος) υπό εξαφάνιση.|| ~ο: νόμισμα/φωτογραφικό υλικό. ~α: αποσπάσματα/βιβλία/ευρήματα. Πβ. λιγοστός, ολιγάριθμος. ΑΝΤ. άφθονος. 2. που δεν είναι συχνός: ~α: μορφή καρκίνου/πάθηση/περίπτωση. ~ο: φαινόμενο. ~α: νοσήματα. Πβ. αραιός, σποραδικός. ΑΝΤ. συνηθισμένος (1) 3. που ξεχωρίζει ως κάτι ιδιαίτερο, εκλεκτός, πολύτιμος: ~ος: άνθρωπος/μουσικός. ~α: ομορφιά/φωνή. ~ο: ήθος. ~α: προσόντα. Βλ. εξαιρετικός, μοναδικός. ● επίρρ.: σπάνια & (λόγ.) σπανίως: στη σημ. 2: ~ έρχεται να μας δει. Σπανίως εμφανίζεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις. ΣΥΝ. αραιά και πού ΑΝΤ. όλο (1), συνήθως ● ΣΥΜΠΛ.: ευγενή/αδρανή/σπάνια αέρια βλ. αέριο, σπάνιες γαίες βλ. γαίες [< αρχ. σπάνιος] | |
| 46908 | σπανιότητα | σπα-νι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σπάνιου: ~ νερού/πόρων (πβ. στενότητα)/προϊόντων. ~ πελατών. ΣΥΝ. σπάνις. ΑΝΤ. αφθονία. Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη.|| Η ~ της κατάστασης/του φαινομένου. Βλ. σποραδικότητα.|| Η ~ του χαρακτήρα. Βλ. μοναδικότητα, -ότητα. [< αρχ. σπανιότης] | |
| 46909 | σπάνις | σπά-νις ουσ. (θηλ.) {σπάν-εως} (αρχαιοπρ.): σπανιότητα, έλλειψη: ~ πόρων/τροφίμων/χρημάτων. Συνθήκες αφθονίας ή ~εως αγαθών. [< αρχ. σπάνις] | |
| 46910 | σπανομαρία | σπα-νο-μα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σπανομαρίας (ο) (λαϊκό-ειρων.): σπανός άνδρας. | |
| 46911 | σπανός | , ή, ό σπα-νός επίθ. 1. (για άνδρα) που έχει λίγες ή καθόλου τρίχες, κυρ. στο πρόσωπο: Δεν βγάζει γένια, είναι ~. Βλ. αγένειος. 2. (μτφ., για τόπο) γυμνός απο βλάστηση: ~ό: βουνό. Πβ. άδενδρος, φαλακρός. ΑΝΤ. κατάφυτος. ● ΦΡ.: μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, εκτός από ό,τι αντιβαίνει στη φύση: Τελικά όλα γίνονται, ~ ~., είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια βλ. μπαρμπέρης [< μεσν. σπανός] | |
| 46912 | σπαράγγι | σπα-ράγ-γι ουσ. (ουδ.) ΒΟΤ. 1. πολυετές θαμνώδες ή ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Asparagus officinalis) με εδώδιμους, μακρόστενους και τρυφερούς βλαστούς, οι οποίοι τρώγονται μαγειρεμένοι ως εκλεκτά λαχανικά και ιδ. συνεκδ. οι ίδιοι οι βλαστοί: λευκό/πράσινο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Πένες/ριζότο/σαλάτα/τάρτα με ~ια. 2. καλλωπιστικό φυτό με βελονοειδή φύλλα. Βλ. αράχνη. [< μεσν. σπαράγγι(ον) < αρχ. ἀσπάραγος, ἀσφάραγος] | |
| 46913 | σπάραγμα | σπά-ραγ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. σπαράγμ-ατα} 1. (λόγ.) τμήμα που έχει αφαιρεθεί, συνήθ. από κείμενο: ~ βιβλίου/διαλόγου/περιοδικού.|| ~ατα τοιχογραφιών/ψηφιδωτών. 2. ΦΙΛΟΛ. κομμάτι από παλαιό χειρόγραφο, περγαμηνή ή κώδικα. 3. (μτφ.) καλλιτεχνική ή λογοτεχνική έμπνευση που δεν έχει ολοκληρωθεί ή είναι ελλιπής. 4. σπαραγμός. [< αρχ. σπάραγμα ‘απόκομμα, απόσπασμα, κομμάτιασμα’] | |
| 46914 | σπαραγμός | σπα-ραγ-μός ουσ. (αρσ.): βαθύτατη θλίψη, έντονος ψυχικός πόνος. Πβ. οδύνη, οδυρμός, συντριβή.|| Εμφύλιος ~. Βλ. αλληλο~. ΣΥΝ. σπάραγμα (4) [< αρχ. σπαραγμός ‘σύσπαση, κομμάτιασμα’] | |
| 46915 | σπαράζω | σπα-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σπάρα-ξα, -χτηκε, -γμένος, σπαράζ-οντας} 1. υποφέρω από ψυχική δοκιμασία· προξενώ μεγάλη θλίψη σε κάποιον: ~ει η καρδιά μου (= ραγίζει).|| Η λύπη του μου ~ξε την ψυχή. Πβ. πονώ, στενοχωριέμαι. 2. (επιτατ.) τινάζομαι, σπαρταρώ: Κλαίει και ~ει. ~ει απο τα γέλια/τον πόνο. Σπάραζε σαν το ψάρι. ΣΥΝ. σφαδάζω ● σπαράζει & (λόγ.) σπαράσσει: (για συμφορά) βασανίζει ανελέητα, καταστρέφει: Ο διχασμός/πόλεμος ~ τη χώρα. Κόμμα που ~εται από εσωτερικές έριδες. Κοινωνίες/χώρες που ~ονται από εμφύλιες διαμάχες/συγκρούσεις. ~όμενη από τη βία περιοχή.|| (σπάν. κυριολ.) Τον ~ξε (= κατασπάραξε) καρχαρίας. Πβ. ξεσκίζω. ● ΦΡ.: σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα βλ. κλάμα [< μεσν. σπαράζω] | |
| 46916 | σπαρακτικός | , ή, ό σπα-ρα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) σπαραχτικός: που προκαλεί σπαραγμό: ~ός: πόνος. ~ή: αλήθεια/ερμηνεία/ιστορία. ~ό: δράμα/θέαμα/κλάμα. ~ές: κραυγές/φωνές. ΣΥΝ. σπαραξικάρδιος (1) ● επίρρ.: σπαρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. σπαρακτικός] | |
| 46917 | σπαραξικάρδιος | , α, ο σπα-ρα-ξι-κάρ-δι-ος επίθ. (λόγ.) 1. σπαρακτικός: ~α: κραυγή. ~ες: εκκλήσεις. 2. (μτφ.-μειωτ.) που τον διακρίνει υπερβολική δραματοποίηση, με στόχο ή συνέπεια την πρόκληση συγκίνησης και συμπάθειας: Έκανε μια ~α εξομολόγηση. Πβ. (μελο)δραματικός. [< γερμ. herzzerreissend] | |
| 46918 | σπαράσσω | βλ. σπαράζω | |
| 46919 | σπάραχνα | σπά-ρα-χνα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. βράγχια. [< μεσν. σπάραχνα] | |
| 46920 | σπάργανα | σπάρ-γα-να ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): μακριές και πλατιές υφασμάτινες ταινίες με τις οποίες περιτύλιγαν τα μωρά κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους. Πβ. φασκιά. ● ΦΡ.: στα σπάργανα/γεννοφάσκια (μτφ.): σε πολύ πρώιμο στάδιο: Ο θεσμός βρίσκεται ~ ~ά του. [< αρχ. σπάργανον] | |
| 46921 | σπαργάνωμα | σπαρ-γά-νω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): φάσκιωμα. [< μεσν. σπαργάνωμα] | |
| 46922 | σπαργανώνω | σπαρ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {σπαργάνω-σε, -θηκε, -μένος} (λόγ.): φασκιώνω. [< αρχ. σπαργανῶ] | |
| 46923 | σπαρεί | βλ. σπέρνω | |
| 46924 | σπάρθηκε | βλ. σπέρνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ