Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [47460-47480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46916σπαρακτικός, ή, ό σπα-ρα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) σπαραχτικός: που προκαλεί σπαραγμό: ~ός: πόνος. ~ή: αλήθεια/ερμηνεία/ιστορία. ~ό: δράμα/θέαμα/κλάμα. ~ές: κραυγές/φωνές. ΣΥΝ. σπαραξικάρδιος (1) ● επίρρ.: σπαρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. σπαρακτικός]
46917σπαραξικάρδιος, α, ο σπα-ρα-ξι-κάρ-δι-ος επίθ. (λόγ.) 1. σπαρακτικός: ~α: κραυγή. ~ες: εκκλήσεις. 2. (μτφ.-μειωτ.) που τον διακρίνει υπερβολική δραματοποίηση, με στόχο ή συνέπεια την πρόκληση συγκίνησης και συμπάθειας: Έκανε μια ~α εξομολόγηση. Πβ. (μελο)δραματικός. [< γερμ. herzzerreissend]
46918σπαράσσωβλ. σπαράζω
46919σπάραχνασπά-ρα-χνα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. βράγχια. [< μεσν. σπάραχνα]
46920σπάργανασπάρ-γα-να ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): μακριές και πλατιές υφασμάτινες ταινίες με τις οποίες περιτύλιγαν τα μωρά κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους. Πβ. φασκιά. ● ΦΡ.: στα σπάργανα/γεννοφάσκια (μτφ.): σε πολύ πρώιμο στάδιο: Ο θεσμός βρίσκεται ~ ~ά του. [< αρχ. σπάργανον]
46921σπαργάνωμασπαρ-γά-νω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): φάσκιωμα. [< μεσν. σπαργάνωμα]
46922σπαργανώνωσπαρ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {σπαργάνω-σε, -θηκε, -μένος} (λόγ.): φασκιώνω. [< αρχ. σπαργανῶ]
46923σπαρείβλ. σπέρνω
46924σπάρθηκεβλ. σπέρνω
46925σπαρίδεςσπα-ρί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπαριδών} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΙΧΘΥΟΛ. οικογένεια ψαριών που ανήκει στην τάξη των περκόμορφων και περιλαμβάνει τριάντα επτά γένη. Βλ. μελανούρι, συναγρίδα. [< νεολατ. Sparidae]
46926σπαρίλασπα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. βαρεμάρα, τεμπελιά. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. μουργέλα 2. σπαρίλας.
46927σπαρίλαςσπα-ρί-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): οκνηρός, τεμπέλης, αργόσχολος. ΣΥΝ. σπαρίλα (2), σπάρος (2)
46928σπαρματσέτοσπαρ-μα-τσέ-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σπερματσέτο (παλαιότ.): κερί που παράγεται από λιπαρές ύλες. Βλ. μελισσοκέρι. [< ιταλ. spermaceti]
46929σπαρμένοςβλ. σπέρνω
46930σπάροςσπά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό, εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Diplodus annularis) με διχαλωτό ουραίο πτερύγιο και χαρακτηριστική μαύρη γραμμή δίπλα στο κεφάλι, το οποίο ζει κοπαδιαστά συνήθ. σε ρηχά νερά. Βλ. μελανούρι, σαργός, σκαθάρι. 2. (μτφ.) τεμπέλης. ΣΥΝ. σπαρίλας ● Υποκ.: σπαράκι (το) [< αρχ. σπάρος]
46931σπάρσιμοσπάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σπορά.
46932σπάρταθλο(ν)σπάρ-τα-θλο(ν) ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου} (συνήθ. με κεφαλ. Σ): ΑΘΛ. υπερμαραθώνιος στον οποίο οι αθλητές διανύουν την απόσταση από την Ακρόπολη των Αθηνών μέχρι τη Σπάρτη.
46933σπαρταράωβλ. σπαρταρώ
46935σπαρταριστικός, ή, ό σπαρ-τα-ρι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί πολύ γέλιο, ξεκαρδιστικός: ~ή: κωμωδία. ~οί: διάλογοι. ~ές: σκηνές. ~ά: επεισόδια (τηλεοπτικής σειράς). ΣΥΝ. σπαρταριστός (2)
46936σπαρταριστός, ή, ό σπαρ-τα-ρι-στός επίθ. 1. (για ψάρια ή σπανιότ. θαλασσινά) ολόφρεσκος: ~ές: μαρίδες. Πβ. ολοζώντανος. 2. (μτφ.) που προκαλεί γέλιο και ευθυμία, ξεκαρδιστικός: ~ή: επιθεώρηση/κωμωδία/ταινία. ~ό: ανέκδοτο. ~ές: ατάκες. ΣΥΝ. σπαρταριστικός ● επίρρ.: σπαρταριστά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.