| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46925 | σπαρίδες | σπα-ρί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπαριδών} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΙΧΘΥΟΛ. οικογένεια ψαριών που ανήκει στην τάξη των περκόμορφων και περιλαμβάνει τριάντα επτά γένη. Βλ. μελανούρι, συναγρίδα. [< νεολατ. Sparidae] | |
| 46926 | σπαρίλα | σπα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. βαρεμάρα, τεμπελιά. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. μουργέλα 2. σπαρίλας. | |
| 46927 | σπαρίλας | σπα-ρί-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): οκνηρός, τεμπέλης, αργόσχολος. ΣΥΝ. σπαρίλα (2), σπάρος (2) | |
| 46928 | σπαρματσέτο | σπαρ-μα-τσέ-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σπερματσέτο (παλαιότ.): κερί που παράγεται από λιπαρές ύλες. Βλ. μελισσοκέρι. [< ιταλ. spermaceti] | |
| 46929 | σπαρμένος | βλ. σπέρνω | |
| 46930 | σπάρος | σπά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό, εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Diplodus annularis) με διχαλωτό ουραίο πτερύγιο και χαρακτηριστική μαύρη γραμμή δίπλα στο κεφάλι, το οποίο ζει κοπαδιαστά συνήθ. σε ρηχά νερά. Βλ. μελανούρι, σαργός, σκαθάρι. 2. (μτφ.) τεμπέλης. ΣΥΝ. σπαρίλας ● Υποκ.: σπαράκι (το) [< αρχ. σπάρος] | |
| 46931 | σπάρσιμο | σπάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σπορά. | |
| 46932 | σπάρταθλο(ν) | σπάρ-τα-θλο(ν) ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου} (συνήθ. με κεφαλ. Σ): ΑΘΛ. υπερμαραθώνιος στον οποίο οι αθλητές διανύουν την απόσταση από την Ακρόπολη των Αθηνών μέχρι τη Σπάρτη. | |
| 46933 | σπαρταράω | βλ. σπαρταρώ | |
| 46935 | σπαρταριστικός | , ή, ό σπαρ-τα-ρι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί πολύ γέλιο, ξεκαρδιστικός: ~ή: κωμωδία. ~οί: διάλογοι. ~ές: σκηνές. ~ά: επεισόδια (τηλεοπτικής σειράς). ΣΥΝ. σπαρταριστός (2) | |
| 46936 | σπαρταριστός | , ή, ό σπαρ-τα-ρι-στός επίθ. 1. (για ψάρια ή σπανιότ. θαλασσινά) ολόφρεσκος: ~ές: μαρίδες. Πβ. ολοζώντανος. 2. (μτφ.) που προκαλεί γέλιο και ευθυμία, ξεκαρδιστικός: ~ή: επιθεώρηση/κωμωδία/ταινία. ~ό: ανέκδοτο. ~ές: ατάκες. ΣΥΝ. σπαρταριστικός ● επίρρ.: σπαρταριστά | |
| 46934 | σπαρταρώ | σπαρ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σπαρταρώ: ~ κορμιού. Βλ. -ισμα, σκίρτημα, τράνταγμα. | |
| 46937 | σπαρταρώ | [σπαρταρῶ] σπαρ-τα-ρώ ρ. (αμτβ.) {σπαρταρ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας| σπαρτάρ-ησε} & σπαρταράω 1. τρέμω σύγκορμος, δονούμαι, πάλλομαι: ~άει (σαν το ψάρι) από τους πόνους (πβ. σπαράζω, σφαδάζω). ~άει από τα γέλια. 2. (μτφ.) συγκλονίζομαι, συνταράσσομαι: ~ούσε από χαρά. [< αρχ. (ἀ)σπαίρω, με επίδραση του λαχταρώ] | |
| 46938 | Σπαρτιάτης, Σπαρτιάτισσα | Σπαρ-τι-ά-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σπάρτη. [< αρχ. Σπαρτιάτης] | |
| 46939 | σπαρτιατικός | , ή, ό σπαρ-τι-α-τι-κός επίθ. & (προφ.) σπαρτιάτικος, η, ο 1. που σχετίζεται με τη Σπάρτη ή/και τους Σπαρτιάτες. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ολιγάρκεια και πειθαρχία: ~ός: τρόπος ζωής. ● ΦΡ.: ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα (οικ.): αρκούμαι στα απαραίτητα, ζω λιτά. [< μτγν. Σπαρτιατικός] | |
| 46940 | σπαρτικός | , ή, ό σπαρ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σπορά ή χρησιμεύει σε αυτή: ~ά: μηχανήματα.|| (ως ουσ.) ~ή σιτηρών (ενν. μηχανή, ΣΥΝ. σπορέας). ● Ουσ.: σπαρτικά (τα): αμοιβή για τη σπορά. [< αρχ. σπαρτικός] | |
| 46941 | σπάρτο | σπάρ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλος θάμνος (επιστ. ονομασ. Spartium junceum) με μακριούς λεπτούς πράσινους βλαστούς και μεγάλα κίτρινα ευωδιαστά άνθη που σχηματίζουν τσαμπιά, ο οποίος καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τη συγκράτηση διαβρωμένων εδαφών ή/και την κατασκευή ειδών σπαρτοπλεκτικής. [< αρχ. σπάρτον, σπάρτος, γαλλ. spart(e)] | |
| 46942 | σπαρτοπλεκτική | σπαρ-το-πλε-κτι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατασκευής πλεκτών αντικειμένων, κυρ. σχοινιών, από σπάρτο. Βλ. καλαθοπλεκτική. [< γαλλ. sparterie] | |
| 46943 | σπαρτός | , ή, ό σπαρ-τός επίθ.: σπαρμένος: ~ός: αγρός. Πβ. καλλιεργημένος. ● Ουσ.: σπαρτά (τα): χωράφια που έχουν καλλιεργηθεί κυρ. με σιτάρι και συνεκδ. οι ίδιες οι καλλιέργειες. Πβ. γεννήματα. Βλ. δημητριακά. [< αρχ. σπαρτός, μτγν. σπαρτόν < αρχ. σπείρω] | |
| 46944 | σπασίκλας | σπα-σί-κλας ουσ. (αρσ.) & σπασίκλα (η) & σπασίκλω (η) 1. (μειωτ.) μαθητής που είναι υπερβολικά και αποκλειστικά αφοσιωμένος στο διάβασμα των μαθημάτων του: ~ της τάξης. Πβ. φυτό. 2. (κατ' επέκτ.) υπερβολικά συνεπής, σχολαστικός σε ενοχλητικό βαθμό: Έχει γίνει πολύ ~. Πβ. σπαστικός. ● Υποκ.: σπασικλάκι (το) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ